Σαν σήμερα: 1 Οκτωβρίου 1960 - Η Κύπρος κηρύσσει και επισήμως την ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία

 

Την 1η Απριλίου 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.

Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυκτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ διάβασε στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου.

Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών.

Επίσης τότε ορίστηκαν οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.

Στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Την πρόταση έκανε η Μεγάλη Βρετανία και μία πρώην αποικία της, η Κεϋλάνη. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Πρόεδρο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Ακόμη, η παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Στις 13 Μαρτίου του 1961 η Κύπρος έγινε δεκτή στην Κοινοπολιτεία.

Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ' οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ' ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική
 
Στις 30 Νοεμβρίου του 1963, ο πρόεδρος Μακάριος διαβίβασε στον αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Φαζίλ Κιουτσούκ μνημόνιο στο οποίο περιέχονταν 13 σημεία για την αναθεώρηση του συνταγματικού καθεστώτος. Συνισταμένη των 13 σημείων ήταν η κατάργηση της χωριστής πλειοψηφίας (ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής) για την ψήφιση των νόμων καθώς και η θέσπιση ενιαίων δημοτικών συμβουλίων στους δήμους. Επίσης το πρώτο από τα 13 σημεία απέβλεπε στην κατάργηση του δικαιώματος αρνησικυρίας τόσο του προέδρου όσο και του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Των προτάσεων του Μακαρίου είχαν προηγηθεί διαβουλεύσεις του ιδίου με τον Βρετανό ύπατο αρμοστή σερ Άρθουρ Κλαρκ, ο οποίος τον είχε ενθαρρύνει. Παράλληλα επαφές είχαν και οι Τουρκοκύπριοι. Μάλιστα την επομένη, 1 Δεκεμβρίου,o αντιπρόεδρος της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων και πρόεδρος της τουρκοκυπριακής Βουλής Ραούφ Ντενκτάς έφτασε στο Λονδίνο για συνομιλίες με τον υφυπουργό για θέματα Κοινοπολιτείας Τζ. Τίλνι.

Οι προτάσεις Μακαρίου διατυπώθηκαν σε μία εποχή που υπήρχε κυβερνητική αστάθεια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, δηλαδή τις δύο χώρες που μαζί με την Βρετανία ήταν οι εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρά το ότι στόχος του Μακαρίου ήταν η διαμόρφωση ενιαίας εξουσίας στην Κύπρο, ωστόσο η κρίση που ακολούθησε ήταν η αρχή του εκ των πραγμάτων διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων, καθώς στις 29 Δεκεμβρίου επιβλήθηκε η διχοτόμηση της Λευκωσίας με την περίφημη "πράσινη γραμμή", όπως αποκλήθηκε λίγο αργότερα. Στις προτάσεις Μακαρίου απάντησε ο Κιουτσούκ αρνητικά, δηλώνοντας στις 3 Δεκεμβρίου ότι το ισχύον σύνταγμα θα πρέπει να εφαρμόζεται στο σύνολό του. Ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Σπύρος Κυπριανού συναντήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τον ενημέρωσε για την κατάσταση στο νησί. Τον συνόδευε ο πρεσβευτής στην Αθήνα Νίκος Κρανιδιώτης. Στις 16 Δεκεμβρίου ο Τούρκος πρεσβευτής στη Λευκωσία επέδωσε απορριπτική απάντηση της Άγκυρας στις προτάσεις Μακαρίου, τις οποίες ο Κύπριος πρόεδρος είχε απλώς "γνωστοποιήσει" στις εγγυήτριες δυνάμεις. Ο Μακάριος με τη σειρά του απέρριψε την τουρκική απάντηση ως παρέμβαση στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τρεις ημέρες αργότερα συναντήθηκαν στην ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας, Σοφοκλής Βενιζέλος, Κύπρου Σπύρος Κυπριανού και Τουρκίας Κεμάλ Ερκίν. Παρά την αισιοδοξία του Βενιζέλου, η συνάντηση δεν μείωσε την ένταση που εν τω μεταξύ είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο. Πριν περάσουν 48 ώρες, τη νύκτα της 20ης προς την 21η Δεκεμβρίου άρχισαν επεισόδια στη Λευκωσία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τα οποία κορυφώθηκαν με εκατέρωθεν νεκρούς την ημέρα των Χριστουγέννων. Οι Τουρκοκύπριοι δημιούργησαν "γραμμή άμυνας" γύρω από την παλαιά πόλη και παράλληλα προσέβαλαν ελληνοκυπριακά προάστια στη βόρεια περιφέρεια της πόλης, απομονωμένα από την κυρίως ελληνοκυπριακή πλευρά. Ελληνοκύπριοι πολίτες αντιπαρατέθηκαν ενόπλως με τους Τουρκοκυπρίους, ενώ άλλοι υπό τον Νίκο Σαμψών έσπευσαν σε βοήθεια των Ελληνοκυπρίων που κατοικούσαν στο βόρειο προάστιο Ομορφίτα.

Κατά τις συγκρούσεις διαπράχθηκαν αγριότητες και από τις δύο πλευρές, οι οποίες έκτοτε δηλητηρίαζαν τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων τουρκικά πολεμικά σκάφη εμφανίστηκαν προ της Κύπρου. Την ίδια ημέρα βρετανικά τεθωρακισμένα οσχήματα παρενέβησαν μεταξύ των αντιμαχομένων στην Λευκωσία. Η απειλή τουρκικής εισβολής άρθη έπειτα από παρέμβαση του προέδρου των Η.Π.Α. Λίντον Τζόνσον και προειδοποίηση της Ε.Σ.Σ.Δ. προς την Άγκυρα. Στις 29 Δεκεμβρίου υπογράφτηκε συμφωνία κατάπαυσης των εχθροπραξιών και η Λευκωσία χωρίστηκε σε ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή από την "πράσινη γραμμή".

Μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την κατοχή του 1974, η Κυπριακή Δημοκρατία πρακτικά ελέγχει μόνο τα δύο τρίτα του νησιού, ενώ το βόρειο τρίτο κατέχεται παράνομα από την Τουρκία.
Το 1983 η Τουρκία παρανόμως ανακήρυξε τα κατεχόμενα εδάφη σε κράτος, ονομάζοντάς το «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου» , το λεγόμενο "ψευδοκράτος". Η ενέργεια αυτή καταδικάστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. Το "κράτος" αυτό αναγνωρίζεται σήμερα μόνο από την Τουρκία.

Η πρώην Υπουργός Εξωτερικών Ερατώ Κοζάκου-Μαρκουλλή με την πρώην Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον στην Ουάσινγκτον το 2011

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν την εισβολή οι εναπομείναντες εγκλωβισμένοι Ελληνοκύπριοι εκδιώχθηκαν και 120.000 έποικοι από την Τουρκία μεταφέρθηκαν στο βόρειο μέρος της Κύπρου. Επίσης αμέσως μετά την εισβολή οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν στο κατεχόμενο μέρος. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα το κατεχόμενο μέρος να κατοικείται κυρίως από Τούρκους (τους εναπομείναντες Τουρκοκυπρίους και δεκάδες χιλιάδες εποίκους).

Το 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ένα τμήμα του εδάφους να βρίσκεται υπό Τουρκική κατοχή. Αυτό σημαίνει ότι το κοινοτικό κεκτημένο εφαρμόζεται μόνο στο ελεύθερο μέρος της Κύπρου. Δηλαδή, η συμφωνία ένταξης καλύπτει την ένταξη ολόκληρης της Κύπρου, αλλά υπάρχει πρόνοια ώστε το κοινοτικό κεκτημένο να εφαρμόζεται μόνο στις ελεύθερες περιοχές, διότι αυτές είναι που ελέγχει η κυπριακή κυβέρνηση. Η μη εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στο βόρειο τρίτο του νησιού έχει γεωγραφική ισχύ και όχι κοινωνική, και η Τουρκική κοινότητα της Κύπρου απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα της ένταξης.

Την 1η Ιανουαρίου του 2008 το μέχρι τότε νόμισμα της Κύπρου, η Λίρα Κύπρου, αντικαταστάθηκε από το Ευρώ.

Πηγή: el.wikipedia.org/

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ