Αναβάθμιση F-16: Η αλήθεια για το deal και... την οργή του Βερολίνου

 

Διαλύεται η αρχική σύγχυση για το κόστος της συμφωνίας με την Ουάσιγκτον για την αναβάθμιση του ελληνικού στόλου μαχητικών F-16, η οποία, όμως, δεν ικανοποιεί ιδιαίτερα το Βερολίνο, αφού φαίνεται ότι «καίει» οριστικά τις γερμανικές ελπίδες για παραγγελία Eurofighter από την Ελληνική Αεροπορία.

Από ορισμένες πλευρές έγινε προσπάθεια τις τελευταίες ημέρες να αναβιώσει νοσηρό κλίμα σκανδαλολογίας για το πρόγραμμα αναβάθμισης των F-16, με αφορμή την αναφορά του Ντόναλντ Τραμπ, παρουσία του Αλέξη Τσίπρα, σε κόστος 2,4 δισ. δολ. Αυτό, άλλωστε, είναι και το ποσό της συμφωνίας που μνημονεύεται και στην έγκριση που έδωσε το Γραφείο Αμυντικής Συνεργασίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (DSCA).

Έχει ξεκαθαρίσει όμως, πλέον, ότι αυτό το ποσό, που είναι πράγματι πολύ υψηλό, αποτελεί την «οροφή» του κόστους και όχι το ποσό που τελικά θα πληρώσει η Ελλάδα. «Η τιμή θα έχει σχέση με το τι θα θελήσει η Ελλάδα να αγοράσει. Οι ΗΠΑ θα υποστηρίξουν ό, τι θα αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση», δήλωσε ο Αμερικανός πρεσβευτής, Τζέφρι Πάιτ (στο δελτίο του “Star”).

Στους θεωρητικούς υπολογισμούς που έγιναν από τις αμερικανικές υπηρεσίες, λαμβάνεται υπόψη το κόστος αναβάθμισης ολόκληρου του ελληνικού στόλου μαχητικών F-16 στην τελευταία έκδοση “Viper”, δηλαδή συνολικά 123 αεροσκαφών, αλλά από το υπουργείο Άμυνας διευκρινίζεται ότι το πρόγραμμα δεν θα καλύψει ολόκληρο το στόλο και το κόστος θα είναι πολύ χαμηλότερο, της τάξεως των 1,1 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, το πιθανότερο είναι ότι από την αναβάθμιση θα εξαιρεθούν τα πιο σύγχρονα F-16 του ελληνικού στόλου (σειρά Block 52 M) και τελικά θα αναβαθμισθούν λιγότερα από 100 αεροσκάφη.

Το μεγάλο πλεονέκτημα της συμφωνίας, που έχει προταθεί από την Πολεμική Αεροπορία και επί της αρχής βρίσκει σύμφωνη και την Νέα Δημοκρατία, είναι ότι με ανεκτό κόστος για τα σημερινά δεδομένα του κρατικού προϋπολογισμού, το οποία θα «διαχυθεί» σε βάθος δεκαετίας, ενισχύονται σημαντικά οι επιχειρησιακές δυνατότητες των αεροσκαφών, που αποτελούν τον κορμό του στόλου της Π.Α., ενώ ο χρόνος ζωής τους επεκτείνεται έως και κατά δύο δεκαετίες.

Τα αντισταθμιστικά ωφελήματα (offset) από τη συμφωνία δεν έχουν ανακοινωθεί, καθώς δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον και την κατασκευάστρια Lockheed Martin, ενώ είναι βέβαιο ότι μεγάλο μέρος των εργασιών αναβάθμισης (υπολογίζεται το ένα τρίτο) θα γίνουν στην ΕΑΒ, κάτι που θα επιτρέψει στην ελληνική βιομηχανία να επεκτείνει τη συνεργασία της με την Lockheed, αποκτώντας νέο αντικείμενο εργασιών για μεγάλη χρονική περίοδο.

"Καίγεται" το Eurofighter

Σοβαρούς λόγους να μην είναι ικανοποιημένοι από τη συμφωνία για τα F-16 έχουν το Βερολίνο και η κατασκευάστρια κοινοπραξία των Eurofighter, κάτι που εξηγεί, ίσως, γιατί από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε το deal με τους Αμερικανούς άρχισαν «διαρροές» από τις Βρυξέλλες περί αιφνιδιασμού των Ευρωπαίων δανειστών, με αναφορές στο κόστος για τον ελληνικό προϋπολογισμό και τις επιδράσεις στο χρέος και το έλλειμμα.

Η αθέατη πλευρά της συμφωνίας είναι ότι ο στόλος των ελληνικών F-16 θα είναι, μετά την αναβάθμιση στην έκδοση “Viper”, επιχειρησιακά συμβατός με τα μαχητικά F-35, που επίσης κατασκευάζονται από την Lockheed και για τα οποία το ελληνικό υπουργείο Άμυνας έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον, χωρίς βέβαια να τίθεται οποιοδήποτε θέμα άμεσης συμφωνίας, αφού το κόστος κάθε μονάδας F-35 υπολογίζεται σε 100 εκατ. ευρώ.

Όμως, η αναβάθμιση των F-16 ουσιαστικά δρομολογεί τη μελλοντική επιλογή του F-35 ως νέου μαχητικού, πέμπτης γενιάς, της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, καθώς εκτιμάται ότι στο στόλο των F-16 θα προστεθεί μελλοντικά ένας σχετικά μικρός αριθμός F-35, ώστε να αντιμετωπισθεί το πλεονέκτημα που έχει η Τουρκία, που θα αρχίσει από το 2018 να παραλαμβάνει τα δικά της F-35.

Έτσι, «σβήνουν» και οι τελευταίες ελπίδες της Γερμανίας ότι θα επιλεγόταν από την Ελλάδα το Eurofighter. Η αρχική σχετική συμφωνία, του 1999, προοριζόταν να αποτελέσει την «Αγορά του 21ου Αιώνα», καθώς προέβλεπε ότι η Ελλάδα θα αποκτούσε 60 Eurofighter, με option αγοράς άλλων 30, ώστε το ευρωπαϊκό μαχητικό να αποτελούσε τον κορμό του στόλου της Πολεμικής Αεροπορίας.

Η συμφωνία, ως γνωστόν, έμεινε «κενό γράμμα», αρχικά με πρόσχημα το κόστος Ολυμπιακών Αγώνων, στη συνέχεια επειδή η κυβέρνηση Καραμανλή προχώρησε σε νέα αγορά F-16 και, τέλος, επειδή οι οικονομικές δυσκολίες της Ελλάδας καθιστούσαν αδύνατη μια τόσο μεγάλη αμυντική προμήθεια (υπολογίζεται ότι το κόστος απόκτησης των Eurofighter θα ήταν πολύ υψηλότερο από 100 εκατ. ευρώ για κάθε μονάδα, ενώ το αεροσκάφος θα είχε πολύ υψηλά κόστη χρήσης και συντήρησης).

Τον Δεκέμβριο του 2011, το ελληνικό γραφείο αντιπροσώπευσης των Eurofighter «έβαλε λουκέτο», αλλά στην ανακοίνωση που είχε εκδοθεί τότε σημειωνόταν ότι «η καθυστέρηση λήψης της τελικής αποφάσεως εκ μέρους της Ελλάδος να καταστεί ισότιμο μέλος του πετυχημένου αυτού Ευρωπαϊκού προγράμματος, που επιβλήθηκε αποκλειστικά από τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας, εκτιμάται ότι θα διακοπεί ευθύς ως τα οικονομικά δεδομένα το επιτρέψουν».

Και τονιζόταν ότι «οι εταίροι της κοινοπραξίας του Eurofighter θα συνεχίσουν να διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον τους για την Ελλάδα και θα βρίσκονται πάντοτε σε ετοιμότητα να ανταποκριθούν στα αιτήματα που θα υποβληθούν στο χρόνο που θα επιλέξει η Ελληνική κυβέρνηση».

Ουσιαστικά, δηλαδή, η κοινοπραξία του Eurofighter είχε ανακοινώσει ότι θα περίμενε μέχρι να τελειώσει η ελληνική οικονομική κρίση, προσβλέποντας στην υλοποίηση της αρχικής συμφωνίας, κάτι που θεωρητικά θα μπορούσε να γίνει μετά τον Αύγουστο του 2018, οπότε λήγει και το τρίτο μνημόνιο.

Αυτή την προσδοκία της ευρωπαϊκής κοινοπραξίας ουσιαστικά «ενταφιάζει» η συμφωνία για την αναβάθμιση των F-16 και το ενδιαφέρον της Ελλάδας για τα F-35, κάτι που προκαλεί αρκετή δυσαρέσκεια στο Βερολίνο, η οποία δεν αποκλείεται να εκφρασθεί εμμέσως, στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης και των συζητήσεων για το χρέος…

 
 
www.sofokleousin.gr
 
 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ