Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Η εκλογική επίδοση του ‘Κινήματος Αλλαγής’ - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν την Κυριακή 7 Ιουλίου, η κομματική-πολιτική συσσωμάτωση που φέρει την επωνυμία ‘Κίνημα Αλλαγής’, έλαβε το 8,10% περίπου των ψήφων, καταλαμβάνοντας την Τρίτη θέση πίσω από τα κόμματα του ‘Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς’ και της ‘Νέας Δημοκρατίας’, τείνοντας σε μία ίδια κοινωνική-πολιτική ‘συνέχεια’ όσον αφορά το αποτέλεσμα των ευρωπαϊκών εκλογών που έλαβαν χώρα στις 26 Μαϊου, με τη διαφορά να έγκειται στη μικρή αύξηση του ποσοστού του κόμματος,, όπου από το 7,72% των ψήφων το κόμμα πλέον ‘εγγίζει’ το 8,1%, ενώ μία δεύτερη ανάγνωση, το ‘Κίνημα Αλλαγής’, με όρους σύγκρισης, με το 6,28% των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015, πετυχαίνει μία άνοδο της τάξεως περίπου των δύο ποσοστιαίων μονάδων, δίχως όμως να αποκτά μία ιδιαίτερη κοινωνική-πολιτική δυναμική που θα το καθιστούσε τον σημαίνον ‘τρίτο πόλο’ μεταξύ της ‘Νέας Δημοκρατίας’ και του ‘Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς’. 

Μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, η έμφαση δόθηκε, μονοσήμαντα, στο πλαίσιο της ‘λογικής’, που, ως αναφορά ανα-καλούσε, έστω και υπόρρητα, το εγχείρημα του Σημιτικού εκσυγχρονισμού (1996-2004), δίχως να επιχειρηθεί μία σφαιρική εναλλαγή έως σύνθεση των διακυβευμάτων των δύο εκλογικών αναμετρήσεων (με τις διαφορές που ενέχουν), ενώ παράλληλα, εξέλιπε μία πολιτική ανα-πλαισίωση των προεκτάσεων ή των συνεπειών της μνημονιακής-κρατικής διαχείρισης της βαθιάς οικονομική κρίσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, με σημείο αναφοράς την κυβερνολογική ‘ΣΥΡΙΖΑ’, κάτι που θα εδύνατο να επι-φέρει το ‘Κίνημα Αλλαγής’ στη ‘μήτρα’ (‘matrix’) και της δικής του βαθιάς κρίσης, που καθίσταται κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής και πολιτικής παρουσίας, χωρικής όσο και δημογραφικής κατανομής, εάν εστιάσουμε στις επιδόσεις του κόμματος στις νεότερες ηλικιακές κατηγορίες. Είναι δε χαρακτηριστικό το ό,τι, στην ηλικιακή κατηγορία 17-34 ετών, σύμφωνα με μία πρώτη ανάλυση του αποτελέσματος, το ‘Κίνημα Αλλαγής’ λαμβάνει το 5,7% των ψήφων, επίδοση αρκετά κάτω από τον εθνικό μέσο όρο του, αυξημένο όμως συγκριτικά με την αντίστοιχη επίδοση του στις πρόσφατες Ευρωεκλογές, στο εγκάρσιο σημείο όπου δεν παρατηρείται μία συστηματική αντιστροφή της τάσης ισχνής αναπαραγωγής της επωνυμίας ‘ΚΙΝ.ΑΛΛ/ΠΑΣΟΚ’ στη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία. 

Αντιθέτως, στις ηλικιακές κατηγορίες, 35-54 και 55+, το κόμμα παρουσιάζει μία αισθητή άνοδο, που δύναται να την αποδώσουμε, για την μεν πρώτη ηλικιακή κατηγορία, στην δυνατότητα της επενέργειας των συγγενικών σχέσεων που συμπληρώνονται από πολιτικές κοινωνικής συμπερίληψης (ίδια ‘υλικότητα) και ενίσχυσης (θέσεις εργασίας εντός κράτους) των σχέσεων κοινωνικής εκπροσώπησης του άλλοτε κυριαρχικού ‘ΠΑΣΟΚ’, στην άρθρωση ενός πολιτικού Κεντροαριστερής, ευρωπαϊκής ‘μετριοπάθειας’, στη δε δεύτερη ηλικιακή κατηγορία, ενσκήπτει και η παράμετρο της πολιτικής-ιδεολογικής εγγύτητας με τον συγκεκριμένο χώρο, όσο και της ιστορικής μνήμης που προτάσσει την ‘κληρονομιά ΠΑΣΟΚ’, συμπληρωμένη με αντι-δεξιά χαρακτηριστικά. 

Όσον αφορά, την χωρική-κοινωνική κατανομή της ψήφου στις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου, εκεί δια-φαίνεται το πλέγμα ανάδυσης του σχήματος ‘κέντρο/περιφέρεια’ ως προς την έκφραση υποστήριξης προς το ‘Κίνημα Αλλαγής’, σχήμα που φέρει πολωτικές όψεις, όψεις μίας χωρικής-κοινωνικής ανισορροπίας ορατής στην διασπορά της ψήφου: στο Λεκανοπέδιο της Αττικής που συμπεριλαμβάνει την κοινωνική-ταξική διάσταση ιδωμένη με χωρικούς όρους (συνοικίες/προάστια), το κόμμα υστερεί σημαντικά πλέον, έναντι της επίδοσης του ανά την επικράτεια, ενσωματώνοντας την ως άνω εμπρόθετη και ‘ζωτική’ αντίθεση και πόλωση, στην όλη κοινωνική και πολιτική του κίνηση και αποτελεσματικότητα. Η αύξηση των δυνάμεων του σε νομούς της χώρας,  από τον Έβρο έως την Κρήτη, δεν υπερ-καλύπτει την υστέρηση στα αστικά-μητροπολιτικά συγκροτήματα των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, επι-τείνοντας τις συνθήκες ανισορροπίας που εκφράζονται και ως αδυναμία συγκρότησης του ‘Κινήματος Αλλαγής’ ως ευδιάκριτου ‘πόλου’ στο εσωτερικό των πόλεων. Ο Παναγιώτης Κουστένης αναφέρει πως «η εκλογική φυσιογνωμία του έχει πλέον αλλοιωθεί σημαντικά, ειδικά μετά το 2015, κυρίως από τη δυσανάλογη διατήρηση των δυνάμεων του σε κάποιες περιοχές με αποκλειστικό σχεδόν κριτήριο τα τοπικά δίκτυα κάποιων υποψηφίων και τις πιθανότητες εκλογής τους».

Τώρα, η πολιτική στρατηγική του ‘Κινήματος Αλλαγής’, ιδιαίτερα κινήθηκε μεταξύ του πρόσημου της ‘αντι-δεξιάς’ κατεύθυνσης, που όμως, προέβη στη διχοτομική αναφορά περί ‘παλαιάς’ (‘Ν.Δ’) και ‘Νέας Δεξιάς’ (‘ΣΥΡΙΖΑ’), υπό την έννοια μίας εκ νέου νοηματοδότησης που φέρει τον ‘ΣΥΡΙΖΑ’ στη θέση της ‘Νέας Δεξιάς’ που ασκεί ‘συντηρητικές’ πολιτικές’, λειτουργώντας ως το ‘άλλο συμπλήρωμα’ της ‘Νέας Δημοκρατίας’ (‘νεοφιλελευθερισμός/λαϊκισμός), με σημείο αναφοράς το όνομα του πρώην Πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή και της περιώνυμης ‘Καραμανλικής συνιστώσας’ εντός ‘ΣΥΡΙΖΑ΄.

 Επρόκειτο για μία μονοσήμαντη και αναγωγιστική προσέγγιση, από την στιγμή που δεν διαβλέπει το ‘φορτισμένο’ πεδίο σύγκλισης των δύο κομμάτων πάνω στο έδαφος της ‘μνημονικοποίησης’, και της μεταβολής των όρων αναπαραγωγής κοινωνικών τάξεων-μερίδων τάξεων, της ‘επισφαλειοποίησης’ της εργασίας για μερίδες της εργατικής τάξης, της αναπαραγωγής μνημονιακών-κρατικών προταγμάτων υπό την μορφή της ‘μεταμνημονιακής εποπτείας’ (με ό,τι σημαίνει για τον ελληνικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, για τον τραπεζικό-χρηματοπιστωτικό τομέα), κάτι που όμως προϋπέθετε ‘διαπραγμάτευση’ και ‘σύγκρουση’ με τον ‘γενεαλογικό’, κρισιακό ‘εαυτό’ του. Η έμφαση δόθηκε στην ‘μεσαία τάξη’, η οποία και αποδόθηκε, από πολιτικά κόμματα (‘Κίνημα Αλλαγής’/’Ν.Δ’) και από τον δημοσιογραφικό λόγο μονολιθικά, ωσάν να μην ενυπάρχουν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της, τείνοντας σε αυτό που ο Ανδρέας Πανταζόπουλος αποκαλεί ως «κοινωνικό πρόκριμα στα νέα μεσαία στρώματα» που συνοδεύεται από την  δυνατότητα της ανα-τοποθέτησης τους σε μία ‘νέα Ελλάδα ανοιχτών οριζόντων’, αφήνοντας εκτός πεδίου αναφοράς και ανάλυσης στρώματα και μερίδες της εργατικής τάξης, τις προκείμενες της και Σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής της αναδιανομής-μετατόπισης πόρων που προϋποθέτει ‘ρήξεις’ και εγκάρσιες τομές στο κοινωνικό και πολιτικό ‘σώμα’, σε εγχώριο και σε διεθνές επίπεδο, την ανα-τοποθέτηση απέναντι σε ένα «ευρωπαϊκό (σ.σ: για την ευρωπαϊκή «υπερεθνική κρατικότητα» κάνει λόγο ο Θέμης Τζήμας), κράτος προσαρμογής των αρχών του 21ου αιώνα που δεν αποτελεί εθνική αλλά διεθνή δομή- ένα υπερκρατικό καθεστώς που συντονίζει τα έθνη-κράτη, δίχως μια δημοκρατική υπόλογη κυβέρνηση αλλά με ένα σύνολο δεσμευτικών κανόνων: μέσω της «διακυβέρνησης» αντί μιας κυβέρνησης, έτσι που η δημοκρατία να τιθασεύεται από τις αγορές αντί να συμβαίνει το αντίστροφο».

 Με αυτούς τους όρους, πολιτικά και κοινωνικά, δεν επιδιώχθηκε η συμμετοχή των συνδικαλιστικών οργανώσεων που πρόσκεινται στο ‘Κίνημα Αλλαγής’ στο εκλογικό ‘παίγνιο’, με σημάνσεις μίας διαρκούς ‘αλληλοτροφοδότησης’ και εκκίνησης από την κοινωνική ‘βάση’ του φορέα. 

 Επίσης, εξέλιπαν, από το οργανωμένο κόμμα, το με ποίους τρόπους δύναται να επιτευχθεί μία συστηματική αναβάθμιση του Κοινοβουλίου, σε επίπεδο νομοθετικής συνεισφοράς και δράσης. Εάν δε, προβούμε σε μία υπόθεση εργασίας, υποστηρίζοντας πως ο Ευάγγελος Βενιζέλος ανήκει, με βάση την εννοιολογική διάκριση που επιχειρεί ο Mattei Dogan, μεταξύ «ισχυρών κοινοβουλευτικών» (great parliamentarians) και «απλών αντιπροσώπων» (ordinary deputies), στην κατηγορία των «ισχυρών κοινοβουλευτικών», ένα ερώτημα που ανακύπτει είναι το εάν η αποχώρηση του από το ‘Κίνημα Αλλαγής’, μετά από την απόφαση της Φώφης Γεννηματά για την τοποθέτηση του Γιώργου Καμίνη ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας, διαδραμάτισε ρόλο στην εκλογική επίδοση του κόμματος, όπως επίσης και ποια πολιτικά χαρακτηριστικά προσέλαβε αυτή η απόφαση, υπό το πλαίσιο της ‘αντι-δεξιάς στρατηγικής’ που υιοθέτησε το ‘Κίνημα Αλλαγής’, και της προσέλκυσης υποστηρικτών του κόμματος του ‘Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.’

Σε ποιο βαθμό το πρόγραμμα του κόμματος κατέστη ‘κτήμα’ της οργανωμένης βάσης του, με τα μέλη του να συμβάλλουν στην κατάρτιση και στον εμπλουτισμό του;   Στο πεδίο όπου, σε ένα πρωταρχικό επίπεδο, σηματοδοτείται και εκφράζεται η έννοια της «επικοινωνίας και της μεσολάβησης» (mediation), της Susan Scarrow, που εντρυφεί στους όρους επικοινωνίας και ώσμωσης μεταξύ κομματικής ηγεσίας και κομματικών μελών, το εύρος της μεσολάβησης-διαμεσολάβησης της σχέσης κομματικής ηγεσίας και μελών από τα κεντρικά όργανα του κόμματος και τις οργανώσεις του πολιτικού κόμματος. 

Όμως, πέραν αυτών, ήταν το στρατηγικό διακύβευμα κατάκτησης της τρίτης θέσης, έτσι όπως ετέθη από το ‘Κίνημα Αλλαγής’, τουλάχιστον την τελευταία διετία, που συνέβαλλε στην άσκηση κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής πίεσης (από κοινού με την ‘Νέα Δημοκρατία’), προς την πλευρά της Χρυσής Αυγής, όπως και στην κοινωνική, πολιτική και εκλογική της υποχώρησης με έναν νέο τρικομματικό άξονα εντός κομματικού-πολιτικού συστήματος, να συγκροτείται: δίπλα στο δικομματισμό ‘χαμηλής έντασης’ μεταξύ ‘Νέας Δημοκρατίας’ (με την ιδιαίτερη ‘επενδυσιο-κεντρική’ προσέγγιση της),  και ‘Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς’, τοποθετείται το ‘Κίνημα Αλλαγής’, που άρθρωσε έναν πολιτικό-ιδεολογικό λόγο με αντι-φασιστικές όψεις, που συνυφαίνονταν με μνημονικές, πολιτικές κινήσεις, όπως ήταν αυτή της επίσκεψης της Φώφης Γεννηματά στο Κερατσίνι, στον τόπο της φόνευσης του Παύλου Φύσσα από τον Γιώργο Ρουπακιά, μέλος ‘Τάγματος Εφόδου’ της Χρυσής Αυγής, τον Σεπτέμβριο του 2013. 

Η κατάκτηση της τρίτης θέσης από το ‘Κίνημα Αλλαγής’, με την αντίστοιχη εκτόπιση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής, η αύξηση του ποσοστού του κύρια μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων (2015-2019), είναι παράγοντες που δεν δυνάμεθα να παραγνωρίσουμε, όμως, σε αυτή την περίπτωση, οι όροι της ‘Πασοκοποίησης’ (‘κρατικοποίησης’), ή αλλιώς της «εκλογικής ΕΔΗΚοποίησης», του κόμματος (το Γκραμσιανό ‘υποκείμενο’), δεν αντιστρέφονται μαζικά, συνεπεία και της αδυναμίας να επανεφεύρει πολιτικά και ιδεολογικά, τον ‘εαυτό’ του, προτάσσοντας το καταστατικό του ‘φορτίο’. Οι μετεκλογικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, οι συνθήκες αναδιάταξης ή ανα-πλαισίωσης του μνημονιακού μπλοκ πολιτικών δυνάμεων,  και η τοποθέτηση του ‘Κινήματος Αλλαγής’ απέναντι σε αυτές, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εάν η μετεκλογική πορεία του 'Κινήματος Αλλαγής' εξαρτηθεί, ως έναν βαθμό και από την «πορεία της εσωκομματικής του πάλης» (αυτό είναι το θεωρητικό σχήμα ως προς την μελέτη του 'ΠΑΣΟΚ' την περίοδο 1974-1990), που υιοθετεί ο Βασίλης Ασημακόπουλος), τότε, αυτή η πορεία (που δεν καθίσταται 'στατική' και 'ευθύγραμμη'), δύναται να συμπληρωθεί από την δυνατότητα διαμόρφωσης ενός πλαισίου κοινωνικών απευθύνσεων, από την άρθρωση ενός πολιτικού λόγου που θα φέρει το περίγραμμα ενός 'δημοκρατικού ριζοσπαστισμού', ανα-καλώντας μία κομματική, ιστορική μνήμη που 'εκ-λείπει'.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ