Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Για το ‘Πρωινό Άστρο’ του Γιάννη Ρίτσου - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

H ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου που φέρει τον τίτλο 'Πρωινό Άστρο,' εκδόθηκε το 1955, όντας γραμμένη και αφιερωμένη στο νεογέννητη κόρη του, Έρη. 

Ο υπότιτλος της συλλογής είναι 'Μικρή Εγκυκλοπαίδεια Υποκοριστικών,' φανερώνοντας μία άμεση και περισσότερο 'παιγνιώδη' άσκηση πάνω στη γλώσσα από πλευράς ποιητή, με την χρήση προθημάτων όπως 'Κοριτσάκι μου,' 'Φαναράκια,' 'Λουλουδόσκονη,' αφενός μεν να συνθέτουν ένα ίδιο γίγνεσθαι 'ομορφιάς,' αφετέρου δε, να εναρμονίζονται με την συναισθηματική και ψυχική διάθεση του ποιητή για τον οποίο η γέννηση της κόρης του δεν δύναται παρά να σημάνει 'νέα ορμή,' ιδίως μετά από ό,τι προηγήθηκε την δεκαετία του 1940. 

Στο 'Πρωινό Άστρο' διαφαίνεται ένας Ρίτσος άμεσος και προσωπικός, εκφραστικός και παράλληλα εξομολογητικός προς την κόρη του Έρη, προσδιορίζοντας μία απεύθυνση που αξιο-θεμελιώνεται και στην υπόσχεση 'μεγαλώματος,' αντίληψη που 'επικοινωνεί' από την αντίστοιχη δημοτική φόρμα 'κοιμήσου και παρήγγειλα στην πόλη τα προικιά σου, στα Γιάννενα τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου,' με το δημοτικό υπόδειγμα να παραπέμπει σε ένα 'όμορφο' μέλλον. 

«Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων να σου φέγγουν τον ύπνο σου. Θέλω να σου φέρω ένα περιβολάκι ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας για να σεργιανάει το γαλανό ουρανό σου. Θέλω να σου φέρω ένα σταυρουλάκι αυγινό φως δυο αχτίνες σταυρωτές απ' τους στίχους μου να σου ξορκίζουν το κακό να σου φωτάνε να μη σκοντάψεις, κοριτσάκι, έτσι γυμνόποδο και τρυφερό στ' αγκάθι κ' ενός ίσκιου. Κοιμήσου. Να μεγαλώσεις γρήγορα. Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι, κι' έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό. Κοιμήσου».

 Από τους πρώτους στίχους του ποιήματος, διαφαίνεται η πρόθεση του ποιητή να καταστήσει σχεδόν 'ασυγκράτητη' την αγάπη του, διαμέσου της χρήσης του όρου «Κοριτσάκι μου», λειτουργώντας ως ένας ιδιαίτερος 'κομιστής' που δεν φέρει 'χρυσαφικά' και 'δώρα,' αλλά μοτίβα όπως 'λουλούδια' (τα χαρακτηριστικά ‘φαναράκια των κρίνων'), έντομα με ιδιαίτερα θετικούς συμβολισμούς όχι απλά ομορφιάς αλλά ενός 'κάλλους' που απαντάται στη χρωματική ποικιλία, όπως είναι η πεταλούδα, και, πρωταρχικά, στίχους που και σε αυτή την περίπτωση, δύνανται να 'ξορκίσουν' και να απομακρύνουν το κακό, φέροντας της την περιώνυμη 'καλοτυχία': εγγράφοντας και δημιουργικά ανα-πλάθοντας μοτίβα του δημοτικού τραγουδιού (όπως αντίστοιχα πράττει και στον μητρικό θρήνο του 'Επιταφίου'), ο ποιητής απευθύνεται στο δικό του 'Κοριτσάκι' (η 'κόρη' ως 'οικεία εικόνα'), προτρέποντας το να «μεγαλώσει γρήγορα», διαμέσου του ύπνου ως 'ζωοδοτικού' στοιχείου και ως επι-γενόμενου όρου 'ξεκούρασης' και 'ανεμελιάς' που δύναται να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη της 'περιουσίας' της, λιτής αλλά πολύτιμης. «Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι, κ' έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό».

 Σε αυτό το πλαίσιο, η Ριτσική ποιητική γραφή, «δεν λέγει την αλήθεια, τη βιώνει», όπως εναργώς επισημαίνει ο Γιώργος Βέλτσος, παραπέμποντας στον Rene Char, προβαίνοντας σε μία εμπρόθετη έγκληση μίας προσίδιας 'μοναδικότητας' που συντίθεται από κάθε ένα αντικείμενο που δεν 'φράζει' αλλά 'απο-καλύπτει' τον δρόμο, εκεί όπου η γέννηση της κόρης του, προσλαμβάνει τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά της 'αμοιβαιότητας,' προσφέροντας στον ποιητή μία ουσιωδώς διττή δυνατότητα: να γράψει ποίηση όσο και να μεγαλώσει μία ζωή, με τα δύο αυτά κεντρικά σημείο ενίοτε να διαπλέκονται. 

«Σ' ένα μαξιλάρι-φεγγαράκι το παιδί μου αποκοιμήθηκε. Όλη η πλάση στις μύτες των ποδιών κοιτάζει απ' το παράθυρο μας κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε. Όλα τ' αστέρια μια μυγδαλιά ανθισμένη αστέρια μπρος στο παράθυρο μας κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε».

 Με το μοτίβο του 'ύπνου' να επανέρχεται, επανεισάγοντας στην ποιητική συλλογή την παράμετρο της σημαίνουσας 'προϋπόθεσης' (ο 'ύπνος' ως 'προϋπόθεση, όχι μόνο σωματικής ανάπτυξης, αλλά και 'μεγαλώματος'), το ποιητικό 'πράττειν' δομεί μία ευρύτερη συνθήκη διάσπαρτη από πλαισιώσεις 'επικουρίας' στον ύπνο έως 'προστασίας,' θέτει στο επίκεντρο την σχέση πατέρα και κόρης που εδραιώνεται στους συμβολισμούς της 'γέννησης' που συμβάλλει στην ανάδειξη ενός γίγνεσθαι 'πλούσιου' από μεταφορές που καθίστανται 'οδηγός' εντός της ιστορίας, νοηματοδοτώντας, για τον ποιητή, αυτό που ο Σάββας Μιχαήλ (και από τον 'Πλου και Κατάπλου του Μεγάλου Ανατολικού'), ορίζει ως «άνευ ορίων και άνευ όρων», που εδώ δεικνύει την απερίσταλτη 'αγάπη' και πατρική τρυφερότητα. Εντός της ‘απώλειας’ σημείων αναφοράς, της γυμνότητας που δεν συνιστά παρά ανεστραμμένη πρόσληψη της ποίησης-ποιητικότητας, αυτό που μένει και επι-μένει είναι η θεμελιωμένη και ακόμη ‘εμβαπτισμένη’ στα νάματα της αγάπης σχέσης του υποκειμένου με την κόρη του.

 «Ένα αστέρι μου κλείνει το μάτι του μια πεταλούδα μου παίρνει το φλιτζάνι μου δυο χελιδόνια μου παίρνουν την καρέκλα μου τέσσερα περιστέρια μου παίρνουν το τραπέζι μου ένας αϊτός μου πήρε τα ρούχα μου γυμνός στον αέρα στον αέρα με παίρνει ο αέρας πούπουλο και φως. Μονάχα το χαμόγελο σου ένας ρόδινος κρίκος να πιαστώ. Κράτησε με».

Η τελευταία παράκληση λειτουργεί υπό το πρίσμα της μη-εντροπίας, εντοπίζει τις απαρχές της επιθυμίας που ανεβαίνει ‘αξιακά’ όσο και ‘διαφορικά,’ εναλλάσσει ή αλλιώς δύναται να συναρθρώσει το πρόταγμα της γενεαλογίας (η ‘συνέχεια της ζωής’),  με το πρόσημο μίας ιστορίας ‘απωλειών,’ ‘ενσαρκώνοντας’ ρυθμικά και ακατάπαυστα, το ίδιο σημαίνον της ‘αγάπης’ ως πρωταρχικής μορφής που εκ-θεμελιώνει μορφές εντροπίας: τι δύναται να σημάνει η ‘αγάπη’ εάν όχι στήριγμα σε δύσκολες στιγμές; 

Τι δύναται να σημάνει η αγάπη εάν όχι ‘τόπος’ όπου επι-τελείται το πραγματικό, όπου μορφοποιείται η απεύθυνση ενός πατέρα που συνειδητά και ρομαντικά απευθύνεται στη νεογέννητη κόρη του, χρησιμοποιώντας φόρμουλες που παραπέμποντας σε μία ‘σπερματική’ φύση και σε παράδοση έμβιων όντων που ‘αφαιρούν’ και κύρια ‘προστατεύουν, υπόρρητα ‘κατασκευάζοντας’ μία διχοτομική αντίθεση μεταξύ ‘ισχυρών’ που επιβουλεύονται το παρόν και το μέλλον και όχι κάποιου ασαφούς ‘λαού,’ αλλά μίας ‘ευαισθησίας’ που παράγεται ασύγγνωστα. Εδώ, η ‘ευαισθησία’ δεν αρκεί για να ‘σώσει τον κόσμο,’ αλλά επιδιώκει να συμβάλλει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για αυτό.  

Ο Γιάννης Ρίτσος στο ‘Πρωινό Άστρο’ διαμέσου της γέννησης της Έρης, διαβλέπει εκ νέου το γίγνεσθαι, ενώ παράλληλα «το ποίημα προσδιορίζει τον μόνο ταιριαστό τόπο στην εμπειρία της γλώσσας», κατά την διαπίστωση του Jacques Derrida, ήτοι την έννοια της ‘Δικαιοσύνης’ για το ‘παιδί’ και για τα ‘παιδιά του κόσμου,’ συγκλίνοντας, όχι τόσο με το ‘άνευ ορίων και άνευ όρων’ του Σάββα Μιχαήλ, όσο με την διαδικασία ενός ‘εξανθρωπισμού’ που συναρθρώνει τον ποιητή με την γλώσσα και με την ιστορία.

 «Που γύριζες κοριτσάκι πριν έρθεις; Εκεί που σμίγει η αγάπη της μητέρας και του πατέρα, εκεί που σμίγει η αγάπη των ανθρώπων είναι η πατρίδα σου». Η αφύπνιση του βρέφους σημαίνει και την αφύπνιση του ‘ήλιου’: «Ξύπνησες κοριτσάκι; Ξύπνησε ο ήλιος», προετοιμάζοντας το έδαφος για την συμβολική μετάβαση στον κόσμο, που καθίσταται εμφανής στο πλαίσιο του ‘περπάτα κοριτσάκι.’

 Δίπλα στο ‘Πρωινό Άστρο,’ δίπλα σε μία ευαίσθητη εξομολόγηση ενός πατέρα που ‘βρίσκει την θέση του στον κόσμο’ (διαδικασία εκπλήρωσης), τοποθετούνται το ποίημα ‘Μικρό τραγούδι για την Έρη,’ καθώς και η ποιητική σύνθεση ‘Παιχνίδια τ’ Ουρανού και του Νερού.’  Στις σημάνσεις της ποιητικής του Γιάννη Ρίτσου, ο δρόμος του κοριτσιού δεν δύναται να έχει ως κατεύθυνση την ‘ομορφιά’ και την ‘Δικαιοσύνη.

 Θέτοντας ως σημείο αναφοράς μία σχέση που παράγεται και μεγεθύνεται εντός ύπνου, ο ποιητής παρατηρεί διαμέσου της κόρης, την δική του μη ανώφελη πορεία, συγκροτώντας μία σφαίρα που αφήνει χώρο μόνο στο διττό πλαίσιο της σιωπής και του βλέμματος που από κοινού δομούν μία ‘κοινότητα αγάπης’ στο όριο (οριακότητα) του κόσμου, δια-κρατώντας την στιγμή που ανήκει στο δικό του λεύκωμα που εκκινεί με την γέννηση της κόρης του.  «Που μ’ έφερες δω πέρα, κοριτσάκι, έξω απ’ το χρόνο, έξω απ’ το χρόνο έξω απ’ τον ήχο».  Η γέννηση της Έρης συμπίπτει με την δημιουργία και συνακόλουθα με την ελπίδα καθότι παραλληλίζεται με την άνθηση της ζωής στο Ναγκασάκι εκεί όπου ύστερα από 10 χρόνια «ακούστηκε το πρώτο τζιτζικάκι». Η ζωή συντίθεται εκ νέου, στην οικία Ρίτσου και στο Ναγκασάκι, ως ανεπαίσθητος, ασταθής βηματισμός, αλλά πάντως βηματισμός.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ