Μειώσεις φορολογίας φέρνει το υπερπλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το '17

 

Παράθυρο για μειώσεις φορολογίας και ενίσχυση των κοινωνικών παροχών, ανοίγει η εντυπωσιακή υπεραπόδοση του προϋπολογισμού του 2017.

Παρά τις αθρόες χορηγήσεις των κοινωνικών επιδομάτων τον περασμένο Δεκέμβριο το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αντίθετα αυξήθηκε περαιτέρω κατά μία μονάδα του ΑΕΠ πάνω από το στόχο του προϋπολογισμού.

Σύμφωνα με πληροφορίες, που επικαλείται η Ναυτεμπορική, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2017, κλείνει στο 3,4 - 3,5% του ΑΕΠ, έναντι του στόχου του προϋπολογισμού που ήταν στο 2,44% του ΑΕΠ. Επίσης, το πλεόνασμα του 2017 είναι σχεδόν διπλάσιο του στόχου του μνημονίου, που ήταν στο 1,75% του ΑΕΠ. Αν δεν χορηγούνταν τα επιδόματα τον Δεκέμβριο, το πλεόνασμα θα έφτανε στο 4,5% του ΑΕΠ!

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή δημοσιονομική επίδοση, η οποία επιτυγχάνεται παρά τη χορήγηση του κοινωνικού επιδόματος, του επιδόματος στους κατοίκους των νησιών όπου καταργήθηκε ο μειωμένος ΦΠΑ, το επίδομα στους πλημμυροπαθείς της Δυτ. Αττικής, το επίδομα στους ανέργους, την αποζημίωση της ΔΕΗ για τις ΥΚΩ που απέτρεψε τις αυξήσεις των τιμολογίων και τις επιστροφές των παράνομων κρατήσεων από το 2012, των συντάξεων.

Όπως προκύπτει, το υπουργείο Οικονομικών κατάφερε και έπιασε από το 2017, τον πήχη του πλεονάσματος του 3,5%, όπου έχει τεθεί για τα έτη 2018-2022. Βεβαίως ο στόχος επιτεύχθηκε με την αύξηση της φορολογίας, που επέβαλαν οι δανειστές και συρρικνώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και την ιδιωτική κατανάλωση.

Η εξέλιξη αυτή πάντως αποτελεί για την κυβέρνηση ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, ενόψει της τέταρτης και τελευταίας αξιολόγησης, αλλά και της πορείας προς την έξοδο από τα μνημόνια, για δύο σημαντικούς λόγους:

1. Καθησυχάζει τις ανησυχίες του ΔΝΤ για την επίτευξη πλεονάσματος 3,5% φέτος και στα επόμενα χρόνια, που θα είχε ως αποτέλεσμα να ζητήσει την επίσπευση της μείωσης του αφορολόγητου ορίου από το 2019 αντί του 2020 που είναι προγραμματισμένο.

2. Δημιουργεί το πλαίσιο, ώστε η κυβέρνηση να θέσει στους εταίρους-δανειστές ζήτημα μείωσης της φορολογίας, άμεσα και σταδιακά με τη λήξη του προγράμματος ή αναβολή των μειώσεων των συντάξεων που είναι προγραμματισμένες για την 1-1-2019 ή και του αφορολόγητου ορίου.

Συνθήκες μείωσης της φορολογίας

Σύμφωνα με πληροφορίες η κυβέρνηση θα υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της εν εξελίξει διαπραγμάτευση για την 4η αξιολόγηση, ότι τα μέτρα, που έχουν ληφθεί, ήδη υπεραποδίδουν σημαντικά πάνω από τους στόχους και στο πλαίσιο αυτό, θα τονίσει, πώς υπάρχει περιθώριο για μείωση της φορολογίας και γενικά να μπει τέλος στη λιτότητα. Θα ζητήσει από τους δανειστές να ξαναδούν το πακέτο των φορολογικών μέτρων, αλλά και το πλαίσιο των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να εκλογικευτούν και το ύψος τους να προσδιοριστεί στα πραγματικά επίπεδα των αναγκών για την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Μάλιστα, εάν το υπερπλεόνασμα επιτεύχθηκε το 2017 με ρυθμό ανάπτυξης 1,4%, το 2018, που η ανάπτυξη επιταχύνεται στο 2,3%, η απόδοση θα είναι σημαντικά υψηλότερη, που σημαίνει πως, δεν υπάρχει λόγος να πιέζεται η ελληνική οικονομία να παράγει υπερπλεονάσματα, αλλά το ύψος των παρεμβάσεων θα προσαρμοστεί στα δεδομένα για την παραγωγή πλεονασμάτων στο 3,5% του ΑΕΠ που προβλέπει το πρόγραμμα.

Αυτό που θα επιδιώξει κατά κύριο η κυβέρνηση είναι η αποτροπή της μείωσης των συντάξεων από την 1-1-2019, μέσω του επανυπολογισμού τους με το νόμο Κατρούγκαλου. Η διαδικασία αυτή, θα επιφέρει μειώσεις έως 18% σε ορισμένες κατηγορίες, τις οποίες η κυβέρνηση θέλει είτε να αναβάλει είτε να τις ακυρώσει.

Επίσης θα ζητήσει την επίσπευση των «καλών μέτρων» που έχουν συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα και προβλέπουν μείωση της φορολογίας αλλά και κοινωνικές παροχές.

Νύξεις για χαλάρωση της πολιτικής, μετά τη λήξη του μνημονίου έκανε και ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος.

 

www.sofokleousin.gr

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ