Γράμμα από τη Θεσσαλονίκη - Αναμνήσεις από τα σχολικά χρόνια στη Βέροια (Η κυρία Γιόλα) - Της Ελένης Δημητριάδου

Η κυρία Γιόλα μας ανέλαβε στην Γ΄ τάξη του 1ου Δημοτικού Σχολείου της Βέροιας, κατά τη σχολική χρονιά 1963-64. Ανύπαντρη - «Δεσποινίς ετών 39» σύμφωνα με τον τίτλο ταινίας της εποχής, μετρίου αναστήματος, με ένα αέρα αρχοντιάς, χτενισμένη άψογα και ντυμένη πάντα κομψά.

  Η τάξη μας ήταν η μόνη που στεγαζόταν σε ένα παράπηγμα - αποθήκη στην άκρη της αυλής, απομονωμένη από το θεόρατο και επιβλητικό υπόλοιπο κτίριο, που σήμερα στεγάζει το Δημαρχείο της πόλης. Θυμάμαι τη σκεπή να στάζει νερό όταν έβρεχε, ενώ εμείς είχαμε το καθήκον να το μαζεύουμε σε λεκάνες. Η ειρωνεία είναι ότι αυτό το παράπηγμα, η δασκάλα μας – τουλάχιστον έτσι φαινόταν στα παιδικά μου μάτια - το είχε μετατρέψει σε παράρτημα του πολιτικού γραφείου του αδελφού της, βουλευτού τότε του νομού Ημαθίας. Γυναίκες απλές, με τα δικά τους προβλήματα την επισκέπτονταν, κι εκείνη τις κάθιζε δίπλα στην έδρα της, τις άκουγε με προσοχή και έλεγε, έλεγε - δασκάλα και στο πολιτικό marketing. Κι έφευγαν εκείνες ανακουφισμένες με την ελπίδα να πεταρίζει στο βλέμμα τους.

Η κυρία Γιόλα είχε μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, ευαίσθητη κι εκρηκτική, και φαίνεται ότι η συμπεριφορά μας την ωθούσε μερικές φορές στα άκρα. Κρίσεις θυμού την έκαναν να πετάει ότι έβρισκε στην έδρα, ενώ μια τουλάχιστον φορά κάλεσε το Διευθυντή μέσα στην τάξη για να παραπονεθεί κλαίγοντας απελπισμένα ότι δεν μας αντέχει άλλο. Άλλη μια φορά πάλι άρπαξε τον χειρότερο μαθητή, ένα μικροκαμωμένο παιδάκι, και τον κατέβασε στο υπόγειο του κεντρικού κτιρίου, ένα σκοτεινό τρομακτικό μέρος, γεμάτο με παλιά πράγματα. Ένα μικρό παράθυρο με κάγκελα επέτρεπε εμάς τους υπόλοιπους να τον χαζεύουμε και να τον πειράζουμε. Τα λιοντάρια από έξω και μέσα στο κλουβί το φοβισμένο αρνάκι.   

  Η κυρία Γιόλα γνώριζε τον πατέρα μου και τον εκτιμούσε, και ίσως αυτό συνετέλεσε στο να μου δείχνει μια ιδιαίτερη συμπάθεια μέσα στην τάξη, που πολλές φορές με έφερνε σε δύσκολη θέση. Κι εγώ με τη σειρά μου προσπαθούσα να μην την απογοητεύσω, έστω και αν καταλάβαινα ότι κατά βάθος δεν μου άξιζε αυτή η εύνοια, αν και το ξύλο με τη βέργα στην παλάμη 2-3 φορές τουλάχιστον, δεν το γλίτωσα.

   Μια μέρα έκανε φιλότιμες προσπάθειες να με ανακηρύξει το «αηδόνι» της τάξης. Έστησε λοιπόν ένα διαγωνισμό τραγουδιού, με μένα όρθια στον πίνακα να συναγωνίζομαι με διάφορες συμμαθήτριες, ενώ η ίδια να στήνει το αυτί της ως ειδήμων για να αποφανθεί. Εγώ επειδή δεν ήξερα τι σημαίνει «αηδόνι», θεώρησα ότι έπρεπε να τραγουδώ με όλη μου τη δύναμη για να καλύψω τις «αντιπάλους» μου. Τελικά κέρδισα το διαγωνισμό, επειδή για καλή μου τύχη, η επίφοβη αντίπαλος που διέθετε δυνατή και βραχνή φωνή ήταν κρυωμένη. Η εμμονή της με μένα και το τραγούδι δυστυχώς δεν τελείωσε εκεί. Σε μια ημερήσια εκδρομή με λεωφορείο, με κάλεσε να τραγουδήσω από μικροφώνου. Το πρώτο τραγούδι που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η «γατούλα» της Αλίκης, το σουξέ της εποχής. Λίγο πριν τη δεύτερη στροφή έπαθα προσωρινή αμνησία - πράγμα πολύ φυσικό για μένα, διότι στην πραγματικότητα ήμουν πολύ δειλό και ντροπαλό παιδί. Αλλά η αγαπημένη μου Αλίκη με έσωσε: οι ελάχιστες μαμάδες της συνοδείας μας, που τραγουδούσαν μαζί μου με ενθουσιασμό, συνέχισαν μόνες τους τη δεύτερη στροφή. Άρπαξα λοιπόν την ευκαιρία και μπήκα στο παιγνίδι με ελάχιστη καθυστέρηση, αποφεύγοντας έτσι το δημόσιο εξευτελισμό!

  Μέσα στη γενικότερη εύνοιά της, μου ανέθεσε μια μέρα να τηλεφωνήσω από το γραφείο του Διευθυντή του Σχολείου στη Διεύθυνση Γεωργίας, όπου υπηρετούσε ο πατέρας μου, για να τον ρωτήσω κάτι που αφορούσε στο μάθημα. Εγώ δεν είχα ιδέα από τηλέφωνο. Εκείνη την εποχή πολύ λίγα σπίτια διέθεταν τηλεφωνικές συσκευές, ενώ οι υπεραστικές επικοινωνίες γινόταν κυρίως μέσω της τηλεφωνικής εταιρείας με ατομικές κλήσεις – κάτι σαν ραντεβού. Ήταν φανερό ότι την κοίταζα πολύ διστακτικά και για σιγουριά μου έδωσε για συνοδεία μια άλλη μαθήτρια πιο έμπειρη περί τη νέα τεχνολογία. Εκείνη την ώρα το γραφείο ήταν άδειο. Η τηλεφωνική συσκευή δέσποζε πάνω στο παλιό έπιπλο και με προκαλούσε μέσα στη μαυρίλα της. Ήταν αργά να παραδεχτώ ότι δεν είχα ξανατηλεφωνήσει. Σχημάτισα τον αριθμό που μου έδωσε η κυρία Γιόλα και επανέλαβα μια ατάκα που είχα ακούσει στον κινηματογράφο: «Αλό, αλό, ποιος τηλεφωνεί παρακαλώ;». Η συμμαθήτριά μου έσκασε στα γέλια. Τελικά κατάφερα να ζητήσω τον πατέρα μου και να συνεννοηθώ μαζί του, και νόμισα ότι η ντροπή μου θα τελείωνε στο εν λόγω γραφείο. Έλα μου όμως που η δικιά σου μου το είχε φυλαγμένο! Με το που φτάνουμε στην τάξη με κατήγγειλε: «Ξέρετε τι είπε η Λένα στο τηλέφωνο; Αλό, αλό, ποιος τηλεφωνεί παρακαλώ;». Μπορεί να ήταν λίγα τα παιδιά που κατάλαβαν τη γκάφα μου, αλλά η κυρία Γιόλα με πήρε χαμπάρι: «Πρώτη φορά τηλεφωνείς;», με ρώτησε με ένα ύφος όλο συγκατάβαση, που εγώ το εξέλαβα ως ειρωνεία πρώτου βαθμού. Κάτι ψέλλισα, αλλά ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ευτυχώς που το μεσημέρι ο καλός μου πατέρας απάλυνε τον πόνο μου. Γύρισε σπίτι όλος υπερηφάνεια που μίλησε με το βλαστάρι του τηλεφωνικώς!

  Μια φορά πάλι έκανα μια πολύ χειρότερη γκάφα και την απογοήτευσα την καημένη την κυρία Γιόλα. Επισκέφτηκε την τάξης μας ο Επιθεωρητής. Εκείνη την εποχή ήταν ο φόβος και ο τρόμος των εκπαιδευτικών, γιατί κάθε επίσκεψή του ήταν συνδυασμένη με εκθέσεις, προαγωγές, κλπ. Ο χειρότερος μαθητής είχε προλάβει να εκδιωχθεί από την τάξη και όλα ήταν έτοιμα για την υποδοχή του. Με το που μπήκε αρχίζει τις ερωτήσεις. «Ποια εποχή σας αρέσει πιο πολύ;». Σηκώνω εγώ το χέρι μου για να καθαρίσω την κατάσταση: «Το καλοκαίρι, κύριε!». «Και γιατί παιδί μου;», συνέχισε ο αθεόφοβος. Τα χάνω, δεν ήμουν έτοιμη για διάλογο. Η κυρία με κοιτούσε δαγκώνοντας τα γυαλιά της με ύφος γεμάτο προσμονή. Αυτό ήταν. Ξέχασα τη θάλασσα, τα μπάνια, τα παιγνίδια, την ξενοιασιά ή μάλλον όλα τα συμπεριέλαβα σε μια καταστροφική φράση: «Γιατί κλείνουν τα σχολεία!». «Ώστε δεν σ’ αρέσει το σχολείο;», συνεχίζει το μαρτύριο. Τι να απαντήσει στον τύραννο η καλή μαθήτρια; Πάει το είχα ξεστομίσει. Μαζεύτηκε κι αυτό στις άλλες ντροπές μου και με κυνηγούσε για πολλά χρόνια. Το μόνο που με ανακούφισε λίγο ήταν η αφελής παρατήρηση μιας συμμαθήτριάς μας: «Κυρία, ένας μαθητής είναι έξω». Όλοι έκαναν ότι δεν άκουσαν. Στο διάλειμμα ωστόσο, η πλειοψηφία της τάξης με πρώτη-πρώτη την κυρία, αποφάνθηκε ότι η δική της γκάφα ήταν πταίσμα μπροστά στο δικό μου κακούργημα!  

  Κάνοντας τώρα ένα απολογισμό, φαίνεται ότι η υπερβολική πίεση που δέχθηκα προσπαθώντας να ανταποκριθώ στην ανεξήγητη τότε για μένα εύνοια της δασκάλας μου, και η αντιπαλότητα που αυτή δημιούργησε με άλλους συμμαθητές μου, σε συνδυασμό με τη γενικότερη αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της, έκαναν αυτή τη χρονιά της Γ΄ Δημοτικού, για μένα, τη χειρότερη όλων των άλλων. Ευτυχώς τα επόμενα δύο χρόνια μας ανέλαβε ο κύριος Οικονόμου, ένας πολύ καλός μεν, αλλά εξαιρετικά αυστηρός δάσκαλος, που με φόρτωσε με αρκετό ξύλο και τιμωρίες και έτσι έγινα και πάλι αποδεκτή από το σώμα των συμμαθητών μου ως ίση προς ίσους!

  Την κυρία Γιόλα την ξαναείδα πολλά χρόνια αργότερα μέσα σε ένα πλεούμενο που έκανε το γύρο του Αγίου Όρους. Γερασμένη αλλά πάντα κοκέτα. Δεν της μίλησα, δεν ήξερα τι να της πω. Σήμερα το φέρνω βαρέως… 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ