Βέροια: “Η απαρχή του Μακεδονικού ζητήματος” από τον Ιωάννη Μοσχόπουλο σε εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου - Πνευματικό μνημόσυνο υπέρ αποβιωσάντων δικηγόρων (βίντεο)

 

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Βέροιας σε συνεργασία με την Επιτροπή Διαχειρίσεως Περιουσίας Κληροδοτήματος Αναστασίου Κάππου, διεξήγαγαν εκδήλωση όπου τελέστηκε το ετήσιο πνευματικό μνημόσυνο υπέρ των αποβιωσάντων δικηγόρων, και ακολούθησε ομιλία του Ιωάννη Μοσχόπουλου με θέμα την απαρχή του Μακεδονικού ζητήματος.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με χαιρετισμό του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας Φώτη Καραβασίλη.

Ο κ. Καραβασίλης αφού καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους στην καθιερωμένη εκδήλωση που κάνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Βέροιας κάθε χρόνο την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, αναφέρθηκε με λίγα λόγια στον αείμνηστο κ. Κάππου, που υπήρξε, όπως είπε, μεγάλος δωρητής του Δικηγορικού Συλλόγου αλλά και της πόλης της Βέροιας και ήταν και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας στις δεκαετίες του '20 και του ΄30.

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου διάβασε τα ονόματα των αποβιωσάντων δικηγόρων και κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη τους.

Μετά την τέλεση του πνευματικού μνημόσυνου, ακολούθησε βράβευση της Παρθένας Αμανατιάδου, πρώτης μαθήτριας (η επιλογή έγινε με κλήρωση καθώς τέσσερις μαθήτριες είχαν τον ίδιο βαθμό) απόφοιτης Λυκείου Βέροιας. Το βραβείο παρέλαβε ο πατέρας της από τον Δήμαρχο Βέροιας.

Στη συνέχεια στο βήμα ανέβηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Μοσχόπουλος, ο οποίος μίλησε για την απαρχή του Μακεδονικού ζητήματος.

 

Δικηγορικός Σύλλογος Βέροιας-Ετήσιο πνευματικό μνημόσυνο-Ομιλία Γιάννη Μοσχόπουλου 30/1/2019

 

 

Ιωάννης Μοσχόπουλος: “Η απαρχή του Μακεδονικού Ζητήματος”

 

Από το 1833 έως τα μέσα του 19ου αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε εισέλθει σε περίοδο βαθιών μεταρρυθμιστικών αλλαγών στην προσπάθειά της να μετατραπεί σε κράτος δυτικού τύπου. Οι αλλαγές του Τανζιματ (μεταρρύθμιση) αποτέλεσαν το έναυσμα για την εμφάνιση του Βουλγαρικού εκκλησιαστικού ζητήματος και συνέβαλαν στην αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Βουλγάρων. Ζήτησαν λοιπόν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με την ίδρυση της ανεξάρτητης εκκλησίας τους και τον προσδιορισμό των ορίων δικαιοδοσίας της στη Μακεδονία και στη Θράκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 49 επαρχίες του οικουμενικού θρόνου στη βαλκανική χερσόνησο, οι Βούλγαροι διεκδικούσαν τις 30. Την εποχή εκείνη προωθούνταν σχέδια βαλκανικής σύμπραξης και προγράμματα εξεγέρσεων σε διάφορες υπόμονες επαρχίες.

 

Οι Έλληνες με την περιορισμένη γνώση των πολιτικών εξελίξεων που σημειώνονταν στη βόρεια βαλκανική συνέχιζαν να εμμένουν στο δόγμα της μεγάλης ιδέας, ότι η Μακεδονία ολόκληρη μέχρι τα Σκόπια έπρεπε να περιληφθεί στο μελλοντικά διευρυμένο εθνικό κράτος.

 

Όμως το 1867 στη Μόσχα διεξήχθη συνέδριο με 75 αντιπροσώπους από όλες τις Σλαβικές χώρες. Σ' αυτό δόθηκε έμφαση στους θεσμούς γλώσσας και αίματος των Σλάβων, και τονίστηκε η ανάγκη λύσης των σλαβικού ζητήματος υπό την αρχηγεία της Ρωσίας.

 

Μετά το συνέδριο εμφανίστηκε το φαινόμενο του Πανσλαβισμού που πρέσβευε τη συσπείρωση και κίνηση των σλαβικών λαών με σκοπό την πολιτική ανεξαρτησία καθώς και την πνευματική ένωσή τους.

 

Στις 27 Φεβρουαρίου 1870 με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η βουλγαρική εκκλησία. Στα όρια της αρχικής δικαιοδοσίας της περιλαμβάνονταν και ορισμένες μητροπόλεις της Βόρειας Θράκης και της Άνω Μακεδονίας. Όμως το 10ο άρθρο του φιρμανιού της εξαρχείας προέβλεπε την επέκταση της δικαιοδοσίας του Βούλγαρου Έξαρχου σε περιοχές της οθωμανικής επικράτειας όπου τα 2/3 του πληθυσμού θεωρούνταν Βούλγαροι ή δήλωναν σχετική επιθυμία. Αυτή ήταν η πιο επίμαχη διάταξη που υποδαύλιζε την ένταση των εθνικών ανταγωνισμών.

 

Έτσι, μετά το 1870, ξεκίνησαν οι βουλγαρικές ενέργειες για την βίαιη προσέλευση των χριστιανικών πληθυσμών σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας και για την εγκατάσταση εξαρχικών παπάδων στις εκκλησίες και Βούλγαρων δασκάλων στα σχολεία.

 

Μετά από αυτό, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1872 κήρυξε την Εξαρχεία σχισματική. Από τη στιγμή εκείνη, η ελληνοβουλγαρική διένεξη και για φιλονικούμενες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης έμπαινε στη φάση του ανοιχτού ανταγωνισμού. Παράλληλα οι εδαφικές διεκδικήσεις της Βουλγαρίας είχαν προσδιοριστεί με τρόπο αρκετά σαφή. Δηλαδή ότι ο Βισελτζαφ, ο Αλιάκμονας, αποτελούσε το φυσικό όριο μεταξύ Σλάβων και Ελλήνων.

 

Οι Έλληνες πρόξενοι εισηγήθηκαν ενεργότερη ανάμειξη του ελεύθερου κράτους στα Μακεδονικά πράγματα. Στις εισηγήσεις τους ζητούσαν αφενός να διαγραφεί το βόρειο τμήμα της Μακεδονίας ως αδιαμφισβήτητα σλαβικό και αφετέρου να ενισχυθεί γενικά η εκπαιδευτική, εκκλησιαστική και εθνική δραστηριότητα στην κεντρική ζώνη της Μακεδονίας και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σλαβόφωνες κοινότητες.

 

Στο ελληνικό βασίλειο οι ιθύνοντες δεν μπόρεσαν γρήγορα να συνειδητοποιήσουν τις ραγδαίες εξελίξεις που σημειώνονταν στις παρυφές του βόρειου υπόδουλου ελληνισμού.

 

Η πνευματική ηγεσία όμως της χώρας, στις τάξεις της οποίας συγκαταλέγονταν επιφανείς Μακεδόνες, δεν άργησε να πάρει πρωτοβουλίες. Έτσι άρχισαν να ιδρύουν συλλόγους, με σκοπό τη σύσταση, ενίσχυση και ανάπτυξη σχολείων στη Μακεδονία καθώς και σε άλλες υπόδουλες επαρχίες. Τότε η Μακεδονία βοηθήθηκε με αποστολές σχολικών βιβλίων και δασκάλων με κατάρτιση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και με οικονομική ενίσχυση των φτωχώτερων σχολικών εφορειών.

 

Στη διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης που έγινε το Δεκέμβριο του 1876, παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία μεγάλα τμήματα της ελληνικής Μακεδονίας με εξαίρεση τις περιοχές της Κοζάνης, της Θεσσαλονίκης, της Χαλκιδικής και των Σερρών. Η ρύθμιση εκείνη ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από τους ελληνικούς πληθυσμούς όλου του Μακεδονικού χώρου. Όμως τον Απρίλιο του 1877 κηρύχθηκε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Στις 8 Ιανουαρίου του 1878 έπεσε στα χέρια των Ρώσων η Ανδριανούπολη. Όταν στα τέλη Ιανουαρίου τα ρωσικά στρατεύματα πλησίαζαν την Κωνσταντινούπολη, ο ελληνικός στρατός έπαιρνε διαταγή να εισβάλλει στη Θεσσαλία. Η αποστολή σωμάτων στη Μακεδονία έγινε εσπευσμένα και ασυντόνιστα. Στο μεταξύ τα ρωσικά στρατεύματα έφτασαν έξω από τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης και την ίδια μέρα που συγκροτήθηκε η προσωρινή κυβέρνηση των επαναστατών του Ολύμπου και των Πιερίων, δηλ στις 19 Φεβρουαρίου 1878, υπογράφτηκαν οι προκαταρκτικοί όροι της Συνθήκης Ειρήνης του Αγίου Στεφάνου ανάμεσα στη ρωσική και τουρκική πλευρά με την οποία επέβαλαν στους Τούρκους την ίδρυση εδαφικά τεράστιου ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους.

 

Οι Ρώσοι πίεσαν ώστε στα όρια του βουλγαρικού κράτους να περιλαμβάνονται πολλές ελληνικές πόλεις και επαρχίες όπως το Μοναστήρι, η Καστοριά, η Έδεσσα, η Καβάλα και άλλα ελληνικά κέντρα.

 

Το σύνολο σχεδόν της Μακεδονίας περιέχοντας τη μεγάλη Βουλγαρία με εξαίρεση τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τις περιοχές νότια της Βέροιας, Καστοριάς, που παρέμεναν Οθωμανικές. Δηλαδή τότε η Ημαθία θεωρούνταν μια από τις απώτατες βόρειες επαρχίες του ελληνισμού.

 

Φυσικά αυτές οι ρυθμίσεις ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων σε ολόκληρο τον Ελληνισμό. Αμέσως επαναστάτησε η Πιερία, τα δικά μας Μελικοκόρια, χάρη στις πρωτοβουλίες του Επισκόπου Κίτρους Νικολάου, του Αρχηγέτη των Βλάχων του Βερμίου Παύλου Πατραλέξη και πολλών λιστανταχτών.

 

Όμως ο ελληνικός στρατός ανακλήθηκε διότι στο μεταξύ είχε υπογραφεί ήδη ρωσοτουρκική ανακωχή αλλά οι εξεγέρσεις πλέον συνεχίστηκαν στα Πιέρια με σκοπό τώρα να προκληθεί ελληνικό ζήτημα στο συνέδριο της Ειρήνης.

 

Οι ένοντες αντιδράσεις των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας στα προβλεπόμενα από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, οι αλλεπάλληλες αναφορές τους προς την ελληνική κυβέρνηση, τις μεγάλες δυνάμεις και το Πατριαρχείο, προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ξένων διπλωματικών αντιπροσωπειών.

 

Η Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου δεν κράτησε παρά μερικούς μήνες.

 

Η σφοδρή αντίδραση των μεγάλων δυνάμεων, συνέβαλε αποφασιστικά στην προώθηση των ελληνικών θέσεων. Έτσι στις αρχές Μαΐου του 1878 συγκλήθηκε το συνέδριο του Βερολίνου. Για την επίσημη ελληνική πολιτική υπήρχε καθορισμένο ένα ελάχιστο πρόγραμμα εδαφικών διεκδικήσεων. Ως προς τη Μακεδονία και τη Θράκη όμως, στην ελληνική πλευρά αρκούσε η αποτροπή της ενσωμάτωσής τους στη Βουλγαρία. Τότε η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε ηγεμονία υποτελής του Σουλτάνου αλλά το βουλγαρικό κράτος συρρικνώθηκε σημαντικά, αφού η Μακεδονία επιστράφηκε στους Οθωμανούς, και δημιουργήθηκε η αυτοδιοικούμενη επαρχία της ανατολικής Ρωμυλίας. Ωστόσο οι Βούλγαροι δεν ξέχασαν ποτέ το κράτος που τους είχαν αρχικά υποσχεθεί οι Ρώσοι και ιδίως τα “χαμένα εδάφη” της Μακεδονίας έγιναν αντικείμενο των επεκτατικών τους ονείρων.

 

Οι απογοητευμένοι Βούλγαροι αντέδρασαν και αποφάσισαν να στραφούν στον ένοπλο αγώνα. Ο έντοντα αλυτρωτικός προσανατολισμός τους υποδήλωνε σαφέστατα ότι σύντομα θα εκδήλωναν τη διάθεσή τους να επιλύσουν προς όφελος τους το Μακεδονικό ζήτημα.

 

Η επανάσταση του 1878 στα Πιέρια δεν έφερε την ελευθερία στους Μακεδόνες, αλλά συνετέλεσε ώστε τα σύνορα της Ελλάδας να φτάσουν μέχρι τη Μακεδονία. Το Φεβρουάριο του 1881, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συμφώνησε να παραχωρήσει στην Ελλάδα τη Θεσσαλία. Από τότε η Μακεδονία και η Ήπειρος, που είχαν παραμείνει στην Οθωμανική Επικράτεια, έγιναν ο αμέσως επόμενος στόχος για την ένταξή τους στα σύνορα του ελληνικού βασιλείου.

 

Μετά όμως από την προσάρτηση της ανατολικής Ρωμυλίας με πολιτικοστρατιωτικό πραξικόπημα το Σεπτέμβριο του 1885, και τη σαφή αύξηση της επιρροής των Βουλγάρων στη Βαλκανική, η ελληνική πολιτική κατανόησε ότι έπρεπε να αποδεχτεί τη σλαβική κυριαρχία στη βόρεια ζώνη της Μακεδονίας.

 

Κρίθηκε όμως πως η μεσαία ζώνη έπρεπε με κάθε θυσία να αντιρρηθεί στην ελληνική επιρροή του. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη δημιουργία σχολείων στα κυριότερα χωριά της μεσαίας ζώνης. Στις αρχές του 1890, ορισμένοι Βούλγαροι διανοούμενοι κατέληξαν σε μια νέα τακτική. Για να μην προβληθεί υπέρμετρα ο βουλγαρικός χαρακτήρας του κινήματος τους και για να αντληθούν οι αντιδράσεις των Ελλήνων, των Σέρβων και ορισμένων μεγάλων δυνάμεων που εναντιώνονταν στην ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, υιοθετήθηκε το φιλελεύθερο αλλά απατηλό σύνθημα “Η Μακεδονία στους Μακεδόνες”. Με το σύνθημα αυτό, οι Βούλγαροι πρωταγωνιστές της ιδέας διακήρυσσαν ότι όλοι οι Μακεδόνες, δηλαδή όλες οι εθνότητες που ζούσαν στη Μακεδονία, θα αγωνίζονταν για μια αυτόνομη Μακεδονία. Για το σκοπό αυτό, το 1893, ίδρυσαν την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, το ΒΟΥ.Ε.Μ.Ε.ΡΟ ή στα ελληνικά ΕΜΕΟ.

 

Στο πλαίσιο της νέας επιθετικής πολιτικής που χάραζαν οι ΒΟΥ.Ε.Μ.Ε.ΡΟ από το 1894 οι Βουλγαρικές Οργανώσεις δημιούργησαν τα πρώτα ένοπλα σώματα και τα έστελναν για δράσεις στη Βόρεια και Κεντρική Μακεδονία.

 

Τη στιγμή που άρχισε να διαγράφεται η μεγάλη βουλγαρική εξόρμηση στη Μακεδονία, ο ελληνισμός βρέθηκε διχασμένος, οικονομικά ασθενής και διπλωματικά απομονωμένος.

 

Όμως η εισβολή των Βουλγαρικών Σωμάτων στη Μακεδονία, επέδρασε ως καταλύτης για μια νέα κινητοποίηση με σκοπό τη διάσωση της Μακεδονίας.

 

Κάτω από την πίεση των γεγονότων στην Κρήτη και τη Μακεδονία, ορισμένοι νέοι αξιωματικοί, ίδρυσαν στην Αθήνα το 1894 την Εθνική Ιδέα. Σε λιγότερο από δυο χρόνια είχε διευρύνει την επιρροή της, είχε συγκεντρώσει τεράστιους οικονομικούς πόρους, και είχε δημιουργήσει παραρτήματα στο Βασίλειο και σε πόλεις της Μακεδονίας.

 

Μετά την πτώση της κυβέρνησης Τρικούπη, στις εκλογές του 1895, ανέλαβε η κυβέρνηση Δηλιγιάννη. Τότε η Ελληνική Εθνική Εταιρεία ήταν κι αυτή σε θέση να στείλει στη Μακεδονία καλά εξοπλισμένα σώματα που είχαν συγκροτηθεί από Μακεδόνες εγκατεστημένους στο Βασίλειο.

 

Κυριότερος από αυτούς ήταν ο Αθανάσιος Μπρούφας. Το σώμα του αποβιβάστηκε στη Σκάλα Ελευθεροχωρίου, προχώρησε στα Πιέρια και στο Βέρμιο. Στη θέση Καράτια του Ξηρολίβαδου νίκησε το Οθωμανικό απόσπασμα ξεσηκώνοντας κύματα ενθουσιασμού στο πανελλήνιο.

 

Από τα μέσα της δεκαετίας 1890-1900, η Βουλγαρική πολιτική είχε επιδιώξει με επίσημη αίτηση της προς την Πύλη την παραχώρηση αυτονομίας στη Μακεδονία ανάλογη με εκείνη της Κρήτης.

 

Αυτό έβρισκε αντίθετη την ελληνική κοινή γνώμη και πολιτική, που φοβόταν πως η αυτονομία της Μακεδονίας, ευνοούσε τα βουλγαρικά συμφέροντα και τον διακριτισμό της Μακεδονίας, ενώ στόχευε στη μελλοντική προσάρτιση μιας αυτόνομης Μακεδονίας όπως έγινε με την Ανατολική Ρωμυλία. Πλέον ούτε οι Βούλγαροι ούτε οι Σέρβοι έκρυβαν τις προθέσεις τους σε περίπτωση γενίκευσης αναταραχής να επέμβουν για να αποκομίσουν εδαφικά οφέλη κυρίως στην Μακεδονία.

 

Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη με αφορμή την ανακήρυξη της ζήτησε ηγεμονία, παρασύρθηκε από στοιχεία ανεύθυνα που ζητούσαν την εφαρμογή μεγαλοϊδεατικής εθνικής πολιτικής σε εποχή που δεν είχε συντελεστεί καμία προετοιμασία και κήρυξε τον πόλεμο κατά της ισχυρά οργανωμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Στις 5 Απριλίου 1897 άρχισαν οι εθνοπραξίες τόσο στα Μακεδονικά όσο και στα Ηπειρωτικά σύνορα που κατέληξε σε βαριά ήττα του ελληνικού στρατού.

 

Η Ελλάδα καταδικάστηκε σε επιζήμιο συνοριακή ρύθμιση και σε πληρωμή αποζημιώσεως τεσσάρων εκατομμυρίων τουρκικών λιρών.

 

Το ελληνικό κράτος συγκέντρωσε το ποσό αυτό με δάνειο και έτσι η χώρα υπήχθη σε διεθνή οικονομικό έλεγχο.

 

Η κακή έκβαση του πολέμου, προκάλεσε και την εύνοια της Πύλης υπέρ των βουλγαρικών επιδιώξεων.

 

Οι Βούλγαροι στη Μακεδονία μπορούσαν πλέον ευχαιρέστατα να πιέζουν τα Πατριαρχικά χωριά, να καταλαμβάνουν εκκλησίες και σχολεία και να τα εξαναγκάζουν να δηλώνουν ότι προσφορούν στον εξαρτισμό.

 

Παράλληλα άρχισαν να εισχωρούν στο Μακεδονικό χώρο νέα ένοπλα σώματά τους τα οποία υπό το σύνθημα “Η Μακεδονία στους Μακεδόνες” ήθελαν να εμφανίσουν το χώρο σαν να βρίσκεται σε κατάσταση εξέγερσης. Αλλά στην πραγματικότητα, με έξυπνο τρόπο, εξυπηρετούσαν τις ιδιοτελείς βουλγαρικές εθνικές επιδιώξεις. Με το πρόσημο της δημιουργίας αυτόνομου Μακεδονικού κράτους, επεδίωκαν να κινητοποιήσουν όλες τις εθνικές ομάδες που συνυπήρχαν στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας προς όφελος της Βουλγαρικής ιδέας.

 

Η ηττημένη πλέον Ελλάς δεν μπορούσε να προβάλλει καμία απαίτηση για τα εδάφη της Μακεδονίας.

 

Στα επόμενα χρόνια, η επίσημη ελληνική πολιτική, χαρακτηριζόταν μόνιμα από την άτολμη και χλιαρή, “άψογη” στάση, δηλαδή την τουρκοφοβική στάση της απέναντι στο Μακεδονικό ζήτημα.

 

Άμεση συνέπεια ήταν ότι η Μακεδονία γινόταν ανταρτοκρατούμενη από τις πολλές ένοπλες βουλγαρικές ομάδες που έστελνε το κομιτάτο τους.

 

Οι έλληνες μακεδόνες μπροστά στη βουλγαρική κινητοποίηση απαιτούσαν πλέον ανάλογη ελληνική δράση. Αλλά αυτό δεν ερχόταν. Μέσα σε αυτό το νοσηρό κλίμα τίποτα δεν προϊονιζόταν την εκπληκτική εθνική ανάταση, που έμελλε να συντελεστεί στα αμέσως επόμενα χρόνια με τον Μακεδονικό αγώνα και τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ