Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Για την διαδικασία της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε. - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν), μετά από την μη χορήγηση ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων στην Αλβανία και στην Βόρεια Μακεδονία, μετά από αντιρρήσεις που εξέφρασε κύρια η Γαλλική Δημοκρατία, τον περασμένο Οκτώβριο, για λόγους που άπτονται της ίδιας της διαδικασίας διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε), προχωρά σε νέα θέσπιση κριτηρίων ένταξης χωρών.

Δύναται να αναφέρουμε ό,τι, η δυνατότητα ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρών όπως η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία (όπως θεσμικά ονομάζεται η χώρα μετά την υπερψήφιση της περιώνυμης 'Συμφωνίας των Πρεσπών'), ουσιωδώς αποτελεί το δεύτερο μεγάλο 'κύμα' διεύρυνσης ή και επέκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές (η τάση της, κατά Alain Badiou, «ζωνοποίησης», ενυπάρχει και εντός Ε.Ε), με το πρώτο, αυτό του 2003-2004, να οδηγεί στην ένταξη στην τότε Ευρωπαϊκή Ένωση χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, θέτοντας τις βάσεις για την εκκίνηση της διαδικασίας ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην Ένωση, διαδικασία που εκκινεί ήδη από τα τέλη ουσιαστικά της δεκαετίας του 1990. 

 Ενώ η ένταξη χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στην Ευρωπαϊκή κοινότητα έλαβε χώρα περισσότερο μαζικά και συστηματοποιημένα (με τον λόγο περί 'μετα-σοβιετικού 'εξευρωπαϊσμού' να κινεί ευρύτερες κοινωνικές τάξεις και όχι μόνο την αστική), προσδιορίζοντας ένα πλαίσιο θεσμικής-πολιτικής σύγκλισης, η ένταξη χωρών των Δυτικών Βαλκανίων πραγματοποιείται μεμονωμένα ή αλλιώς, ακόμη και 'περιπτωσιολογικά,' προσιδιάζοντας στο ίδιο υπόδειγμα της 'τμηματικής' διεύρυνσης που, εν προκειμένω, συναρθρώνεται με όρους γεω-πολιτικής, κάτι που διαφαίνεται στην περίπτωση της Βόρειας Μακεδονίας.  

Έτσι, μετά την άρνηση της Γαλλίας να συναινέσει σε ό,τι ορίζεται ως 'πολιτική διεύρυνση,' στρατηγική που αξιο-θεμελιώνεται στη 'δεσπόζουσα θέση' που έχουν αποκτήσει ιστορικά, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας-Ευρωπαϊκής Ένωσης (στην «προώθηση» της δημιουργίας της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης από την Γαλλία, αναφέρεται ο George Ross), 'θέση' που εκφεύγει ενός μονοσήμαντου 'οικονομισμού' που θέλει την Γαλλία να αντλεί ισχύ λόγω της οικονομικής της ισχύος, παραγνωρίζοντας την σημαίνουσα παράμετρο της πολιτικής-στρατιωτικής της δύναμης-δυναμικής (που πλέον φέρει και το βάρος της αμυντικής 'σταθεροποίησης' της Ένωσης, με την διαδικασία της εξόδου της Μεγάλης Βρετανίας από αυτή να ευρίσκεται 'εν εξελίξει'), η 'Κομισιόν' θέτει εκ νέου τα κριτήρια ένταξης αυτών των χωρών στην Ένωση.

 Μάλιστα, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα 'Η Καθημερινή,' τα κριτήρια ένταξης αυστηροποιούνται, με εμπρόθετο στρατηγικό διακύβευμα, όχι μόνο την ικανοποίηση της Γαλλίας, αλλά και την δυνατότητα εναρμόνισης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων με τις Ευρωπαϊκές νόρμες και αξίες. Με σημείο αναφοράς την Αλβανία και την Βόρεια Μακεδονία, η απεύθυνση των κριτηρίων ως πολιτική 'μεθοδολογία' συμπεριλαμβάνει την Σερβία, το Κόσοβο, την Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Μαυροβούνιο.

«Σύμφωνα με το σχέδιο, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις θα μπορούν «να ανασταλούν σε ορισμένους τομείς, ή να διακοπούν τελείως, εάν τα προβλήματα που αναφύονται είναι σοβαρά». Τα κεφάλαια που έχουν ήδη κλείσει μπορούν «να ξανανοίξουν» ή «να επανεκκινήσουν εξ αρχής». Το σχέδιο σκοπεύει στην άρση των αντιρρήσεων της Γαλλίας, που έθεσε βέτο στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Αλβανία και την Βόρεια Μακεδονία, παρά το γεγονός ότι και οι δύο χώρες πληρούσαν τα ισχύοντα κριτήρια. Εκτός της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας, τέσσερις χώρες των δυτικών Βαλκανίων ελπίζουν σε ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο, η Σερβία και το Κόσοβο. Η πρόταση της Κομισιόν δεν τροποποιεί τους κανόνες ένταξης. Όμως, το κεντρικό σημείο του σχεδίου, που φέρει τον τίτλο «Ενίσχυση της διαδικασίας ένταξης: μία αξιόπιστη ευρωπαϊκή προοπτική για τα δυτικά Βαλκάνια» είναι μία ένταξη που βασίζεται στην αξία και υπόκειται σε όρους. Μία υποψήφια χώρα θα πρέπει να αποδεικνύει ότι η υποψηφιότητά της «δεν μπαίνει στον αυτόματο πιλότο» και θα πρέπει να αντανακλά μία κοινωνική επιλογή εκ μέρους της για την «πλήρωση και τήρηση των υψηλότερων ευρωπαϊκών κανόνων και αξιών», αναφέρεται στο κείμενο».

 Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, θα επισημάνουμε ό,τι η όλη προσέγγιση σταδιακά καθίσταται πιο σφαιρική, επιδιώκοντας να υπερβεί την συγκεκριμένου τύπου, 'περιπτωσιολογία,' θέτοντας δίπλα σε Αλβανία και Βόρεια Μακεδονία μία σειρά άλλων χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, με τέτοιον τρόπο ώστε αντανακλάται η περιοχή των Βαλκανίων με περιφερειακούς, γεω-πολιτικούς έως ιμπεριαλιστικούς όρους.

 Και ως προς αυτό, θεωρούμε πως η στρατηγική διεύρυνσης-επέκτασης στην Βαλκανική χερσόνησο, με κρίσιμο σημείο την δυνατότητα ένταξης (που δεν καθίσταται γραμμική, δίχως εντάσεις και αντιφάσεις μεταξύ χωρών-μελών), χωρών που ανήκαν στην πρώην Ενιαία Γιουγκοσλαβία, εγγράφει τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν τον εξελισσόμενο ενδο-ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που εμπλέκει πλέον εντατικά μία σειρά χωρών όπως η Ρωσία αλλά και η Κίνα και στον οποίο ως οντότητα συμμετέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με αυτόν τον ανταγωνισμό να εξελίσσεται οικονομικά, πολιτικά (γεω-πολιτικά) αλλά και στρατιωτικά-τεχνολογικά (η τεχνολογική εξέλιξη συνιστά το ‘ανοιχτό βιβλίο’ της εποχής μας),  πέραν του διττού άξονα 'ατλαντισμός-ευρωπαϊσμός' (βλέπε τις αντιθέσεις-αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την εξωτερική πολιτική της Σερβικής Δημοκρατίας), η Ευρωπαϊκή στρατηγική προβάλλει αυτό που θεωρεί ως επέκταση σε τμήμα του 'ζωτικού της χώρου,' εκεί όπου συνυφαίνονται η 'φιλελευθεροποίηση' ('κράτος δικαίου') με την έννοια της 'ευημερίας' όσο και της κοινής, Ευρωπαϊκής ταυτότητας. 

 Για το «μπλοκ εξουσίας», για να παραπέμψουμε στην αναλυτική του Νίκου Πουλαντζά,  δεν υποκρύπτεται η ΄ζωτικότητα’ της όλης διαδικασίας η οποία και επιτελείται διαμέσου δια-ρρήξεων που άπτονται ιστορικών σχέσεων (και ιστορικής μνήμης), ανισομετρίας και πολιτικών προταγμάτων, εκ νέου αναφέροντας ή αλλιώς αναγνωρίζοντας, την πολιτική της ‘επανεθυγράμμισης’: εάν αρχικά τα πρωτεία ως προς την ένταξη τα είχαν η Βόρεια Μακεδονία και η Αλβανία, τώρα, στο προσκήνιο τίθενται και οι υπόλοιπες χώρες της Δυτικής Βαλκανικής, επανεπινοώντας τα όρια του ανταγωνισμού στις ‘παρυφές’ της Ευρώπης, υπενθυμίζοντας πλέον περισσότερο ευδιάκριτα τις διαστάσεις που προσέλαβε το πρώτο, μαζικό ‘κύμα’ της διεύρυνσης, που όμως δεν ενείχε τις όψεις μίας βαθιάς δημοκρατικής θέσμισης.

 Και είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα κατά πόσον έχουν συζητηθεί ενδελεχώς τα χαρακτηριστικά της προτεινόμενης διεύρυνσης προς την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, πέραν των κρατικών  και υπερ-κρατικών προτεραιοτήτων, όταν μάλιστα το και τα ζητήματα δημοκρατίας και λογοδοσίας λαμβάνουν τους όρους του ‘επείγοντος,’ προβάλλοντας, δίπλα στην εικόνα της ανισομετρίας, την έλλειψη αλληλεγγύης ευρωπαϊκού τύπου, όπως δείχνει η διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού από το 2016 και έπειτα. 

 Με βάση τα χαρακτηριστικά που αναδεικνύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ιδιαίτερη αξία λαμβάνει το «consensus omnium», ήτοι η «συναίνεση όλων», για να χρησιμοποιήσουμε μία φράση του Fraenkel, συναίνεση που δύναται να είναι ‘δεσμευτική,’ προς ό,τι ορίζεται ως «υψηλότερες ευρωπαϊκές αξίες και κανόνες». 

Μεταξύ ‘ομοσπονδιοποίησης’ και ‘εμβάθυνσης,’ η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ‘ατελής’ ένωση, συγκλίνει προς την κατεύθυνση συγκρότησης ‘επάλληλων μπλοκ’ με ανοιχτά ερωτήματα για την περαιτέρω πορεία της.

 Η αποδόμηση των κατά βάση πολυ-εθνικών κρατών της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας, κατέστη, από την δεκαετία του 1990 και έπειτα, ο ‘αιμοδότης’ της διεύρυνσης της Ένωσης προς περιοχές και χώρες, στο εσωτερικό των οποίων, ενίοτε, ο πολιτικοϊδεολογικός λόγος του εθνικισμού και του ‘εξευρωπαϊσμού’ συνυπήρχαν. 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ