Ή τώρα ή ποτέ - Του Γιάννη Μπουρνούς*

 

Ας πρωτοτυπήσουμε... Σε ένα άρθρο για το Κυπριακό ας ξεκινήσουμε παρατηρώντας την παρούσα συγκυρία στη γύρω από την Κύπρο περιοχή.

Ας δούμε την κατάσταση στις δύο «εγγυήτριες» γειτονικές χώρες:

Η Τουρκία, μια ιδιαίτερα σημαντική γεωπολιτικά και οικονομικά χώρα στην περιοχή, έχει βυθιστεί σε μια εξαιρετικά ανησυχητική κατάσταση αστάθειας και αβεβαιότητας μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου: κατάλυση της δημοκρατικής τάξης μέσω της παράτασης του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, μαζικές διώξεις εναντίον δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων, ΜΜΕ και ενώσεων πολιτών, πρωτοφανής έξαρση τρομοκρατίας.

Ομως και η χώρα μας αγωνίζεται να εξέλθει από μια πρωτοφανή οικονομική κρίση, που προκάλεσε αβάσταχτη οδύνη σε ένα μεγάλο τμήμα του λαού μας.

Η κυβέρνησή μας δίνει μάχες με ακραίες νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, προκειμένου να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να σταθεί στα πόδια της.

Αν συνυπολογίσουμε και τις δραματικές εξελίξεις στη Συρία, το συνεχιζόμενο αδιέξοδο στο Παλαιστινιακό, την αβεβαιότητα στην Αίγυπτο και τη διαλυτική κατάσταση στη Λιβύη, ίσως αυτή η απεικόνιση της κατάστασης του περίγυρου της Κύπρου δώσει ένα επιπλέον κίνητρο στις δύο κοινότητες να προωθήσουν με αποφασιστικότητα στη Γενεύη μια τελική συμφωνία για την ενοποίηση του νησιού.

Η σημασία όλων αυτών επαυξάνεται από τα κοιτάσματα φυσικού αερίου που μοιράζεται η Κύπρος με το Ισραήλ και ενδεχομένως με την Αίγυπτο.

Η ευημερία από την εκμετάλλευση αυτών των κοιτασμάτων μπορεί να ωφελήσει Ελληνοκύπριους (Ε/Κ) και Τουρκοκύπριους (Τ/Κ), ενώ η γεωπολιτική αναβάθμιση της Ανατολικής Μεσογείου δεν μπορεί να παρακάμψει την επίλυση του Κυπριακού.

Περισσότερο από όλους, όμως, έχουν να ωφεληθούν οι δυο επονομαζόμενοι «εγγυητές» της Κύπρου, η Ελλάδα και η Τουρκία.

Εδώ και σχεδόν 60 χρόνια το Κυπριακό δυσχεραίνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ενισχύει τον ακροδεξιό εθνικισμό κάθε πλευράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει συνταχθεί αταλάντευτα με τη λύση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ), στηρίζοντας τον αγώνα του ΑΚΕΛ αλλά και των Τ/Κ προοδευτικών δυνάμεων που παλεύουν για μια τέτοια λύση κόντρα στον τουρκικό εθνικισμό.

Αυτό δεν συνεπάγεται πως αγνοούμε τις δυσκολίες μιας τέτοιας πολιτειακής μορφής.

Η ΔΔΟ είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, που, για να πετύχει, απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες από τον κυπριακό λαό και τους ηγέτες του.

Ας μην ξεχνάμε ότι στην περίπτωση της Κύπρου τις δύο κοινότητες τις έχει χωρίσει αίμα: βίαιες συγκρούσεις με θύματα Ε/Κ και Τ/Κ, τουρκική εισβολή, χιλιάδες πρόσφυγες και αγνοούμενοι.

Είναι τραύματα που δεν θεραπεύονται εύκολα και τροφοδοτούν την καχυποψία ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Για να «περπατήσει» η ΔΔΟ, χρειάζεται να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη ανάμεσα στους Κύπριους όλων των ηλικιών, να αποδεχτούν την κοινή τους μοίρα και την ανάγκη να συνεργαστούν για την κοινή ζωή τους σε έναν τόσο βασανισμένο και συχνά επικίνδυνο γεωπολιτικό περίγυρο.

Οι πολιτικές ασφάλειας έχουν σήμερα βαρύνουσα σημασία.

Τα κράτη, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις σύγχρονες προκλήσεις όπως το οργανωμένο έγκλημα και η τρομοκρατία ή οι προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, καταφεύγουν στη συνεργασία και τη συνεννόηση.

Ομως πολλές φορές η συνεργασία δεν γίνεται ισότιμα. Τα ισχυρότερα κράτη παρεμβαίνουν στα εσωτερικά άλλων κρατών, προκειμένου να εξυπηρετήσουν δικά τους συμφέροντα, δημιουργώντας νέα προβλήματα χωρίς να λύνουν τα προηγούμενα.

Στην Κύπρο, που η κομβική θέση της στη νοτιοανατολική Μεσόγειο την καθιστά ευάλωτη σε τέτοιες εξωτερικές παρεμβάσεις, η ανάγκη συνεννόησης των δύο κοινοτήτων είναι αναγκαία και για τον σχεδιασμό μιας βιώσιμης και αποτελεσματικής πολιτικής ασφάλειας.

Σε μια ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία κάθε εξωτερική παρέμβαση θα διατάρασσε την ισορροπία που επιθυμούμε να κατακτήσουμε με τη λύση του Κυπριακού.

Στο παρελθόν οι παρεμβάσεις αυτές τραυμάτισαν την εμπιστοσύνη των κατοίκων του νησιού.

Στο μέλλον δεν θα πρέπει να επαναληφθεί το ίδιο, εξ ου και η αντίθεσή μας στο αναχρονιστικό σύστημα που καθιέρωσαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.

Η ασφάλεια και οι εγγυήσεις για την Κύπρο, που καθορίζονται αλλά και εξαρτώνται από την Ελλάδα και τη Τουρκία, δημιουργούν πλήγμα σε όλο το τρίγωνο των σχέσεών μας.

Οχι μόνο εμποδίζουν το κοινό μέλλον Ε/Κ και Τ/Κ, αλλά προσθέτουν νέα σημεία τριβής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Είναι λογικό μια λύση να περάσει και μέσα από τη συνεργασία των δύο χωρών.

Θα ήταν ουτοπικό να ζητούσαμε η Ελλάδα και η Τουρκία να περιμένουν τη λύση χωρίς να ενεργούν και οι ίδιες για τα ζητήματα που τις αφορούν.

Μια σχεδιαζόμενη λύση δεν μπορεί να καθιστά την Ελλάδα και την Τουρκία μέρος του προβλήματος και για τα επόμενα 50 χρόνια, αλλά ταυτόχρονα δεν πρέπει να προκαλεί ανασφάλεια σε καμία από τις δύο πλευρές (Ε/Κ και Τ/Κ).

Αν στη Διάσκεψη της Γενεύης και ακολούθως στα δύο δημοψηφίσματα (Ε/Κ και Τ/Κ) κατοχυρωθεί ως μέρος της λύσης ένα δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για τα ζητήματα ασφάλειας και εγγυήσεων, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για τη διευθέτηση μιας σειράς χρόνιων ελληνοτουρκικών προβλημάτων μέσα από τον διάλογο και τη διπλωματία.

Η Διάσκεψη της Γενεύης αποτελεί χρυσή (και ίσως τελευταία) ευκαιρία για την επούλωση μιας από τις ανοιχτές πληγές της Ευρώπης και της νοτιοανατολικής Μεσογείου, με τις δύο πλευρές (Ε/Κ και Τ/Κ) να βρίσκονται πιο κοντά από ποτέ σε συμφωνία σε κρίσιμα ζητήματα όπως το εδαφικό, η εκ περιτροπής προεδρία, η ψήφος και η μετακίνηση πληθυσμών.

Τυχόν αδιέξοδο σε αυτή την τελική φάση των συνομιλιών θα υπονομεύσει κάθε προοπτική για μια βιώσιμη λύση, εδραιώνοντας ακόμη περισσότερο την de facto διχοτόμηση της Κύπρου.

Θα δικαιώσει δηλαδή τους εθνικιστές όλων των πλευρών, που καραδοκούν να πανηγυρίσουν ακόμη μια αποτυχία, ακόμη ένα βήμα προς την οριστική διχοτόμηση.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει ιστορικό καθήκον να κάνει το παν (στα ζητήματα που την αφορούν), ώστε να εμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη.

*Μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ Υπεύθυνος Τομέα Ευρωπαϊκών & Διεθνών Υποθέσεων

 

 

www.efsyn.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ