Σε ποιον ανήκει το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας»; - Γράφει η Μαριάννα Τζιαντζή

 

Το τραγούδι, όπως και το φυτό στη γλάστρα ή στο χώμα, θέλει τον τόπο του, θέλει την ώρα του. Δεν πιάνει οπουδήποτε, δεν ανθίζει κάθε στιγμή. Αν φυτευτεί σε λάθος χώρο, σε λάθος χρόνο, μαραζώνει, γίνεται σκιά του εαυτού του.

Κάποια πράγματα είναι ασύμβατα, αν και τυπικά μπορεί να συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο. Το θρυλικό «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» μπορεί να ακούγεται σε διασκεδαστήρια πολυτελείας ή στο Μέγαρο Μουσικής αλλά δεν είναι ο τόπος του εκεί. Δεν του ταιριάζουν οι σελέμπριτις, οι πολυέλαιοι, τα κότερα, τα malls. Δεν του ταιριάζει να το χορεύουν υπουργοί, πλοιοκτήτες, ναυπηγοεπισκευαστές και οι ακόλουθοί τους. Του ταιριάζει το φτωχό καφενείο, το βραχνό τζουκ-μποξ, η λαϊκή ταβέρνα, η στρωμένη με τσιμέντο αυλή.

Κάτι δεν μου πήγαινε καλά στο περιβόητο βίντεο με το ζεϊμπέκικο του υπουργού Ναυτιλίας. Κάτι είχε σταθεί σαν ψαροκόκαλο στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Πέρασε μια μέρα μέχρι να καταλάβω τι ήταν. Γνωρίζω ότι ο χορός αυτός αποτέλεσε την πρώτη ύλη για  fake news, ότι έγινε προϊόν εκμετάλλευσης  από αντιδραστικούς κύκλους, ότι ο κ. υπουργός αδικήθηκε. 

Όμως περισσότερο αδικήθηκε το συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι για το οποίο λέγεται ότι ένας πασίγνωστος στιχουργός, όταν ρωτήθηκε τι στίχους θα έγραφε γι’ αυτό, απάντησε ότι είναι τόσο τέλειο, τόσο όμορφο που δεν χρειάζεται λόγια. Το κομμάτι δεν αδικήθηκε επειδή το χόρεψε ένας τυφλός –ίσα ίσα, το γεγονός αυτό δείχνει την απελευθερωτική δύναμη της μουσικής. Αδικήθηκε εξαιτίας του χώρου και των θαμώνων, οι οποίοι προφανώς δεν ανήκουν στην κατηγορία των «ταπεινών και καταφρονεμένων». 

Στην περίπτωση της Ευδοκίας, τα «λόγια», δηλαδή τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τα βάζουμε εμείς. Πρόκειται για μια προσθήκη απόλυτα υποκειμενική και συχνά ετεροχρονισμένη. Καθώς το βίντεο ήρθε στο φως λίγες μέρες μετά την απίστευτη δήλωση του Παναγιώτη Κουρουμπλή, δηλαδή ότι μπορούμε να κολυμπάμε άφοβα στον Σαρωνικό παρά την πετρελαιοκηλίδα, στο νου μου ήρθαν οι στίχοι του Βαμβακάρη: «Στο Φάληρο που πλένεσαι, περιστεράκι γένεσαι». Αυτό το ζεϊμπέκικο έμοιαζαν να χορεύουν τα λόγια του υπουργού. Και όποιος/-α πλένεται, δεν γίνεται περιστεράκι, αλλά μαύρο κοράκι, έστω και χωρίς νύχια γαμψά.

Δεν βαριέστε, όλα ξεχνιούνται. Και το υπουργικό «γιατί να μην κάνει ο κόσμος μπάνιο» θα ξεχαστεί, όπως έχει ξεχαστεί ο Βρετανός υπουργός Περιβάλλοντος που το 1990, στην έξαρση μιας διατροφικής κρίσης πρώτου μεγέθους, όταν οι τρελές αγελάδες είχαν δικαιολογημένα γίνει ο φόβος και ο τρόμος της Ευρώπης, δήλωνε ότι «μπορούμε με σιγουριά να πούμε πως το βοδινό μπορεί να καταναλώνεται με ασφάλεια από όλους, παιδιά και ενηλίκους». Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να ταϊζει την τετράχρονη κόρη του χάμπουργκερ μπροστά στις δημοσιογραφικές κάμερες.

Η ζωή προχωράει. Και μπάνιο κάνουμε, και βοδινό τώρα πια τρώμε άφοβα, και το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» χορεύουμε άμα λάχει και όπου λάχει και με όποιους λάχει. Η μουσική και η θάλασσα ανήκουν σε όλους, όμως σε μερικούς ανήκουν περισσότερο από ό,τι στους άλλους.

 

www.efsyn.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ