Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Για τις διαδηλώσεις στη Χιλή - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις στη Χιλή, που ενείχαν ως έναυσμα την κυβερνητική απόφαση για την αύξηση της τιμής στα εισιτήρια των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς (ΜΜΕ), προκάλεσαν μία εμπρόθετη άσκηση κρατικής-κατασταλτικής βίας από πλευράς των  αστυνομικών δυνάμεων της χώρας δίπλα στις οποίες έχουν προστεθεί και δυνάμεις των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, με τους νεκρούς να είναι ήδη 13. 

Όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα 'Info-war,' «με τον αριθμό των νεκρών να φτάνει πλέον τους 13, και την κατάσταση έκτακτης ανάγκης να συνεχίζεται, οι δυνάμεις του στρατού αντιμετωπίζουν με χαρακτηριστική βία τους διαδηλωτές, προσπαθώντας να επιβάλουν την απαγόρευση κυκλοφορίας που ισχύει τις νυχτερινές ώρες από το Σάββατο».

 Επρόκειτο για μία ιδιαίτερη 'κατάσταση εξαίρεσης' που δύναται να παραπέμψει στην «ιδέα του κυρίαρχου ως έμψυχου νόμου» σύμφωνα με την ανάλυση του Giorgio Agamben, ο οποίος σε αυτό το σημείο εστιάζει στα τελετουργικά των «ανομικών εορτών» δανειζόμενος τον όρο «έμψυχος νόμος» από τον L. Delatte, 'νόμου' που, διαμέσου της έγκλησης μίας κατάστασης που αξιο-θεμελιώνει πολιτικά και κοινοβουλευτικά την εφαρμογή 'κατάστασης εκτάκτου ανάγκης,' επι-ζητεί την εφαρμογή του στο σύνολο της επικράτειας, όντας προσίδια και μη, κανονικοποιημένη βία που τροφοδοτείται, αφενός με, από την αξίωση περί νόμου και όχι μόνο από την 'ισχύ' του, αφετέρου δε από τα κοινωνικά και πολιτικά διακυβεύματα που θέτει το κινηματικό μπλοκ. Η κρατική βία παραγάγει λόγους και  συμβολισμούς κοινωνικής-πολιτικής ‘εκκαθάρισης,’ όντας μεταιχμιακά προσδιορισμένη ως μη-εκκρεμές δεδομένο που παραμένει διακύβευμα εφαρμογής. Πότε και που; μοιάζει να ρωτά η κρατική πολιτική, η βιο-εξουσία που εγκαλεί μεταβαίνοντας στην περίοδο της καταστολής με καθημερινό περιεχόμενο που ασκείται ως ‘λόγος’ και ως ‘λογική συνέπεια,’ ομνύοντας σε μία ‘κοινωνική ειρήνη’ ως ‘τάξη.’ 

 Η βία ασκείται στο σύνολο αυτών των διαδηλωτών μέρος των οποίων τείνει σε αυτό που ο Σεραφείμ Σεφεριάδης αποκαλεί ‘συγκρουσιακή πολιτική,’ που εδώ προσλαμβάνει περιεχόμενο άμεσης δια-πάλης, προσεγγίζοντας τους όρους «διεύρυνσης και εντατικοποίησης της καταστολής» κατά την διαπίστωση του Δημήτρη Παπανικολάου,  δίχως να εκ-λείπει η διάσταση, μίας προληπτικού τύπου, λογοθετικής 'καταστολής,  της πολιτικής όσο και ηθικο-πρακτικής απο-νομιμοποίησης των κινητοποιήσεων που αποδίδονται σε μία 'χούφτα ταραξίες' εάν όχι σε μία μερίδα 'επικίνδυνων αναρχικών,' υπό το πρίσμα της αντανάκλασης αυτών των κινητοποιήσεων-διαδηλώσεων, με αρνητικούς όρους, στην καθημερινότητα και στην καθημερινή ζωή της πόλης, εκεί όπου στηλιτεύεται μία πρακτική συλλογικής 'μάζωξης' που θέτει 'προσκόμματα' στην εύρυθμη κοινωνική- εμπορική-παραγωγική (ίδιο τρίπτυχο) λειτουργία: 'ποιος ή ποιοι ωφελούνται από τις κινητοποιήσεις και την συνέχιση τους;' 

Ως προς το ζήτημα των κινητοποιήσεων στη χώρα της Νοτίου Αμερικής με τις έντονες μνήμες της στρατιωτικής δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοσέτ, δύναται να αναφέρουμε πως συμπεριλαμβάνονται στη χορεία των κινητοποιήσεων που την ίδια περίοδο έχουν εκδηλωθεί σε μία σειρά από χώρες και περιοχές, από την Καταλωνία έως το Εκουαδόρ και από  Λίβανο (ακόμη και την Γαλλία των 'Κίτρινων Γιλέκων') έως το Ιράκ, εγγράφοντας στο εσωτερικό τους, ως σημαίνον πλαίσιο, τα χαρακτηριστικά «μιας αγοραίας οικονομικής «ορθοδοξίας», σύμφωνα με τα λεγόμενα του Παναγιώτη Σωτήρη. 

Εάν δηλαδή η προωθούμενη αύξηση της τιμής των εισιτηρίων (που ελήφθη πίσω από την κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Πινέρα), κρίθηκε 'δυσβάσταχτη' και απετέλεσε την 'θρυαλλίδα' μίας δράσης που συναρθρώνει το επίδικο με την ιδιαίτερη διεκδίκηση του συγκροτώντας ένα 'ρεπερτόριο' που αποκτά κάθε φορά και καινούργια κοινωνική δυναμική, τότε, ενώπιον της δράσης, ενσκήπτουν βαθύτεροι λόγοι που άπτονται των κοινωνικών-ταξικών και χωρικών διαιρέσεων και ανισοτήτων ένα κατατοπιστικό 'πανόραμα' των οποίων προσφέρει ο δημοσιογράφος Τάσος Μαντικίδης, της ίδιας ανισοκατανομής πλούτου, φαινόμενο ιδιαίτερο έντονο στις χώρες της Νότιας Αμερικής και στη Χιλή, της ευρύτερης πλαισίωσης της επισφάλειας (εργασιακές σχέσεις και ανεργίας) που βιώνουν σημαντικά τμήματα των νεότερων γενεών και του μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων, πλαισίωση που σχετίζεται με το ζήτημα της αύξησης της τιμής βασικών αγαθών και της εν γένει ακρίβειας (βλέπε την πρόσφατη απόφαση της τοπικής κυβέρνησης του Βερολίνου για το 'πάγωμα' των τιμών των ενοικίων για μία πενταετία). 

Δίπλα σε αυτά τα πλαίσια, προκύπτει ο  αποκλεισμός από την ‘είσοδο’ αιτημάτων και προσδοκιών προς την θεσμική πολιτική που σχηματοποιείται στο υπόδειγμα 'δεν μας ακούνε,' καθώς σε ένα 'πνεύμα' μίας κοινωνικής και πολιτικοϊδεολογικής ριζοσπαστικοποίησης που εδράζεται στη δυνατότητα απο-κοπής από αυτό που θεωρείται ή προσλαμβάνεται ως γονεϊκή-γενεακή 'συνέχεια' και 'ενοχή,' σχετικά με την διαχείριση των δημόσιων και των πολιτικών  πραγμάτων. 

Πάνω στην τοποθέτηση των οδοφραγμάτων της σύγχρονης εποχής (βλέπε Λίβανος), δεν λαμβάνει ‘σάρκα οστά’ ο φόβος του κομμουνισμού για τον οποίο έκανε λόγο ο Καρλ Μαρξ σε μία εποχή εξεγέρσεων και επαναστάσεων στην Ευρώπη του 190ου αιώνα,  όσο η επι-τέλεση και η παρουσία μίας γενιάς που καθίσταται καθαυτό πολιτική παρουσία (τι δύναται να σημάνει πολιτική αξία; ), αφήνοντας πίσω το στερεότυπο ή διαφορετικά το ‘σύνδρομο’ της ‘αυτο-ενοχοποίησης’ για την δική τους κατάσταση που προσιδίαζε στο πεδίο μίας ιδιαίτερης ‘μεταφυσικής:’ ‘δεν είσαι αρκούντως ικανός, δεν προσπαθείς πολύ, δεν εκμεταλλεύεσαι τις πολλές ευκαιρίες που προκύπτουν, δεν εξελίσσεσαι,’ λόγοι που δομούν ένα ρητορικό σχήμα ανταγωνιστικό. ‘Τι πράττεις εσύ, ατομικά, για να αντεπεξέλθεις;’ 

Διαρρηγνύοντας μία τέτοια αναγωγιστική προσέγγιση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, το οδόφραγμα στήνεται ως αναζήτηση μίας νέας συλλογικής και πολιτικής ‘γλώσσας,’ με τον «κοινό λαό», εάν είναι δόκιμος ο όρος του Νίκου Ποταμιάνου που χρησιμοποιούμε, στη Χιλή να διεκδικεί την επανεπινόηση, πολιτικά και φαντασιακά, του δημόσιου χώρου και του δημόσιου εν γένει (τι θεωρείται ‘δημόσιο’ στις ημέρες μας; ), ενώπιον και εναντίον μίας καταστατικής βίας που δεικνύει τους όρους θεμελίωσης της συναίνεσης και δη της κοινωνικής συναίνεσης. 

Η κανονικοποιημένη θεσμικά βία που αναδεικνύει σώματα διαδηλωτών διαμέσου του ‘ίχνους’ που αφήνει σε αυτά,  μετατοπίζεται και προς την κατεύθυνση της ‘κοινωνικοποίησης’ της, καθότι η άσκηση της δεν ενσκήπτει εν κενώ, αλλά, αντιθέτως, νοηματοδοτεί τις προϋποθέσεις συγκρότησης ή ανα-συγκρότησης κοινωνικών συμμαχιών με σημείο αναφοράς το κράτος και τις πολιτικές του. Σε μία τέτοια κοινωνική, πολιτική συγκυρία, η δια-πάλη σημαίνεται και διαδικτυακά, φέρει και μία δημόσια και ψηφιακή σφαίρα-διάσταση, με την αναπαράσταση του ‘νοικοκυραίου΄ να εισέρχεται και πάλι στο προσκήνιο. Με την «λαϊκή συμμετοχή επί του πολιτικού» να εντείνεται στη Χιλή, η δια-πάλη διεξάγεται πάνω στο έδαφος της δυνατότητας ανα-θέσπισης των ορίων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, διαχείρισης και διεκδίκησης ενός άλλου τρόπου κοινωνικής ζωής.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ