Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Για τις διαδηλώσεις γυναικών στη Χιλή - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Την περασμένη Παρασκευή, στην πρωτεύουσα της Χιλής Σαντιάγο, έλαβε χώρα ένα ιδιαίτερα συμβολικό τελετουργικό, με περίπου 1.000 μαυροφορεμένες γυναίκες με λευκά μαντίλια, όχι μόνο να «αποτίουν φόρο τιμής», για τους νεκρούς των διαδηλώσεων στη Χιλή, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το άρθρο της ενημερωτικής ιστοσελίδας 'i Efimerida,' αλλά και να επιτελούν μία μορφή δημόσιου θρήνου για τους 20 νεκρούς των μαζικών διαδηλώσεων που μετεξελίσσεται σε κοινωνική εξέγερση που δύναται να ανα-προσδιορίσει τους όρους άσκησης πολιτικής στη Χιλή από πλευράς κράτους και πολιτικών δυνάμεων.

 Η εμπρόθετα ασκούμενη κρατική-κατασταλτική βία, ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο της κρατικής 'δικαιο-πολιτικής,' δεν τίθεται μόνο ως 'αποτέλεσμα' της αντίληψης περί του κράτους ως νόμιμου φορέα άσκησης του 'μονοπωλίου' της βίας όπως θέλει ο Βεμπεριανός ιδεότυπος, αλλά, από την άλλη, δύναται και να συμβάλλει στην «παραγωγή λόγου», για να παραπέμψουμε στην Αθηνά Αθανασίου,  στην παραγωγή συναινέσεων και αναπαραστάσεων (με ένα από τα σημεία αναφοράς την ίδια την έννοια της βίας), που «συγκροτούν το υποκείμενο».

 Εντός των συμφραζομένων των μαζικών κινητοποιήσεων στη Χιλή και της κρατικής βίας ως διακύβευμα που δεν 'αιωρείται' αλλά 'παραγάγει' προσίδια, τον 'Νόμο,' ανακύπτει η συγκεκριμένη γυναικεία τελετουργική επι-τέλεση που εν προκειμένω, δεν λαμβάνει τα χαρακτηριστικά ενός «θρήνου για τον εαυτό», κατά την αναλυτική διαπίστωση του Αλεξίου αλλά, περισσότερο προσιδιάζει προς το υπόδειγμα ενός συλλογικού ήτοι δημόσιου θρήνου για τις 'ζωές που χάθηκαν,' αντλεί από την 'φορτισμένη' αισθητική και τους συμβολισμούς της ημέρας πραγματοποίησης της (1η Νοεμβρίου, η 'Ημέρα των Νεκρών'), καθίσταται πολυπρόσωπη στο βαθμό που συμπεριλαμβάνει πολλά θηλυκά υποκείμενα που θρηνούν ως μία 'Μητέρα' ή αλλιώς, με την 'φωνή' της 'Μητέρας' (ενέχει ενδιαφέρον η αντιπαραβολή αυτής της επι-τέλεσης με την αντίστοιχη της 'Μάνας' στον 'Επιτάφιο' του Γιάννη Ρίτσου), νοηματοδοτώντας εκ νέου, αφενός μεν τον κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο του θανάτου (αρνητική αναπαράσταση, το 'κράτος ως θάνατος'), αφετέρου δε την παρουσία όσων 'έπεσαν για ένα σκοπό,' πράττοντας το 'σιωπηλά,' εκεί όπου είναι η στάση του σώματος που μεγεθύνει την 'τραγωδία' δεικνύοντας προς τον άξονα του θανάτου,  δηλαδή της ίδιας κρατικής βίας.

 Ενδεδυμένες με ρουχισμό μαύρου χρώματος ως του καθαυτό χρώματος του 'πένθους' το οποίο και αναπαράγεται διαμέσου μίας πορείας που δεν καταλήγει σε κάποιο νεκροταφείο αλλά στον τόπο από όπου 'εκκίνησαν όλα,' (Προεδρικό Μέγαρο), στον τόπο όπου σχηματοποιείται το περίγραμμα του συλλογικού 'θανάτου' (συλλογική είναι και η τελετουργική διαμαρτυρία), φέροντας λευκά φουλάρια ωσάν μοτίβο που παραπέμπει  στο πρόσημο της 'αθωότητας' ('ποιος έχει βάψει τα χέρια του με αίμα;'), των νεκρών διαδηλωτών, υπονοώντας συνάμα και την νεότητα τους, το 'άδικο' του 'θανάτου' τους, οι γυναίκες που συμμετέχουν, αυτή η ιδιαίτερη όσο και πολυπρόσωπη 'Μάνα' αναδεικνύουν τις πλαισιώσεις μίας σαφούς και 'φορτισμένης' αντίστιξης μεταξύ του 'Μαύρου' (θάνατος) και του 'Λευκού' ( 'αθωότητα' που εδώ 'καταπνίγει' εμποδίζοντας παροδικά την γλώσσα από το να εκφρασθεί), τροφοδοτούμενες από ένα διττό και ιστορικό υπόβαθρο. 

Υπό αυτό το πρίσμα, ανα-καλούν στη μνήμη, από τη μία πλευρά, την μαζική διαμαρτυρία-διαδήλωση που έλαβε χώρα στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου του 1944 όταν μετά από το 'αιματοκύλισμα' της κινητοποίησης του 'Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου,' (ΕΑΜ) επικεφαλής της πορείας τίθενται νεαρά κορίτσια σε μία 'ζωτική' υπόμνηση 'αυτού που προηγήθηκε,' με την όλη πορεία να δια-κρατεί εγκάρσια τα χαρακτηριστικά της πορείας-εξόδιου ακολουθίας,' που 'προειδοποιεί' διλημματικά υποστασιοποιώντας την έννοια του 'μαχόμενου λαού' ιδίως αυτός ευρίσκεται σε μία στιγμή 'κινδύνου,' και, από την άλλη, το πρόσημο της δράσης του κινήματος των ‘Γυναικών στα  Μαύρα’ στη Σερβία, οι οποίες και προβαίνουν σε έναν επίσης δημόσιο θρήνο για τους νεκρούς του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία, δρώντας υπό το πρίσμα μίας διεκδίκησης του χώρου και μίας αναφοράς του αντίκτυπου αυτού του θρήνου.

 Όπως τονίζει η Αθηνά Αθανασίου, «ακριβώς αυτή την εξιδανικευμένη ιδιότητα του τόπου- συμπεριλαμβανομένου του αρμόζοντος τόπου για την τέλεση του πένθους- εκ-τοπίζουν οι Γυναίκες στα Μαύρα, διεκδικώντας εκ νέου την πόλη, καθώς πραγματοποιούν τις ανοίκειες τελετουργίες πολιτικού πένθους για τον υποστασιοποιημένο Άλλο που χάθηκε».

 Διεκδικώντας εκ νέου τον χώρο και δη τον δημόσιο χώρο ως τόπο και ως ‘σφραγίδα’ του πένθους, τα θηλυκά υποκείμενα στη Χιλή πενθούν εν κινήσει, προβαίνοντας σε κάθε μία ξεχωριστή έγκληση του νεκρού και των νεκρών, δίχως όμως χρήση ή αλλιώς αναφορά των ονομάτων των νεκρών Χιλιανών, παραπέμπουν στον ιδεότυπο της ‘γυναίκας’ και της ‘μάνας’ που θρηνεί (μοτίβο που είναι κοινό στη δυτική και όχι μόνο, κουλτούρα), ‘διασχίζοντας’ άμεσα την ‘γραμμή’ του πένθους για να αποδώσουν τον νεκρό στη θέση του: στο πεδίο του δρόμου, εκεί όπου ‘έπεσε’ και ‘ανήκει.’ 

Παράλληλα, διεκδικώντας και πενθώντας στον δημόσιο χώρο, «υπονομεύουν την εθιμοτυπική ταύτιση των πένθιμων τελετουργιών με τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών» για να παραπέμψουμε και πάλι στην Αθηνά Αθανασίου, διασαλεύουν την κρατική ‘τάξη’ και τις κρατικές-θεσμικές ‘αφηγήσεις’ και ‘γλώσσες’ κινούμενες εκτός ιδιωτικού χώρου, του χώρου του θηλυκού υποκειμένου.

 Όσο περισσότερο οι γυναίκες που θρηνούν τελετουργικά και πολιτικά, πλησιάζουν προς ό,τι ο Danforth αποκαλεί ως «ρεαλιστική οπτική», οπτική που συναρθρώνεται ουσιωδώς με την συναισθηματική διαχείριση του πόνου και του πένθους, όπως επίσης και με την συνειδητοποίηση της απώλειας και ενός συγκεκριμένου θανάτου, τόσο περισσότερο η γλώσσα εκφράζεται (και δεν ‘απελευθερώνεται’ από κάποια ‘αόρατα δεσμά’), καθίσταται απτή και στοχευμένη, ιδίως όταν φθάνει ενώπιον του αναπαριστάμενου ως ‘τόπου της καταστροφής’, δηλαδή του Προεδρικού Μεγάρου του Σαντιάγο: «Δικαιοσύνη, αλήθεια, όχι στην ατιμωρησία», φωνάζουν οι γυναίκες που φορούν μαύρα αλλά δεν δακρύζουν, ομιλώντας και επιζητώντας για λογαριασμό πλέον των νεκρών «δικαιοσύνη, αλήθεια και την τιμωρία» των ενόχων.

 Ο θρήνος είναι αξιακά πολιτικός καθότι εδράζεται πάνω στο έδαφος της κινητοποίησης-εξέγερσης όσο και της αξιο-θεμελιωτικής βίας, προβάλλοντας, δίπλα στο πρόταγμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας (‘θα λάμψει η αλήθεια;’), τον λόγο του Blanchot. «Η ευθύνη μου για τον άλλο προϋποθέτει μια ανατροπή τέτοια ώστε δύναται μόνο να σημαδεύεται από μια αλλαγή στο καθεστώς του ‘’εγώ’’, μια αλλαγή στο χρόνο και ίσως στη γλώσσα».

 Η δική τους σιωπή σημασιοδοτεί στάσεις και πολιτικές ‘αφηγήσεις,’ κομίζοντας στη δημόσιο σφαίρα το πλαίσιο του ‘μαχόμενου’ αλλά προς ώρα ‘αδικαίωτου’ νεκρού με τέτοιον τρόπο ώστε το πρόταγμα περί δικαιοσύνης για τους νεκρούς στις διαδηλώσεις της Χιλής συγκλίνει με το αίτημα μίας απερίσταλτης κοινωνικής και πολιτικής δικαιοσύνης που εδώ τίθεται δραστικά, λιτά αλλά και δραματικά, μετρώντας βήματα. Ίσως και η ίδια η κρατική βία να αποτελεί πλαίσιο μίας πολιτικής ‘σύλληψης’ ενός έθνους και μίας χώρα που αντικρίζουν τον γκρεμό.

 Το όλο δρώμενο (συλλογικό ‘μοιρολόι’)  ενέχει τις προκείμενες του μητρικού θρήνου που δεν παύει να αποδίδει στον νεκρό και στους νεκρούς την 'σημασία' τους, προσλαμβάνοντας εκ νέου, δια του θανάτου, το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, δεικνύοντας έναν 'αστερισμό' παραγόντων: πόσοι εμπλέκονται σε έναν θάνατο που έχει συγκεκριμένο όνομα;

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ