Το Μακεδονικό ως τριμερές ζήτημα – Γράφει ο Δ. Καρολίδης

 

Το Μακεδονικό δεν αποτελεί σημείο τριβής μόνο μεταξύ Ελλάδας και κυβέρνησης των Σκοπίων.

Από τη στιγμή που ξεκίνησε η ανιστόρητη και επικίνδυνη για την περιοχή, «εθνογένεση», το ζήτημα αυτό αποτελούσε και αποτελεί κρίσιμο σημείο ανησυχίας και για τη γείτονα Βουλγαρία.

Η βορείως γείτονα χώρα της Βουλγαρίας από την πρώτη στιγμή εξέφρασε την ανησυχία της για την επιχειρούμενη από τα Σκόπια, «εθνογένεση» που έθετε υπό αμφισβήτηση να νοτιοδυτικά σύνορά της με την τότε ενιαία Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας.

Παρά την αρχική αναδίπλωση, υπό την πίεση της Μόσχας, πάγια Βουλγαρική θέση είναι ότι οι πληθυσμοί που κατοικούν στο νοτιοδυτικό τμήμα της Βουλγαρίας, στην αποκαλούμενη «Μακεδονία του Πίριν», είναι πληθυσμοί βουλγαρικοί  επί των οποίων ασκήθηκαν πιέσεις αποβουλγαροποίησης και «Μακεδονοποίησης»….

Την ίδια περίοδο, μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και του Ελληνικού εμφύλιου και κυρίως μετά τη ρήξη των σχέσεων Βελιγραδίου – Μόσχας, οι ελληνικές κυβερνήσεις επιχείρησαν την ανάπτυξη διπλωματικών σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία, με το «Μακεδονικό» να αποτελεί πάντα σημείο τριβής.

Οι λανθασμένοι χειρισμοί των Ελληνικών κυβερνήσεων έναντι των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας κυρίως κατά την περίοδο μετά τους Βαλκανικούς πολέμους μέχρι τη δεκαετία του ’30, ήταν ένα από τα «επιχειρήματα» αληθοφάνειας του εθνογενετικού εγχειρήματος.

Στην επιχείρηση ομογενοποίησης του πληθυσμού της Μακεδονίας, οι Ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν εξαιρετικά λανθασμένα τους σλαβόφωνους πληθυσμούς, λησμονώντας τραγικά ότι κορυφαίοι πρωταγωνιστές και ήρωες του Μακεδονικού αγώνα ήταν σλαβόφωνοι με Ελληνικότατη συνείδηση.

Το πρώτο μισό του 20ο αιώνα ήταν για την Ελλάδα μια περίοδος κατά την οποία τα γεγονότα ξεπερνούσαν κατά πολύ τις αντοχές ακόμη και ισχυρότερων χωρών.

Οι χειρισμοί των κυβερνήσεων δεν ήταν πάντα οι καλύτερες.

Μετά του νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, ακολούθησε η Μικρασιατική καταστροφή και σε λιγότερο από 20 χρόνια αργότερα η Ελλάδα μπήκε στη δίνη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου που όταν έληξε, άνοιξε ο χειρότερος κύκλος αίματος.

Η τεχνική «εθνογένεση» του «Μακεδονικού έθνους» αντιμετωπίσθηκε με μετεμφυλιοπολεμικούς όρους.

Μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας  υπήρχαν ζητήματα προς επίλυση τα οποία αφορούσαν αιχμαλώτους, πρόσφυγες, πληθυσμούς που μετακινήθηκαν σταδιακά, είτε κατ’ ανάγκη ή επιλογή, είτε βίαια…

Οι διαφοροποιήσεις της Γιουγκοσλαβίας έναντι της Μόσχας, μέχρι τη ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων, καθόριζε σε σημαντικό βαθμό τα περιθώρια της στάσης Ελλάδας και Βουλγαρίας που η κάθε μια χώρα από τη δική της πλευρά αντιλαμβανόταν το «Μακεδονικό» ως «αγκάθι» στις σχέσεις της με το Βελιγράδι.

Τρεις χώρες από τρεις διαφορετικούς «κόσμους»….

Η Βουλγαρία άρρηκτα δεμένη στο «άρμα» της Μόσχας, η Ελλάδα «ανήκουσα στη Δύση» και τον Τίτο να αναζητά και να επιτυγχάνει δεσπόζουσα θέση στο στερέωμα των «ανεξάρτητων»…

Άρα από διαφορετικές αφετηρίες και κυρίως, από διαφορετικές προσεγγίσεις που εν πολλοίς καθόριζε ό παράγοντας της «κηδεμονίας»…

Η αναγνώριση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ως συστατικό της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας  δεν μπορούσε να αποτελεί τίποτα περισσότερο από γεωγραφικό προσδιορισμό χωρίς καμιά ιστορική και πολιτιστική σύνδεση με την ιστορικότητα της αρχαίας Μακεδονίας.

Η Βουλγαρική πλευρά, ειδικά μετά την ρήξη Τίτο – Μόσχας, δεν είχε απλά ξεκάθαρη θέση επί του θέματος, αλλά πρόβαλε τις θέσεις της με τον πιο επιτακτικό τρόπο, αντιλαμβανόμενη ότι η ανάπτυξη της σκοπιανής «Μακεδονικής προπαγάνδας» έθετε ευθέως ζήτημα συνόρων.

Θεωρούσε και θεωρεί ανύπαρκτη τη φερόμενη «Μακεδονική μειονότητα» στα εδάφη της, όπως θεωρεί ανύπαρκτο και το λεγόμενο «Μακεδονικό έθνος» που κατασκεύασε η Σκοπιανή προπαγάνδα.

Ενδεχομένως το γεγονός ότι Ελλάδα και Βουλγαρία ανήκαν σε αντίθετους διακρατικούς σχηματισμούς, οι τυπικές μεν, αλλά ουδέποτε βαθύτερες σχέσεις, οδήγησαν σε μια κατά μόνας αντιμετώπιση του ζητήματος.

Όμως από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, το «Μακεδονικό» δεν αποτελεί ζήτημα τριβής και διένεξης μεταξύ Ελλάδας και Σκοπίων.

Αποτελεί σημείο ιδιαίτερης τριβής και μεταξύ Σκοπίων και Σόφιας.

Οι Βούλγαροι φρόντισαν να απαλείψουν κάθε όρο που μπορεί να αναζωπυρώσει ζητήματα μέσα στην επικράτειά της. Η «Μακεδονία του Πίριν» αναφέρεται πλέον σαν «περιφέρεια του Μπλαγκόεφγκραντ» και η Βουλγαρία προτάσσει κάθε δυνατή προσπάθεια να ακυρώσει την Σκοπιανή προπαγάνδα περί «Μακεδονισμού»

Από τη στιγμή που η Σκοπιανή προπαγάνδα, πέρα από την ιστορική καπηλεία, επεκτείνει τα σύνορα της «επικράτειας» του φαντασιολογικού «Μακεδονικού έθνους» και εντός των συνόρων της Βουλγαρίας, το ζήτημα από μόνο του καθίσταται τριμερές.

Το διμερές της συνάντησης των Πρεσπών θέτει αυθαίρετα εκτός συνομιλιών τον τρίτο παράγοντα του ζητήματος που αυτοδίκαια θα έπρεπε να βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Με δεδομένη την πάγια και ξεκάθαρη θέση της Βουλγαρίας για το «Μακεδονικό», σαφώς η Ελληνική θέση θα ήταν ισχυρότερη με δυνητική προοπτική να θέσει οριστικα την Σκοπιανή προπαγάνδα στη σφαίρα της ιστορικής αυθαιρεσίας .

Το ότι η Ελληνική πλευρά εδώ και χρόνια δεν αναζήτησε συμμάχους στο πεδίο των εμπλεκομένων – στην προκειμένη περίπτωση τη Βουλγαρία – είναι ένα ζήτημα που μέχρι το 1990 μπορεί να ερμηνευτεί ως δυσκολία λόγων των διαφορετικών καθεστώτων των δύο χωρών.

Σήμερα όμως μια ορθή και τελική αντιμετώπιση του θέματος δε θα μπορούσε να εξαντληθεί σε συμφωνίες τύπου Πρεσπών, απλούστατα γιατί το «Μακεδονικό» δεν είναι διμερές, αλλά τριμερές ζήτημα.

Δ. Καρολίδης

 

 

 

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ