Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Αυτή είναι η χώρα μου – Γράφει ο Ευάγγελος Πάλλας

 

«Σε μια πρώτη προσέγγιση, ο σημερινός δυτικός άνθρωπος -συμπεριλαμβανομένου και του νεοέλληνα- είναι ένα άτομο περιορισμένο στην καθαρά ιδιωτική του σφαίρα, ενδιαφέρεται μόνον για το βιοτικό του επίπεδο. Προσπαθεί με τα διάφορα καταναλωτικά «αγαθά» να συγκαλύψει την έλλειψη κάθε νοήματος αναφορικά με τη ζωή και τη θνητότητα του. Χειραγωγείται από τους πολιτικούς ή είναι τόσο αποκαρδιωμένος από την πολιτική κατάσταση, ώστε απέχει. Αποχαυνώνεται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Χαζεύει τα σήριαλ και χάφτει, κατά το μάλλον ή ήττον, αυτά που του σερβίρουν ως «νέα» οι τηλεοπτικοί συνάδελφοι σας. Η σημερινή κοινωνία είναι μια κοινωνία τηλεκατανάλωσης με διπλή έννοια.” «Εκείνο που κυρίως καταναλώνουν σήμερα οι άνθρωποι είναι τη-λε-ό-ρα-ση. Και μέσα από την τηλεόραση καταναλώνουν, δι’ αντιπροσώπου, τη φαντασίωση μιας ζωής που θα ήταν λεφτά, σεξ, εξουσία και βία».

Έτσι η γενιά μου που μεγάλωσε σε μια Ελλάδα της φτώχιας και της μιζέριας, που στο σχολείο οι δάσκαλοι τής έλεγαν «είμαστε μια χώρα φτωχή αλλά περήφανη με ένδοξο παρελθόν», που η μόνη της διασκέδαση ήταν το κυριακάτικο σινεμά (καμιά φορά και στα όρθια, γιατί δεν υπήρχαν θέσεις), που φορούσε τα ίδια ρούχα χρόνος έμπαινε χρόνος έβγαινε και πήγαινε στη δουλειά με τα πόδια και μόνο αν έβρεχε, έπαιρνε το λεωφορείο,  αυτή η γενιά πριν το καλοκαταλάβει, βρέθηκε με διαμερίσματα και εξοχικά, με τρία ιδιωτικά αυτοκίνητα ανά οικογένεια, με μικρά σκάφη, με σινιέ ρούχα, με απαραιτήτως θερινές διακοπές  και με τακτικές αποδράσεις για ψώνια στο Λονδίνο και τη Ρώμη, με φιλιππινέζες και ιδιωτικό διδακτικό προσωπικό για τους βλαστούς της, με φανταχτερά περιοδικά που πρότειναν το επιβεβλημένο lifestyle και με αλλόκοτα ρεστοράν που σέρβιραν αλλόκοτα και πανάκριβα εδέσματα.

Λέξεις που ακούμε καθημερινά όπως: διαφθορά, συντεχνίες, κομματικό κράτος, εξάρτηση στους ξένους, διαπλοκή, αναξιοκρατία, ανομία,… και επιπλέον, όροι όπως: «κόμπλεξ μειονεξίας», «αίσθημα μεγαλείου», «στείρα προγονολατρεία», «δικτατορία των μετρίων», «ψωροκώσταινα»… κοκ, ΟΛEΣ ΚΑΙ ΟΛΑ έχουν τις ρίζες τους εκεί, στα πρώτα χρόνια της εθνικής ζύμωσης. Τότε, που από ατομικές συμπεριφορές βγαλμένες από τη μήτρα τεσσάρων αιώνων δουλείας, σφυρηλάτησαν το φρόνημα ενός ολόκληρου λαού, και στο τέλος, αυτή καθ’ αυτή τη φυσιογνωμία κυβερνητών και κυβερνωμένων.
Τόσο οι εθνικές συμφορές, όσο και οι κατακτήσεις διαπλέκονται με τρόπο μοναδικό με τις μεγάλες ιδέες (από τη «Μεγάλη Ιδέα» ίσαμε τους Ολυμπιακούς του 2004) και την ερωτοτροπία στην εθνική κατάθλιψη. Λίγο μετά τον αρχικό ενθουσιασμό και το «ομπρός αδέλφια» ακολουθούν σχεδόν πάντα η καχυποψία, η μισαλλοδοξία και η σύγκρουση με τελικό νικητή ένα ΕΓΩ τόσο ψηλό που αδυνατεί να περάσει από το κατώφλι οποιασδήποτε ιστορικής πρόκλησης. Σπάει τα μούτρα του.

Γιατί άραγε συμβαίνουν όλα αυτά; Δεν θα επιχειρήσω απάντηση. Ωστόσο υπάρχουν εκεί έξω σοβαρές ερμηνείες από σοβαρούς στοχαστές (Καστοριάδης, Ράμφος, Κονδύλης, Λιαντίνης, Παπαγιώργης κ.α.). Όλοι τους είδαν το τέρας κατάματα και επιχείρησαν να το παλέψουν. Ναι, από διαφορετικές οπτικές και με διαφορετικά όπλα ο καθένας, αλλά το είδαν και το πάλεψαν. Αντ’ αυτού, το πολιτικό προσωπικό του τελευταίου αιώνα, αν τύχει και δει τον κύκλωπα – μιλάμε για τις καλές περιπτώσεις – τού πετά σαΐτες. Οι εξαιρέσεις ελάχιστες.

Ας πούμε μερικές πικρές αλήθειες. Ας ξεκινήσουμε από κάτω, από χαμηλά, από συμπεριφορές και νοοτροπίες που τις συναντάμε κάθε μέρα γύρω μας, στους φίλους μας, στους γείτονες, στους εαυτούς μας. Ποιοι είμαστε; Τι είμαστε; Πώς κινούμαστε; στο σπίτι, στο δρόμο, στη δουλειά… στην παραλία. Ποια περηφάνια; Ποια αξιοπρέπεια; Ποιος πολιτισμός; Ποια κουλτούρα; Φρόνημα κουτοπόνηρου ραγιά βλέπω, κλασικούς χαβαλέδες με έτοιμη την παρλαπίπα στο στόμα, γραβατομένα κουτσαβάκια με καθαρό βρακί, λερωμένους πισινούς και βρώμικο χνώτο. Και αγώνα υπέρ πάντων για την τιμή της μαμάς, την παρθενιά της κόρης… και της Παναγιάς. Γιατί ακριβώς «γαμάμε και δέρνουμε» σε ένα σπίτι ψυχιατρείο χωρίς ψυχίατρο. «Είμαστε και πολύ χάι» στην αγορά, στο γραφείο, στο αυτοκίνητο, στο πεζοδρόμιο, στο γήπεδο, στην κρεβατοκάμαρα. Με χούφτες στην τσέπη πότε τα ψυχοφάρμακα και πότε τα διεγερτικά. Έτσι είναι. Γιατί χωρίς ντόπα δεν λειτουργεί ούτε το μυαλό ούτε το κορμί όταν δεν έχει απόθεμα συνείδησης. Τι είναι αυτή; Είναι πολλά, αλλά κυρίως το αποτέλεσμα από το συχνό στήσιμο μπροστά στον καθρέπτη μας.

Λεβεντιά και φιλότιμο, ανθρωπιά και μπέσα, υπευθυνότητα και αγωγή, είναι στοιχεία ξένα στο πετσί μας. Και άσε τη σαβούρα της πολιτικής και των media να λέει. Αυτός είναι ο κανόνας! Πώς καταντήσαμε έτσι; Ή μήπως ήμασταν έτσι, και τα βιβλία της ιστορίας μας έριξαν κολόνια στον απόπατο; Τι θέλω να πω; Δώσε προσοχή στο ακόλουθο. Στην Επανάσταση, όταν συστάθηκε υποτυπώδης διοίκηση και άρχισε να πληρώνει τους μισθούς των αγωνιστών από το πρώτο δάνειο, συνέβη κάτι που οι Αρχές δεν είχαν υπολογίσει. Κάθε οπλαρχηγός δήλωνε στην διοίκηση έως και πενταπλάσιους άνδρες από αυτούς που είχε στην πραγματικότητα! Όταν υποψιάστηκε η διοίκηση ότι κάτι δεν πάει καλά, έστειλε άνθρωπο και άρχισε να μετράει τους άνδρες σε κάθε στρατόπεδο. Και όμως, αντί για πενήντα που υπολόγιζε να βρει έβρισκε πεντακόσιους. Το μυστήριο λύθηκε όταν αποφάσισαν να τους μετρήσουν όλους και ταυτόχρονα. Τότε οι οπλαρχηγοί αρνήθηκαν και ήρθε στο φως η κομπίνα: το ένα Σώμα δάνειζε άνδρες στο άλλο όποτε γινόταν η καταμέτρηση! «Τώρα ίσως η περίστασις μας αναγκάζει να κάμωμεν και τον τυφλόν και τον κωφόν. Εάν τρέξωμεν όμως εις αυτόν τον δρόμον, δέκα δάνεια να κάμωμεν πάλιν δεν επαρκούν» (απομνημονεύματα Κανέλλου Δεληγιάννη). (Φαινόμενα σαν και αυτό που περιγράφει ο απομνηματογράφος, την ίδια εποχή στη Δύση είχαν λυθεί. Προ πολλού).

Αυτό συμβαίνει από τότε. Κάνουμε τον τυφλό και τον κουφό διακόσια χρόνια τώρα. Κανένας δεν θέλει να καθαρίσει. Κανένας δεν θέλει να καθαριστεί. Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται «μαζί τα φάγαμε», αλλά άντε να αποδείξεις ότι δεν λέγεται.

Οι λαοί δεν είναι κεχαριτωμένες Μαρίες, ούτε εκλεκτοί του θεού ή κάποιου ευγενούς γονιδιώματος. Οι λαοί είναι σκυλάκια! Ή για να το ακούσεις κομψά, παιδιά νηπιαγωγείου. Εκπαιδεύονται, μαθαίνουν, παιδαγωγούνται. Και όταν συμβούν και τα τρία, και άλλα τόσα, γίνονται Κοινωνία Πολιτών. Ελεύθερων που γεννούν ελεύθερους. Που γνωρίζουν δηλαδή το δικαίωμα και την υποχρέωση απέναντι στην πατρίδα, αλλά και σε κάθε τόπο που τυγχάνει να φιλοξενούνται.

Που πήγε ο παιδαγωγός; Εμφανίστηκε κανένας; Θα αναφέρω πολύ σύντομα δύο περιπτώσεις. Τον πρώτο που ήρθε με αξιώσεις να βάλει τάξη στην αταξία, τον σκέπασε γρήγορα το χώμα της φατρίας και της ιδιοτέλειας. Ο δεύτερος ήταν ο Διαφωτισμός. Αυτός, αν και προϋπήρξε του Καποδίστρια, στάθηκε αρωγός δίνοντας ώθηση στο αίτημα για την απελευθέρωση τους Γένους. Ήταν όμως απελπιστικά μόνος (τι να σου κάνει ένας Κοραής, ένας Καΐρης και δυό-τρεις άλλοι), άρα αδύναμος μπροστά στη απειλή του σκοταδισμού και της φαυλοκρατίας. Κάπου εκεί χάθηκε το στοίχημα για παιδεία στα πρότυπα της Εσπερίας και μαζί με αυτή κηδέψαμε το Διαφωτισμό και τις ιδέες του.

Έκτοτε το ρόλο του παιδαγωγού ανέλαβαν οι παπάδες. Λέγοντας «παπάδες» δεν εννοώ μόνο αυτούς που φόρεσαν το ράσο, αλλά και όλους αυτούς που κατασκεύασαν και υπηρέτησαν ένα σχολειό γεμάτο ψέματα, εθνική αλαζονεία και ιστορική παραποίηση. Το ερώτημα μπαίνει αναγκαστικά εδώ: πως ήταν δυνατόν να γεννήσει αυτός ο τόπος ανθρώπους με φρόνημα πολίτη; Πολίτες που θα δώσουν τη σκυτάλη σε άλλους πολίτες και από εκεί σε Κράτος Δικαίου;

Οι αρχαίοι ημών προγόνοι (τσσς…) μας άφησαν μια λέξη νομίζω κλειδί: Ανάγκη. Τι είναι η Ανάγκη; Ανάγκη είναι το αναπόφευκτο, αυτό που θα κάνεις θες δεν θες, είναι το «δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Όχι γιατί το θέλει κάποιος άλλος ή στο επιβάλει με τη βία κάποιος τρίτος, αλλά γιατί εσύ ο ίδιος το επιλέγεις… αναγκαστικά προκειμένου να μην αφανιστείς. Π.χ. βρίσκεσαι στην έρημο χωρίς φαί και νερό για μέρες. Αν δεν πιείς τα ούρα σου και δεν φας καμιά σαύρα ή φίδι (αν βρεις) πέθανες. Προσοχή. Αυτά στο επίπεδο της προσωπικής επιβίωσης. Όταν μιλάμε για κοινωνίες, η ατομική επιβίωση σε συνθήκες κατάρρευσης μιας χώρας, όπου σχεδόν πάντα γίνεται σε βάρος του άλλου, δεν λέγεται Ανάγκη, λέγεται… Έλληνας της νεότερης Ελλάδας (εν συντομία: νεοέλληνας). Γίναμε brand name, και τώρα περιμένουμε το bar code για άμεση αναγνώριση. Νούμερα σκέτα.

Ο Καραϊσκάκης που πέθανε, έφταιγε; Ο Ρήγας πιο πίσω; Ο υπολοχαγός του αλβανικού μετώπου Αλέξανδρος Διάκος (ο πρώτος νεκρός αξιωματικός), πού έφταιγε; Και επιπλέον, δεν νομίζεις ότι είναι κομμάτι άδικο να δίνουν τη ζωή τους κάποιοι για έναν Μήτσο και μια Κατίνα που 70 και 200 χρόνια μετά, ελεύθερα (εξ αιτίας τους) αγανακτούν και φωνάζουν: «μα εγώ δεν φταίω».

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ