Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Οι αφίσες του Γαλλικού ‘Μάη’ - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Με ένα κατατοπιστικό της άρθρο που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα πολιτικού-καλλιτεχνικού περιεχομένου (με έντονο αριστερό αποτύπωμα) 'Το Περιοδικό', η Αντιγόνη Σούφλα εστιάζει στις αφίσες και στο ίδιο περιεχόμενο των αφισών που κυκλοφόρησαν και τοποθετήθηκαν σε δρόμους του Παρισιού και μη, κατά την διάρκεια του περιώνυμου 'Μάη' του 1968, της εξέγερσης και του ευρύτερου εξεγερσιακού 'πράττειν' για το οποίο ο Σάββας Μιχαήλ επισημαίνει ό,τι «ο Μάης του '68 στη Γαλλία ήταν η κορυφαία στιγμή μιας διεθνούς πλημμυρίδας που κάλυψε όλο τον πλανήτη από το Μπέρκλεϋ ως την Κίνα, από το Μεξικό ως την Ιταλία, από την Αργεντινή ως τη Γερμανία, την Τσεχοσλοβακία και την Ιαπωνία, ενός κύματος παγκόσμιας επαναστατικής ριζοσπαστικοποίησης και αναταραχής που συνδέθηκε με τη χρονιά 1968 αλλά στην πραγματικότητα απλώθηκε σε μία σχεδόν δεκαετία, grosso modo την περίοδο 1967-1969».

Επρόκειτο, θεωρητικά, για την διαμόρφωση οιονεί εξεγερσιακών-επαναστατικών χαρακτηριστικών (για την διαμόρφωση μίας «επαναστατικής κατάστασης», με Λενινιστικούς όρους, κάνουν λόγο στην ανάλυση τους, οι Χριστόφορος Βερναρδάκης και Γιάννης Μαυρής), που παρεισφρέουν στους προσίδιους όρους αναπαραγωγής του αστικού κράτους, εγγράφουν συγκεκριμένες κοινωνικές-ταξικές απευθύνσεις (ο εμπρόθετος 'εργατισμός'), ανα-νοηματοδοτούν την πολιτική-ιδεολογική δυναμική και αναζήτηση διαφορικών κοινωνικών εναλλακτικών (όροι οργάνωσης μίας κοινωνίας), εντός χώρων εργασίας και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, συναρθρώνοντας παράλληλα την όξυνση της κοινωνικής-ταξικής δια-πάλης που πάνω της αξιο-θεμελιώνεται, πολιτικά και ειδολογικά, η οιονεί επαναστατική κατάσταση με την εκδήλωση ή αλλιώς με την διαρκή παρουσία στη δημόσια σφαίρα των κοινωνικών υποκειμένων που θέτουν στο επίκεντρο της διαλεκτικής κριτικής τους τόσο τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν και πλαισιώνουν την δράση του κεφαλαιοκρατικού κράτους, για να παραπέμψουμε σε έναν όρο που χρησιμοποιεί ο Νίκος Πουλαντζάς, όσο και τον 'κομματικοποιημένο γραφειοκρατισμό' των σοσιαλιστικών χωρών, με ιδιαίτερη σήμανση να αναδεικνύεται, η, ίσως για πρώτη φορά τόσο έντονα στη μεταπολεμική Ευρώπη του κοινωνικού κράτους, η υπέρβαση του «φόβου της αστυνομικής στολής», όπως το θέτει ο ποιητής Ηλίας Τσέχος, η δυνατότητα υπέρβασης της αστυνομικής, ήτοι κρατικής έγκλησης, 'Ε, Εσύ΄ (Λουί Αλτουσέρ), έγκληση που ενέχει τον 'Νόμο' ως επιτέλεση της 'διαφοράς' και 'επικαρπίας' της 'δικαιο-πολιτικής' που επι-ζητεί όταν δεν επιβάλλει την αναγνώριση διαμέσου της γλώσσας.

Οι αφίσες του εξεγερσιακού 'κύματος', του σπειροειδούς εξεγερσιακού 'κύματος', φέρουν και επαναπροσδιορίζουν τον πολιτικό και ιδεολογικό λόγο που αρθρώνεται, εγκαλούν μία 'πεζή' πραγματικότητα που δεν 'χωρά την φαντασία' ως συστατικό του κοινωνικού βίου (η 'φαντασία στην εξουσία), αφήνοντας χώρο στην ιδιαίτερο 'βιο-πολιτική της συσσώρευσης', προσιδιάζοντας στη μορφή του 'όλα είναι δυνατά' όσο και της συνύφανσης μεταξύ ιστορικά 'αναγκαίου' και στρατηγικά 'επιθυμητού' με απολήξεις μίας εκφραστικότητας που καθίσταται δεσπόζον γνώρισμα του κινήματος: 'η φαντασία στην εξουσία' ως λογοθετικό και πολιτικό 'πεδίο' ενός βαθυ-δομικά 'άλλου τρόπου' κοινωνικής οργάνωσης που, ευρισκόμενο σε 'φορτισμένη' αντίστιξη με την εξουσία ως σύστημα 'κανονικοποιημένων ιδεών και πρακτικών, σημαίνει την απορία που συμπυκνώνεται ως 'τι άλλο δύναται να σημάνει η φαντασία εκτός από πολιτική και πιο συγκεκριμένα, 'από τα κάτω πολιτική;'

Η Αντιγόνη Σούφλα, επισημαίνει την 'γενεαλογία' πίσω από την παραγωγή πολιτικών αφισών, τονίζοντας πως, «Το atelier populaire, το εργαστήρι του λαού, μία κολεκτίβα ιδρυμένη από πολιτικοποιημένους καλλιτέχνες , είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την σύλληψη αισθητικά, αλλά και ως προς το περιεχόμενο, του μηνύματος των αφισών που μοιράστηκαν και κολλήθηκαν τις ανοιξιάτικες μέρες του 1968. Όσοι απάρτιζαν το ατελιέ τάσσονταν συνολικά ενάντια στην καθιερωμένη θέση του καλλιτέχνη εντός της αστικής τάξης, που τον έθετε εκτός της κοινωνίας και επικεντρωνόταν στην προσωπική επιτυχία και ατομική δημιουργία. Στήριζαν πως σκοπός της τέχνης είναι να εμπνέεται από το λαό και τις ανάγκες του, και να επιστρέφει σε αυτόν. Γι’ αυτό άλλωστε στράφηκαν στην παραγωγή πολιτικής αφίσας άμεσα, κατά την εξέλιξη των απεργιών και διαδηλώσεων, προκειμένου να συνομιλήσουν με την κοινωνική ανάγκη που έχει προκύψει και επί της οποίας έχουν λόγο. Οι αποφάσεις για τη διαμόρφωση του υλικού, λαμβάνονταν κατόπιν καθημερινής συνέλευσης στο χώρο του εργαστηρίου, κατά την οποία συζητούσαν και ψήφιζαν αμιγώς όλοι όσοι είχαν ανάμειξη καλλιτεχνική και διαλεκτική πάνω στη παραγωγή της εικόνας. Οι αφίσες που δημιουργήθηκαν και επιλέχθηκαν να βγουν έξω στους δρόμους έχουν κάποιες διαφορές τόσο θεματολογικά όσο αισθητικά, καθώς όσο προχωρούν οι εξελίξεις, οι ιδεολογίες περιπλέκονται, αναδιαμορφώνονται και εμπλουτίζονται. Ωστόσο, διακριτή είναι σε όλες η μονοχρωματική επιλογή στο τύπωμα, το άμεσο και λιτό μήνυμα, συχνά ευθέως απευθυνόμενο στον αναγνώστη, οι ελάχιστες λεπτομέρειες, προκειμένου να μην αποσπάται η προσοχή του ματιού και της σκέψης από το ουσιώδες».

Οι αφίσες του 'Μάη', άλλοτε περισσότερο συνθηματολογικά και άλλοτε περισσότερο περιεκτικά στο βαθμό που εκ-φέρεται μία κεντρική, μία σημαίνουσα ιδέα (το όραμα ως 'απαρχή'), συμπεριλαμβάνουν μία μονοχρωματική κατεύθυνση με άμεσες όψεις 'συν-ταύτισης' και 'κινητοποίησης', κατεύθυνση η οποία απαντάται και στο κόμικ του Γάλλου David Prudhomme 'Ρεμπέτικο', εκθέτουν το μήνυμα και τα πολιτικά μηνύματα με διαστάσεις 'επείγοντος', ιδεολογικοποιώντας το περιεχόμενο τους. 'Nous sommes le pouvoir', αναγράφει χαρακτηριστικά μία αφίσα-τρικάκι, αναπαριστώντας, αφενός μεν, το πρόσημο της εξουσίας που δεν δύναται να είναι παρά 'εργατικό' με κυριότερο σημείο το εργαλείο δουλειάς (κατσαβίδι) στο χέρι ενός εργάτη, και, αφετέρου προσλαμβάνοντας την εξουσία υπό την κοινωνική συνθήκη της 'μαχόμενης πληθυντικότητας που αποδίδεται με ένα διφυές πλαίσιο που παραπέμπει σε καταστάσεις 'δυαρχίας'.

Από την μία πλευρά, ρητά δηλώνεται πως 'εμείς είμαστε η εξουσία', ονομάζοντας το κοινωνικό υποκείμενο (εργατική τάξη) που φέρει την εξουσία και δη την πραγματική, λαϊκή εξουσία στο 'τώρα' (που τίθεται απέναντι στην κρατική εξουσία), εκκινώντας από τους χώρους εργασίας και τους δρόμους, και υπενθυμίζοντας το αντίστοιχο συνθηματολογικό δείγμα του ΚΚΕ 'χωρίς εσένα γρανάζι δεν γυρνά, εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά', από την άλλη πλευρά, σημασιοδοτείται η δυνατότητα και η ικανότητα της ιστορικού τύπου, μελλοντολογικής μετάβασης σε μία βαθυ-δομικά 'άλλου τύπου' κοινωνική ολότητα, τότε που το 'εμείς είμαστε η εξουσία' θα προσλάβει το καίριο νόημα πραγμάτωσης του ανθρώπινου, με τις 'φύτρες' της λαϊκής-εργατικής εξουσίας να δομούνται στο 'τώρα'.

«Μια σημαντική παρατήρηση συνιστά το γεγονός ότι η αφίσα χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο ως κυρίαρχο μέσο πληροφόρησης των γεγονότων και καλέσματος του λαού στις μαζικές κινητοποιήσεις, αλλά έγινε η αντένα εξωτερίκευσης των ιδεωδών του κινήματος του Μάη με την μεγαλύτερη αμεσότητα. Ως εκ τούτου τα μηνύματα που γράφτηκαν δεν πήγαζαν μονάχα από τις αρχικές διεκδικήσεις του κινήματος, όπως αυτές διακηρύχθηκαν τις πρώτες μέρες του Μάη. Αυτό διαφαίνεται από την ευρύτητα των θεμάτων που –από απόσταση βλέποντας τα- κάλυπταν οι αφίσες: αρχικά εστίαζαν στην αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών και φοιτητών , στις οικονομικές ανισότητες και τη συσσώρευση των πόρων που προκαλούσε η γκωλλική κυβέρνηση, την ανελευθερία στην έκφραση και τη σεξουαλικότητα, ενώ σταδιακά οι προβληματισμοί διευρύνθηκαν γύρω από το ζήτημα των μεταναστών και της έννοιας των συνόρων, της υποκινούμενης πληροφόρησης και της προπαγάνδας των ΜΜΕ, της αλληλεγγύης και της αυτοοργάνωσης ως νέα πρόταση κοινωνικού μοντέλου, και πολλών άλλων ζητημάτων που προκαλούσαν βραδυφλεγή καταπίεση για δεκαετίες», τονίζει σχετικά η Αντιγόνη Σούφλα, θέτοντας στο επίκεντρο το περιεχόμενο των αφισών.

Ο πολιτικός λόγος 'κατασκευάζει' την 'πραγματικότητα' και τις προσλήψεις των εξεγερμένων, επανεπινοεί έναν διάστικτο προβληματισμό, αποφαίνεται χρησιμοποιώντας κωδικοποιημένους 'ορισμούς', εκεί όπου εκ νέου αρθρώνεται το και τα πλαίσια της ομορφιάς που ενσαρκώνεται και εκπληρώνεται συνάμα στην επιτέλεση του 'αγώνα στο δρόμο': 'La Beaute est dans la rue,’ ήτοι, η 'ομορφιά', πάντα κόκκινου χρώματος που συνιστά την ίδια επωνυμία της επαναστατικής διαδικασίας η οποία αντλεί από το ιστορικό υπόβαθρο της Παρισινής 'Κομμούνας' και της Ρωσικής Οκτωβριανής επανάστασης, ευρίσκεται στο δρόμο' και στη σημαντικότητα-περιεχομενικότητα της κοινωνικής-πολιτικής δια-πάλης, στις κινητοποιήσεις της νεότητας που με την μορφή ενός θηλυκού υποκειμένου δύναται να 'εκ-θεμελιώσει' εκ βάθρων την κρατική εξουσία (το συγκεκριμένο σχήμα συγγενεύει με την έννοια της «θεϊκής βίας» του Walter Benjamin), συσχετίζοντας διαρκώς και σε κατάσταση ρευστής ισορροπίας, την 'ομορφιά' με την δύναμη της 'υψωμένης γροθιάς', που ενσκήπτει φοιτητικά, εργατικά, έμφυλα και συλλογικά, εναντίον της κοινωνικής, ταξικής και πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Η ‘ομορφιά’ δεν αποτελεί παρά απείκασμα της εικόνας του ‘φλεγόμενου Παρισιού’, ‘οδόφραγμα’ και μαζί ‘ελπίδα διαρκούς εφόδου’.  

Η συνείδηση των εξεγερμένων είναι «εσωτερική μόνον γιατί είναι κοινωνική, και κοινωνική εφόσον εμπλέκει τα υποκείμενα», κατά την διαπίστωση της Δέσποινας Παπαδημητρίου. Η γλώσσα των αφισών τείνει σε μία καθολίκευση που ερείδεται σε μία σειρά αιτημάτων που τίθενται επιτακτικά σε μία ιστορικά μεταιχμιακή περίοδο, αναφέροντας την επανάσταση των μέσων επί της αλλοτριωτικής κουλτούρας του ‘εφησυχασμένου νοικοκυραίου’. Κολάζ, εικόνες, συνθήματα και ένας πολιτικός λόγος που διαρκώς συνθέτει την έννοια της ‘λαϊκότητας’ δομούν τον ‘Μάη’ του 1968 που προβάλλεται σε ‘ζωντανή μετάδοση’, στους δρόμους της Γκωλικής Γαλλίας.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ