Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Κακές συμβουλές από τον… «Πάπα» της Βασιλείας

Τελικα είναι αξιοθαύμαστη η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών. Χρειάστηκε θάρρος για να κατηγορήσει τους ιδιοκτήτες της –τις κύριες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη- για ανικανότητα.
 
Ωστόσο, αυτό ακριβώς έκανε πρόσφατα, στην τελευταία ετήσια έκθεσή της. Θα ήταν εύκολο να απορρίψουμε την κίνησή της ως ένα συνηθισμένο παραλήρημα ενός προφήτη της καταστροφής, αλλά θα κάναμε λάθος. Είτε συμφωνεί κανείς, είτε όχι, με την προ-1930 άποψή της για τη μακροοικονομική πολιτική, η ΤΔΔ θέτει μεγάλα ερωτήματα. Η αντιπαλότητα προσθέτει αξία.
 
Μπορεί κανείς να χωρίσει την ανάλυση της ΤΔΔ σε τρία κομμάτια: στο τι προκάλεσε την κρίση, στο που βρισκόμαστε τώρα, και στο τι θα πρέπει να κάνουμε.
 
Σχετικά με το πρώτο κομμάτι, η προοπτική είναι αυτή του «οικονομικού κύκλου». Η ανάλυση επιστρέψει στο έργο του σπουδαίου Σουηδού οικονομολόγου KnutWicksell στις αρχές του 20ου αιώνα. Η κεντρική ιδέα είναι ότι εάν το επιτόκιο είναι χαμηλό, μπορεί να ακολουθήσει μία «άνθηση» βάσει της επέκτασης της πίστωσης και της αύξησης των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Μία από τις πιο κρίσιμες (και σωστές) συνέπειες, είναι ότι η πίστωση και τα χρήματα είναι ενδογενή στοιχεία: δημιουργούνται από την οικονομία. Όταν ο οικονομικός κύκλος γυρνάει από άνθηση σε ύφεση, τότε ξεσπούν οι κρίσεις. Στη συνέχεια ακολουθούν οι «υφέσεις του ισολογισμού», όπως περιγράφονται από τον RichardKoo του Ινστιτούτου Ερευνών Nomura –δηλαδή επώδυνη απομόχλευση και εκτεταμένες περίοδοι αναιμικής ανάπτυξης. Οι εν λόγω κύκλοι, υποστηρίζει η ΤΔΔ, «τείνουν να ολοκληρώνονται, κατά μέσο όρο, εντός 15 με 20 χρόνων». Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, η ΤΔΔ έδωσε τέτοιες προειδοποιήσεις πολύ προτού χτυπήσει η κρίση τις χώρες υψηλού εισοδήματος το 2007.
 
Όσον αφορά το δεύτερο κομμάτι, η ΤΔΔ επισημαίνει ότι η ανάπτυξη έχει επιταχυνθεί κατά το παρελθόν έτος, με τις ανεπτυγμένες οικονομίες να ανακτούν έδαφος, και τις αναδυόμενες οικονομίες να χάνουν. Παρ’ όλα αυτά, η ανάκαμψη είναι αργή και αδύναμη στις χώρες που έχουν πληγεί από την κρίση. Ενώ η παγκόσμια ανάπτυξη δεν απέχει πολύ από τους ρυθμούς που είδαμε στη δεκαετία του 2000, το έλλειμα ως προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν παραμένει. Εντωμεταξύ, το συνολικό χρέος συνεχίζει να αυξάνεται. Μας θυμίζει ότι οι κρίσεις έχουν μεγάλες, μακροχρόνιες επιπτώσεις.
 
Επιπλέον, οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών ασκούν τεράστια επιρροή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οδηγώντας σε ένα «κυνήγι αποδόσεων», στην εξαφάνιση της κοστολόγησης του κινδύνου και στην κατάρρευση της μεταβλητότητας της αγοράς. Αυτό είναι αλήθεια, ακόμη και αν οι ισολογισμοί παραμένουν «τεντωμένοι». Εντωμεταξύ, έχουν προκύψει πιστωτικές υπερβολές σε αρκετές αναδυόμενες οικονομίες. Η ΤΔΔ ανησυχεί ιδιαίτερα για τις νέες πηγές ευπάθειας στις αναδυόμενες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένου του δανεισμού από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Συνολικά, καταλήγει πικρόχολα η ΤΔΔ, «είναι δύσκολο να αποφύγουμε την αίσθηση μίας ακατανόητης αποσύνδεσης μεταξύ της δυναμικότητας των αγορών και των βασικών οικονομικών εξελίξεων».
 
Στο τρίτο σημείο –στο τι πρέπει να γίνει- είναι που η ΤΔΔ μετατρέπεται σε προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης: απαιτεί λιτότητα τώρα. Για τις χώρες που έχουν βιώσει μία οικονομική κρίση, συνιστά την εξυγίανση των ισολογισμών και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις –απορρύθμιση, βελτίωση της ευελιξίας της εργασίας και περικοπές στο δημόσιο τομέα. Απαιτεί επίσης δημοσιονομική λιτότητα. Όμως, σε αντίθεση, ας πούμε, με τον GeorgeOsborne, τον υπουργό Οικονομικών του Ην. Βασιλείου, η ΤΔΔ θέλει να δει και την απόσυρση των μέτρων τόνωσης, υπογραμμίζοντας τους κινδύνους μίας «υπερβολικά σταδιακής και καθυστερημένης εξόδου». Υποβαθμίζει και τους κινδύνους και το κόστος του αποπληθωρισμού, παρά το τεράστιο περίσσευμα χρέους το οποίο επίσης επισημαίνει. Ούτε ο JensWeidmann, ο πρόεδρος της Bundesbank, δεν το κάνει αυτό. Το να είσαι πιο επιθετικός ακόμη και από την Bundesbank, είναι σημαντικό επίτευγμα. Εντωμεταξύ, στις χώρες που έχουν βιώσει ραγδαία οικονομική ανάπτυξη (η έκθεση αναφέρει τη Βραζιλία, την Κίνα και την Τουρκία), συνιστά προληπτική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής και επιβολή μακροπροληπτικών περιορισμών.
 
Για μένα, αυτή η πρόταση αποτελεί ένα μείγμα σοφίας, ανοησίας και αμφιβολίας.
 
Ας ξεκινήσουμε με την αμφιβολία. Η ΤΔΔ έχει δίκιο να τονίζει το τεράστιο κόστος της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, αγνοεί το πλαίσιο στο οποίο επιτρέπουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να λάβει χώρα αυτή η ραγδαία ανάπτυξη. Ειδικότερα, αγνοεί τα αποδεικτικά στοιχεία ενός παγκοσμίου πλεονάσματος αποταμιεύσεων, το οποίο φαίνεται στα χαμηλά προ-κρίσης μακροπρόθεσμα πραγματικά επιτόκια και στις τεράστιες καθαρές ροές κεφαλαίων από τις χώρες με καλές επενδυτικές ευκαιρίες προς τις χώρες με πολύ χειρότερες. Ομοίως, αγνοεί τις επιπτώσεις των δυσμενών αλλαγών στην κατανομή του εισοδήματος και στην επιχειρηματική συμπεριφορά σχετικά με τις τάσεις για αποταμίευση και επενδύσεις.
 
Και πάλι, η ΤΔΔ επιμένει ότι οι απώλειες της παραγωγής σε σχέση με τις τάσεις, είναι αναπόφευκτες. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι περισσότερες κρίσεις καταλήγουν με τεράστιες μακροπρόθεσμες απώλειες. Αλλά, μέχρι τη δεκαετία του 1950, οι ΗΠΑ είχαν ανακάμψει πλήρως από τις γιγαντιαίες απώλειες σε σχέση με τις κατά κεφαλήν τάσεις του ΑΕΠ προ-1929, οι οποίες είχαν προκληθεί από τη μεγαλύτερη κρίση όλων: τη Μεγάλη Ύφεση. Αυτό δεν έγινε διότι, σε αντίθεση με το διστακτικό παρόν, οι ΗΠΑ βίωσαν στη συνέχεια το μεγαλύτερο πακέτο δημοσιονομικών κινήτρων από ποτέ –τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Μπορώ να φανταστώ πώς θα είχε προειδοποιήσει η ΤΔΔ ενάντια σε τέτοιου είδους δημοσιονομική ανευθυνότητα.
 
Ας ασχοληθούμε τώρα με τη «σοφία». Πρώτον, η ΤΔΔ έχει δίκιο να προσθέτει στις προειδοποιήσεις σχετικά με τις πιστωτικές επεκτάσεις. Η χαρά που προσφέρουν είναι εφήμερη ενώ ο πονοκέφαλος είναι διαρκείας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις χώρες που δεν μπορούν να δανειστούν εύκολα στα δικά τους νομίσματα ή δίχως μεγάλες εκμεταλλεύσεις συναλλαγματικών αποθεμάτων. Απαιτείται πράγματι προληπτική δράση.
 
Δεύτερον, η ΤΔΔ έχει δίκιο να τονίζει το επιχείρημα για επιτάχυνση της μετα-κρίσης αναγνώρισης των επισφαλών απαιτήσεων και της ανασυγκρότησης των ισολογισμών και για τους δανειολήπτες και για τους μεσάζοντες. Αυτή η διαδικασία απομόχλευσης είναι σχεδόν πάντα πολύ αργή. Οι καθηγητές AtifMian και AmirSufi, των πανεπιστημίων του Princeton και του Chicago αντίστοιχα, κάνουν σχεδόν το ίδιο επιχείρημα στο σημαντικό τους βιβλίο με τίτλο «Ο Οίκος του Χρέους». Δυστυχώς, είναι πολιτικά δύσκολο να λειτουργήσει αυτή η διαδικασία.
 
Τέλος, ας ασχοληθούμε με το κομμάτι της ανοησίας. Υπάρχουν πράγματι σημαντικά επιχειρήματα σχετικά με τη σωστή ισορροπία μεταξύ της δημοσιονομικής και της νομισματικής αντίδρασης στις οικονομικές κρίσεις.
 
Πιστεύω ότι έχουμε στηριχθεί υπερβολικά στη νομισματική πολιτική, η οποία δεν εμπεριέχει πολλούς από τους κινδύνους τους οποίου πολύ σωστά επισημαίνει η ΤΔΔ. Αλλά, η ιδέα ότι ο καλύτερος τρόπος να χειριστούμε μία κρίση που προκλήθηκε από υπερχρεωμένους ισολογισμούς είναι με το να αποσύρουμε την υποστήριξη της ζήτησης και ακόμη και με το να υιοθετήσουμε τον αποπληθωρισμό, φαίνεται τραγελαφική.
 
Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα ήταν ακόμη πιο γρήγορη αύξηση του πραγματικού χρέους και ακόμη μεγαλύτερα κύματα χρεοκοπίας, τα οποία θα οδηγούσαν σε πιο αδύναμες οικονομίες και, συνεπώς, σε περαιτέρω αυξήσεις του χρέους. Οι λόγοι για την εγκατάλειψη της προ-κεϋνσιανής συναίνεσης ήταν ισχυροί, ότι κι αν νομίζει η ΤΔΔ (και πολλοί άλλοι). Η ΤΔΔ έχει το δικαίωμα να προειδοποιεί. Οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να την ακούν υπομονετικά. Αλλά, οφείλουν επίσης να απορρίψουν πολλές από τις συμβουλές της.
 
www.banksnews.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ