Λόγια Ελλήνων ηρώων

485Η Ελληνική επανάσταση, ένας εθνικός, επικός, απελευθερωτικός αγώνας του ελληνικού λαού ,εννιάχρονος , αδυσώπητος πόλεμος  σε πολλά μέτωπα ,με πλήθος επεισόδια συγκλονιστικά, είναι μέγα γεγονός της Ελληνικής ιστορίας. Υπήρξε ιδιαίτερα σταθμός της ιστορίας του νεότερου Ελληνισμού γιατί  προπάντων πέτυχε την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την παρουσία της Ελλάδας, ύστερα από έκλειψη αιώνων στον πολιτικό χάρτη του κόσμου .
Στη συνείδηση του έθνους έλαβε θρυλικές διαστάσεις, ενέπνευσε τις επόμενες γενιές των Ελλήνων για διαδοχικές απελευθερωτικές εξορμήσεις και σε καιρούς δοκιμασίας τις εμψύχωσε για καρτερία και αντίσταση.
Υπήρξε εξάλλου η Ελληνική επανάσταση σπουδαίο πολιτικό γεγονός και για την Ιστορία της Ευρώπης . Προκάλεσε το κίνημα του «Φιλελληνισμού»και παρέσυρε τις Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις να υπογράψουν πρωτόκολλα και συνθήκες , σε αντίθεση με την τότε πολιτική τους.  Κατάφερε έτσι ένα  ισχυρό πλήγμα για το καθεστώς της ιερής Συμμαχίας και σήμανε τον θρίαμβο της αρχής των εθνοτήτων.
Η επανάσταση αρχικά σχεδιάστηκε να ξεκινήσει στην Κωνσταντινούπολη , μετατέθηκε στη Μολδοβλαχία και τελικά θεμελιώθηκε στο Μοριά.
Οι παλινωδίες του Τσάρου , του Πρίγκιπα Ομπρένοβιτς και του Βλαδιμηρέσκου συντέλεσαν στην αποτυχία του εγχειρήματος και στην εγκατάλειψη της παμβαλκανικής επανάστασης που οραματίστηκαν ο Ρήγας και ο Κοραής.
Μόνη ζωντανή εστία της επανάστασης μένει η «Παλιά Ελλάδα».
Μοριάς ,Ρούμελη , Χαλκιδική, Μακεδονία, Ήπειρος , Νησιά , Κρήτη.
Σ’ αυτήν την ξεσηκωμένη γωνιά μιας συντηρητικής Αυτοκρατορικής Ευρώπης θα συγκεντρωθούν Φιλέλληνες ,ρομαντικοί, αλλά και τυχοδιώκτες και όλοι μαζί θα προσπαθήσουν και τελικά θα καταφέρουν να πάνε «κόντρα στο ρέμα»και να δημιουργήσουν ένα κράτος ελεύθερο.
Κατά τη διάρκεια αυτού του εννιάχρονου αυτού αγώνα  πρωταγωνίστησαν διάφορα πρόσωπα. Άλλοι από αυτούς ρίχτηκαν στον πολιτικό στίβο , άλλοι «πολέμησαν» με την πένα τους και άλλοι πήραν τα άρματα και πολέμησαν σώμα με σώμα με τον εχθρό.
Αυτοί οι τελευταίοι αρειμάνιοι πολεμιστές ασκούν ακόμα μια γοητεία σε όλους εμάς έτσι όπως φαντάζουν αγέρωχοι και επιβλητικοί μέσα στις εντυπωσιακές φορεσιές τους, κρατώντας τα χρυσοποίκιλτα άρματά τους . Προκαλούν το θαυμασμό και το δέος σε μικρούς και μεγάλους, φαντάζουν ως υπεράνθρωποι.
Όμως υπήρξαν απλοί άνθρωποι του λαού  οι οποίοι κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις μεγαλούργησαν , δοξάστηκαν και δόξασαν και την πατρίδα μας.
Θα ήθελα σ’αυτό το κείμενο να μην αναφερθώ στο εντυπωσιακά κατορθώματά τους αλλά σε αυτά που είπαν κατά καιρούς. Λόγια απλά, μεστωμένα , πατριωτικά αλλά και διδακτικά για όλους μας.
Η επανάσταση βέβαια άρχισε το Φλεβάρη του 1821 αλλά θα ήθελα να αναφερθώ κατ’ αρχήν σε κάποια προεπαναστατικά γεγονότα και να σημειώσω τα λόγια του θρυλικού αρχηγού των Σουλιωτών Λάμπρου Τζαβέλλα προς τον Αλη- Πασά όταν ο τελευταίος του ζητούσε να προδώσει την πατρίδα του απειλώντας από τη μια να σκοτώσει τον γιο του Φώτο Τζαβέλλα και από την άλλη του έταζε την αρχηγία όταν θα καταλάμβανε το Σούλι.
« Αλή Πασά χαίρομαι οπού εγέλασα έναν δόλιον. Είμαι εδώ για να διαφεντεύσω την πατρίδα μου εναντίον εις ένα κλέπτην. Ο υιός θέλει αποθάνει , εγώ όμως απελπίστως θέλω τον εκδικήσω πριν να αποθάνω. Κάποιοι Τούρκοι καθώς εσύ  θέλουν ειπή ότι είμαι άσπλαχνος πατέρας με το να θυσιάσω τον υιόν μου διά τον δικόν μου λυτρωμόν. Αποκρίνομαι ότι αν εσύ πάρης το βουνόν, θέλεις σκοτώσει τον υιόν μου  με το επίλοιπον της φαμίλιας μου και τους συμπατριώτες μου, τότε δεν θα ημπορέσω να εκδικήσω τον θάνατόν του , αμμή αν νικήσωμεν ,θέλει έχω και άλλα παιδία , η γυναίκα μου είναι νιά, εάν ο υιός μου νέος καθώς είναι δεν μένη ευχαριστημένος να αποθάνη δια την πατρίδα του , αυτός δεν είναι άξιος να ζήση και να γνωρίζεται ως υιός μου.  Προχώρησε λοιπόν άπιστε είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ.
Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου
Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλας».
Η συνέχεια είναι σε όλους γνωστή . Οι ηρωικοί Σουλιώτες μπορεί να έχασαν την πατρίδα τους προσωρινά , συνέχισαν τον αγώνα και διακρίθηκαν ιδιαίτερα στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Πολλοί έγιναν στρατηγοί ,άλλοι έγιναν  Πρωθυπουργοί  και άλλοι πέρασαν στο πάνθεον των ηρώων με την ηρωική τους θυσία όπως ο Μάρκος Μπότσαρης.
Ο ήρωας αυτός και ενώ του είχε δοθεί ο βαθμός του στρατηγού της Δ. Ελλάδας βλέποντας τις αντιζηλίες και τις μικρότητες  που αυτός ο βαθμός προκαλούσε μάζεψε τους πολεμιστές……………
Τοις ελάλησεν εις την γλώσσαν των ,Αλβανιστί……
«Σπαράζεται η καρδιά μου βλέποντας τους συμπατριώτες μου χωρισμένους, όπως νομίζουν ότι  εγώ, από εγωισμό, επιθυμώ να τους διαφεντεύω. Εμείς παρατήσαμε την πατρίδα μας και τώρα γυρεύουμε να αποχτήσουμε καινούρια. Σας ρωτώ: Μπορούμε να το πετύχουμε όσο θα είμαστε χωρισμένοι; Ας θυμηθούμε τι χρωστάμε στο Σούλι, στους γονιούς μας, τη γη μας, μα κουβαλάμε μαζί μας τ’ όνομα του Σουλίου, που μονιασμένοι μπορούμε να βαστάξουμε. Σ’ εμάς, αδέρφια, πέφτει να αποκαταστήσουμε τον εαυτό μας, τις φαμελιές μας, την τιμή μας, τη στρατιωτική υπόληψή μας. Μα πώς γίνεται να τα εξουσιάσουμε όλα αυτά όσο τρωγόμαστε ανάμεσά μας; Εγώ πατριώτες μου, δε ζήτησα αξιώματα από τη Διοίκηση και ούτε αρχηγός σας διορίστηκα. Ένα βαθμό μου δώσανε. Τάχατες και εσείς όλοι οι καπεταναίοι δεν είσαστε άξιοι να τον πάρετε; Για να σας αποδείξω πως δε με κατέχει κανένας εγωισμός και καμία δίψα για μεγαλεία είμαι εκείνος ο Μάρκος, που τον γνωρίσατε να πολεμάει πάντα στο πλευρό σας, να, εδώ μπροστά σας σκίζω το δίπλωμα της στρατηγίας που μου στείλανε. Και σας ορκίζομαι πως κανένα άλλο αξίωμα δε θέλω από εκείνο που είχανε οι πρόγονοί μας, και εσείς οι ίδιοι έχετε. Εμάς, αδέρφια, δε μας απόμεινε τίποτα να μοιράσουμε ανάμεσά μας. Το μόνο κοινό που έχουμε είναι η τιμή και η δόξα. Να ο εχθρός, μας περιμένει! Στον πόλεμο όπου θα ανοίξουμε μαζί του θα δοξαστεί και θα τιμηθεί εκείνος από εμάς που θα σταθεί αληθινό παλικάρι».
Ο επίλογος γράφτηκε στο Κεφαλόβρυσο όταν ο ήρωας ενώ εκτελεί καταδρομική επιχείρηση πέφτει στη μάχη πρώτος μεταξύ ίσων αποδεικνύοντας στην πράξη όλα τα προηγούμενα.
Αναμφισβήτητα κορυφαία μορφή της επανάστασης ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο «Γέρος του Μοριά» . Ασύγκριτη η πολεμική του ευφυΐα , η στρατηγική του ικανότητα και το κοφτερό του μυαλό. Τα λόγια του θα μείνουν παντοτινά μνημεία φιλοπατρίας  ευφυΐας και ρεαλισμού.
Έλεγε για την αξία της μόρφωσης  και το ρόλο της Γαλλικής επανάστασης;
«Οι παλαιοί κοτζαμπάσηδες που ήσαν οι πρώτιστοι του τόπου, μόλις ήξευραν να γράφουν το όνομά τους. Το μεγαλύτερο μέρος των αρχιερέων δεν ήξευρε παρά εκκλησιαστικά κατά πράξιν, κανένας όμως δεν είχε μάθηση, Το ψαλτήρι, το κτωήχι, ο μηναίος, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία όπου ανέγνωσα, Δεν είναι παρά αφού επήγα εις την Ζάκυνθο όπου εύρηκα την Ιστορία της Ελλάδος εις την απλοελληνική. Τα βιβλία οπού εδιάβαζα συχνά ήτον η Ιστορία της Ελλάδος, η Ιστορία του Αριστομένη και Γοργώ και η Ιστορία του Σκεντερμπέη. Η Γαλλική επανάστασις και ο Ναπολέων, έκαμε κατά την γνώμην μου, να ανοίξει τα μάτια του κόσμου. Πρωτύτερα τα έθνη δεν αναγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζον ως θεούς της γης, και, ό,τι και αν έκαμαν, το έλεγαν καλά καμωμένο».
Στα απομνημονεύματά του λέει για την έναρξη της επανάστασης:
«Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμε την επανάσταση ,διότι ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον  δια πολεμοφόδια, καβαλαρία μας, πυροβολικό μας,  πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμε λογαριάσει τη δύναμή την ειδική μας την τούρκικη δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμε , οπού ετελειώσαμε με καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε, ηθέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα.»
Για την κλασική απειθαρχία , ματαιοδοξία και ανοργανωσιά των Ελλήνων λέει χαρακτηριστικά:
«Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήτον μία τυραννία, διότι έκαμνε και τον αρχηγό, και τον κριτή, και τον φροντιστή, και να του φεύγουν κάθε ημέρα και πάλι να έρχονται. Να βαστάει με ψέματα με κολακείες με παραμύθια. Να του λείπουν και ζωοτροφίες και πολεμοφόδια, και να μην ακούν και να φωνάζει ο αρχηγός. Ενώ εις την Ευρώπη ο αρχιστράτηγος διατάττει τους στρατηγούς, οι στρατηγοί τους συνταγματάρχας, οι συνταγματάρχαι τους ταγματάρχας και ούτω καθεξής. Έκανε το σχέδιό του και εξεμπέρδευε. 
Να μου δώσει ο Βελιγκτών ( Ουέλινγκτον ο νικητής του Ναπολέοντα) σαράντα χιλιάδες στράτευμα το εδιοικούσα, αλλά αυτουνού να του δώσουν πεντακόσιους έλληνας δεν ημπορούσε ούτε μία ώρα να τους διοικήσει. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτσια του, το θεό του, και έπρεπε να κάμει κανείς δουλειά με αυτούς, άλλον να φοβερίζει, άλλον να κολακεύει, κατά τους ανθρώπους»
Όταν ο Ιμπραήμ Πασάς απειλούσε να σβήσει την επανάσταση και κατέστρεφε με μανία την Πελοπόννησο ο Κολοκοτρώνης του έγραψε:
«Αυτό οπού μας φοβερίζεις, να μας κόψεις και κάψεις τα καρποφόρα δέντρα μας μας, δεν είναι της πολεμικής έργον, διατί τα άψυχα δέντρα δεν εναντιώνονται εις κανένα, μόνον οι άνθρωποι οπού εναντιώνονται έχουνε στρατεύματα και σκλαβώνεις, και έτσι είναι το δίκαιο του πολέμου. Με τους ανθρώπους και όχι με τα άψυχα δέντρα, όχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δέντρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μόνον πέτρα απάνω στην πέτρα να μην μείνει, ημείς δεν προσκυνούμε. Τι, τα δέντρα μας αν τα κόψεις και τα κάψεις η ίδια η γη μένει δική μας και τα ματακάνει . Μόνον ένας Έλληνας να μείνει πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζεις πως την γην μας θα την κάμεις δική σου, βγάλτο από το νου σου».
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης πέρα από τα πολεμικά του κατορθώματα μας άφησε αιώνια παρακαταθήκη τον πλούτο των απομνημονευμάτων του. Περιγράφουν άριστα την εποχή ,τους ανθρώπους και τα γεγονότα. Μας δείχνουν όμως και την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που έφτιαξαν την ελεύθερη Ελλάδα.
«Εκεί οπού ‘φκειανα της θέσεις εις τους Μύλους ήρθε ο Ντερνύς να με ιδή. Μου λέγει. Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάμετε με τον Μπραϊμη αυτού; Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις και εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σε αυτές της θέσεις της αδύνατες. Και αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριώμαστε με έναν τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μάς και μένει και μαγιά. Και ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Και όταν κάνουν αυτείνη την απόφασην, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση οπού είμαστε σήμερα είναι τοιούτη. Και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς. Τρε μπιέν. Λέγει και αναχώρησε ο ναύαρχος».
Και όταν οι Έλληνες έκανα έναν διαφορετικό αγώνα για να πετύχουν την παραχώρηση Συντάγματος από τον Βασιλιά Όθωνα ο Μακρυγιάννης με έκδηλη πίκρα για τα οράματα της επανάστασης που χάθηκαν λέει:
«Και μας πήραν εις τα χέρια όλους ο λαός. Χάλευαν να μπούνε από τα παλεθύρια εις το παλάτι. Τότε τους μίλησα να ‘χουν την μεγαλύτερη αρετή και πατριωτισμόν. Εμείς θέλομεν να μας δώσει ο Βασιλέας μας εκείνο οπού αποχτήσαμεν με το αίμα μας και θυσίες μας , οπού το κατεπάτησεν κι ο Καποδίστριας. Οι δυνάμεις τον οδήγησαν να μας δώσει Σύνταμα, όταν τον αναγνώρισαν βασιλέα μας και ήρθε εδώ , και υπεσκέθη κι ως σήμερον δεν το ‘βαλε σ ‘ενέργεια. Να το βάλη τώρα και είναι Βασιλέας μας , και να μας κυβερνάγη συνταματικώς. Δι ‘αυτό αδελφοί ,σηκωθήκαμεν και κιντυνέψαμεν».

Επίσης παραδίδει ένα διαχρονικό μάθημα σε όλους μας για την αξία της ομαδικότητας και της σύμπνοιας
« ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κ’ εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι· όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι’ όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ» , ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί».
Τελευταίο άφησα  τον θρυλικό πολέμαρχο της Ρούμελης , τον «γιο της καλογριάς» τον «γύφτο» ,τον «μούλο» τον Στρατηγό Γεώργιο Καραϊσκάκη. Τον άνθρωπο που συμπύκνωνε μέσα του όλα τα ελαττώματα και τα προτερήματα της Ελληνικής φυλής.
Ισχνός ,νευρικός φιλάσθενος, με σιδερένια θέληση, φιλόδοξος , φιλότιμος , καχύποπτος , γενναιώδορος ,βωμολόχος ,ευρηματικός , γενναίος…………………………..κ.α.
Χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας του η συνάντησή του με τον Κιουταχή στη Ναυαρχίδα του Γάλλου Ναυάρχου Δεριγνύ
Ο Καραϊσκάκης χαιρετά το  Γάλλο Ναύαρχο και τους άλλους κάνει πως δεν τους γνωρίζει.
«-δεν χαιρετάς στρατηγέ τους βεζυράδες του λέει ο Δεριγνύ
-δεν ξέρω ποιοι είναι  ….του αποκρίνεται..
-είναι ο Ρούμελη Βαλεσή και ο Ομέρ Πασάς  του λένε ..
-ας είναι καλά τους είπ…ε
- πώς τα περνάς Καραϊσκο ρωτά ο Κιουταχής
-καλά πασά μου…
- δεν έλπιζα να πάρεις τόσο κόσμο στο λαιμό σου, έλεγα πως πως θα’ ρθεις στα Μπιτόλια να με προσκυνήσεις και να σου δώσω όλα τα βιλαέτια από την Άρτα ως τον Έγριπο.
- Εγώ να σε προσκυνήσω; Ρούμελη  Βαλεσή εσύ , Ρούμελη Βαλεσή και εγώ, 
γιατί Πασά μου θέλετε το άδικο και δεν μας αφήνετε να ζήσουμε κι εμείς στον τόπο οπού γεννηθήκαμε;
-πάντα με το σπαθί μας τον
είχαμε και με το σπαθί μας τον ξαναπαίρνουμε αποκρίνεται ο Κιουταχής
-Μαζί σας οι Έλληνες ψωμί να ματαφάνε δεν γίνεται
Σε γράμμα του ο Καραϊσκάκης προς τον Κολοκοτρώνη με ημερομηνία 12 Αυγούστου 1826 γράφει :
«Κατά περίστασιν ανταμώθημεν εις την φρεγάτα του Δερινί την δευτέραν ημέραν της υστερινής μάχης εγώ ,ο Χελιώτης και ο καπ. Ψαριανός με τον Κιουταχή , τον Ομέρ Πασά και άλλους . κατ ‘αρχάς εξιπάσθηκα , ογλήγορα όμως εφιλιωθήκαμεν , και ελπίζω να του κοστίσει η φιλία μου .Είπαμεν πολλά ,εκείνος με την ιδέαν ότι έχει ραγιάδες τους  Έλληνας και εγώ με την ιδέαν μου ότι είμεθα ελεύθεροι».
Όλοι αυτοί πέρασαν στο πάνθεον των ηρώων και μας κληρονόμησαν την ελευθερία μας ,την πατρίδα μας ελευθερωμένη ,την περηφάνια μας , την αξιοπρέπειά μας.
Εμείς πρέπει να είμαστε περήφανοι γι’αυτούς και για τους παλαιότερους και να στεκόμαστε αντάξιοί τους με έργα παρά με λόγια .
Δεν νομίζω να ήταν και τόσο περήφανοι για μας τους Νεοέλληνες και την κατάσταση που φέραμε τη χώρα μας.
Όπως επίσης και γι ‘αυτόν τον ορυμαγδό των απαξιωτικών χαρακτηρισμών που μας προσάπτουν.
Μήπως κάποιος από τους ηγέτες μας πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων;

Με τιμή
Γρηγόρης Γιοβανόπουλος
Δάσκαλος


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ