Το βράδυ που ο Μάρκος δάκρυσε – Μέσα σε βαθύ πόνο έγραψε το «Τι πάθος ατελείωτο»…

 

Για μια ολόκληρη δεκαετία ο Μάρκος έμεινε περιθωριοποιημένος. Ζούσε σε οικτρή ανέχεια και πάλευε με την παραμορφωτική αρθρίτιδα που επηρεάζει σοβαρά την εκτελεστική του δεινότητα.

Ζούσε ξεχασμένος από όλους στο καμαράκι του στη Κοκκινιά.

Για να βγάλει το ψωμάκι της ημέρας, πήγαινε σε διάφορα καφενεία, καθόταν σε μια γωνιά κι έπαιζε. Οι θαμώνες έριχναν στο πιατάκι ό,τι είχε ευχαρίστηση ο καθένας…

Έτσι έζησε για μια δεκαετία ο Μάρκος… Στη ζητιανιά…

Το πιατάκι για τις πενταροδεκάρες το έκανε γύρα ο γιος του ο Στέλιος…

Τότε ήτανε που είχαν εμφανιστεί τα τζουκ-μποξ και χαλάγανε κόσμο…

Ένα βράδυ βγήκε πάλι, το μπουζούκι στο ένα χέρι, στο άλλο χέρι τον μικρό Στέλιο… Μπήκαν σ’ ένα καφενείο…

Κάθισε ο Μάρκος σε μια γωνιά κι άρχισε να παίζει… Τότε ένας θαμώνας του είπε: «Κόφτο ρε Μάρκο… Δε γουστάρω να σ’ ακούω…»

Ο Μάρκος σταμάτησε να παίζει, πήρε τον Στέλιο απ’ το χέρι και βγήκανε στο δρόμο…

«Ξέραμε και οι δυο ότι εκείνο το βράδυ θα κοιμηθούμε νηστικοί», διηγήθηκε σε συνέντευξή του ο Στέλιος Βαμβακάρης. Και συμπλήρωσε: «Εκείνο το βράδυ, καθώς με κρατούσε από το χέρι και βαδίζαμε, είδα το Μάρκο να κλαίει…»

Κι εκεί, σχεδόν σιγομουρμουρίζοντας «έγραψε» το «Απελπίστηκα μανούλα μου να υποφέρω»…

Όταν γυρίσανε σπίτι, κάθισε, έβαλε τη μουσική, το έπαιξε και το τραγούδησε…

Έτσι βγαίνανε τότε τα τραγούδια… Μέσα από τη ζωή…

Το 1959 ο Βασίλης Τσιτσάνης ως καλλιτεχνικός διευθυντής στην Κολούμπια προτείνει στον Λαμπρόπουλο να βγάλουν από την αφάνεια τον "Πατριάρχη" του ρεμπέτικου δίνοντας έτσι μια βαθιά ανάσα στον Μάρκο.

Το 1960 ο Μπιθικώτσης θα αρχίσει να ηχογραφεί τα τραγούδια του που είχαν ξεχαστεί. Ανάμεσα σ' αυτά θα λανσάρει με μεγάλη επιτυχία σε πρώτη εκτέλεση το τραγούδι εκείνο που γράφτηκε μέσα σε μαύρη απελπισία με τον χαρακτηριστικό τίτλο: "Απελπίστηκα".

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ