Η εναλλακτική πρόταση του Κινήματος Αλλαγής - Του Στέργιου Καλπάκη

 

Τον Απρίλιο του 2017, στο συνέδριο της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλέξης Τσίπρας ανέδειξε ένα υπαρκτό πρόβλημα. Το γεγονός ότι χιλιάδες νέοι αδυνατούν να χαρούν τις ερωτικές τους σχέσεις, επειδή είναι αναγκασμένοι να συγκατοικούν με τους γονείς τους, ακόμη και μέχρι την ηλικία των 30 ετών. Πράγματι, αν υπάρχει ένας δείκτης για την οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, είναι τα υψηλά ποσοστά νέων που βιώνουν αυτό το καθεστώς εξάρτησης. Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται στην πρόταση του Πρωθυπουργού. Πρότεινε, λοιπόν, ο Αλέξης Τσίπρας την αξιοποίηση κτιρίων του Δημοσίου, για να στεγαστούν νέοι άνθρωποι. Η συγκεκριμένη πρόταση υπήρξε τότε αντικείμενο σάτιρας, όμως, κατά την άποψή μου, κρύβει τον τρόπο σκέψης του ΣΥΡΙΖΑ για τα κοινωνικά προβλήματα. Η επιτυχία του δικού μας εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θ’ αμφισβητήσει αυτόν ακριβώς τον τρόπο σκέψης.

Από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλήφθηκε ότι ήταν αντικειμενικά αδύνατο να υλοποιήσει τις προεκλογικές του υποσχέσεις, δήθεν στο όνομα μιας ταξικής επιλογής, μετέθεσε δυσανάλογα τα φορολογικά βάρη στα μεσαία στρώματα, επιδιώκοντας τη στήριξη αποκλειστικά συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων που είτε μισθοδοτούνται από το δημόσιο είτε λαμβάνουν επιδόματα από το κράτος, ώστε να διατηρήσει τουλάχιστον ένα ποσοστό κοντά στο 20%, ικανό για να παραμείνει ρυθμιστικός παράγοντας. Πρόκειται για μια επιδοματική πολιτική ανακύκλωσης της φτώχειας. Οι φτωχοί να παραμένουν φτωχοί και οι μεσαίοι συμπιέζονται επίσης προς τα κάτω, αδυνατώντας να επενδύσουν και να δημιουργούσουν θέσεις εργασίας για τους άνεργους ή να αυξήσουν τους μισθούς των εργαζομένων τους. Με αυτό τον τρόπο, ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας μετατρέπεται σε κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, η οποία αρκείται στο ελάχιστο, και αδυνατεί να φανταστεί ένα καλύτερο τρόπο ζωής, πέρα από τις κάρτες σίτισης και τους χριστουγεννιάτικους μποναμάδες του κ. Τσίπρα.

Απέναντι σε αυτή την πολιτική, η εναλλακτική πρόταση του Κινήματος Αλλαγής καλείται να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα.

Το πρώτο ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική οικονομία θα στραφεί στους κλάδους της τεχνολογίας και της καινοτομίας. Ο λόγος είναι ότι αυτοί οι κλάδοι δημιουργούν προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, που είναι εξαγώγιμα, και προσφέρουν πολλές και καλές θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, μέσα στην επόμενη δεκαετία, ένα δισεκατομμύριο νέοι θα ενταχθούν στην παγκόσμια αγορά εργασίας, αλλά μόλις το 40% θα εργαστούν σε δουλειές που υπάρχουν και σήμερα. Πώς προετοιμάζεται η ελληνική οικονομία να συμμετάσχει σε αυτόν τον αδιανόητο καταμερισμό εργασίας, όταν το ποσοστό των ελληνικών εξαγωγών σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας ανέρχεται μόλις στο 18%, όταν το ποσοστό των δραστηριοτήτων υψηλής τεχνολογικής έντασης στη μεταποίηση ανέρχεται μόλις στο 17%, τη στιγμή που στην Ε.Ε. το μέσο ποσοστό είναι 46,5%, όταν οι δαπάνες για την έρευνα ανέρχονται μόλις στο 0,9% του ΑΕΠ, την ώρα που οι εξελιγμένες οικονομίες επενδύουν έως και το 3% ενός μεγαλύτερου ΑΕΠ;

Η αντίφαση είναι ότι η χώρα μας διαθέτει ένα αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό. Για παράδειγμα, το 10% των κορυφαίων ερευνητικών οργανισμών που χρηματοδοτούνται από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Horizon 2020 είναι ελληνικοί. Το 9% των ελληνικών επιστημονικών δημοσιεύσεων κατατάσσεται μεταξύ αυτών με τις περισσότερες αναφορές παγκοσμίως. Την ίδια ώρα, εκατοντάδες ελληνόπουλα διαπρέπουν ως προγραμματιστές στα πανεπιστήμια και τις Startup του εξωτερικού.

Για να αξιοποιήσουμε αυτό το δυναμικό, πρέπει να προχωρήσουμε σε μια σειρά στοχευμένων δράσεων, όπως είναι: 1. η άρση των εμποδίων στην επιχειρηματικότητα και η επιτάχυνση της λειτουργίας της δικαιοσύνης, 2. η γενναία αύξηση των δαπανών για την έρευνα στο 3% του ΑΕΠ, 3. η βελτίωση των ψηφιακών δεξιοτήτων του πληθυσμού, με ένταξη των νέων τεχνολογιών στο εκπαιδευτικό σύστημα, 4. ο νέος χάρτης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με στόχο την ύπαρξη ενός εκπαιδευτικού πόλου ανά περιφέρεια, 5. η παροχή φορολογικών κινήτρων για δαπάνες στην έρευνα από ιδιωτικές επιχειρήσεις και 6. τα πρόγραμμα επιδοτήσεων για νεοφυείς επιχειρήσεις. Αλλά κυρίως, χρειάζεται να αφήσουμε οριστικά πίσω μας τον αποτυχημένο χαρακτήρα μιας κρατικοδίαιτης οικονομίας που θεμελιώνει ιδιωτικά μονοπώλια και συντεχνιακά συμφέροντα.

Το δεύτερο ερώτημα στο οποίο καλούμαστε ν’ απαντήσουμε αφορά τις κοινωνικές επιπτώσεις της τεχνολογικής εξέλιξης. Από τη βιομηχανική επανάσταση κάθε καινοτομία είχε ως αποτέλεσμα να χάνουν τη δουλειά τους χιλιάδες άνθρωποι, αφού οι δεξιότητές τους περίττευαν. Βέβαια, η εξέλιξη δημιουργούσε νέες δουλειές και εξασφάλιζε τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Σήμερα, η ταχύτητα και οι απαιτήσεις είναι τέτοιες, σε σημείο να μην προλαβαίνουμε να εκπαιδεύσουμε το προσωπικό, ώστε να καλυφθούν οι νέες θέσεις εργασίες που δημιουργούνται. Η πιο πιθανή συνέπεια των παραπάνω εξελίξεων, όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα έχουν βάσιμους λόγους ότι θα χάσουν τη δουλειά τους, θα είναι η επιστροφή στην εξάρτηση από το κράτος. Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια σοβαρή κοινωνική πρόκληση. Αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με τη λογική ότι όσοι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερή δουλειά είναι αποτυχημένοι, τότε ο κίνδυνος για τη σταθερότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος θα είναι μεγάλος.

Επομένως, είναι αναγκαία και η βαθιά κοινωνική μεταρρύθμιση, για ένα κράτος που θα δίνει επιδόματα μόνο σ’ όσους έχουν πραγματική ανάγκη και, ταυτόχρονα, θα προσφέρει ποιοτικές κοινωνικές υπηρεσίες σε όλους όσοι το επιθυμούν, γιατί αυτή η πολιτική δίνει σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τα εφόδια, πρώτον, για να ζουν αξιοπρεπώς, και δεύτερον, για να αναπτυχθούν ελεύθερα, με βάση τα ταλέντα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, και όχι με βάση την πρόσβασή τους στα συστήματα εξουσίας.

Οι εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης θέτουν καθημερινά την ελληνική κοινωνία μπροστά σε δύο βασικές επιλογές. Είτε θα βελτιώσουμε τη ζωή μας στα πλαίσια μιας ανοιχτής, δημοκρατικής και ανεκτικής κοινωνίας, με τις δυσκολίες των αμοιβαίων συμβιβασμών, των υποχωρήσεων και της αυτοκριτικής. Είτε θα επιστρέψουμε στις παραδόσεις μιας κλειστής και συντηρητικής κοινωνίας, θυσιάζοντας την ελευθερία για την ασφάλεια. Πολλές φορές, οι επιλογές της ελληνικής κοινωνίας απέδειξαν ότι η απάντηση σε αυτό το δίλημμα δεν είναι αυτονόητη. Η παράταξή μας διαχρονικά υπερασπίζεται την ανοιχτή κοινωνία, παντρεύοντας το αίτημα της ελευθερίας με αυτό της ισότητας. Με όρους του 21ου αιώνα, το ίδιο καλούμαστε να κάνουμε και σήμερα.

 

Στέργιος Καλπάκης

Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜΑΡ

Ομιλία στην προσυνεδριακή συνέλευση του Κινήματος Αλλαγής στη Βέροια, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ