Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

«Θα σε στείλω στου Γουτσίκα»-Έκφραση που την καταλάβαιναν μόνο στη Βέροια–Η εποχή των ντόπιων εργατών γης - του Δ. Καρολίδη

 

Η έκφραση «θα σε στείλω στου Γουτσίκα» ήταν μια περιφρονητική απειλή που την καταλάβαιναν μόνο όσοι ζούσαν στη Βέροια και στα ευρύτερα πέριξ.

Ακούγονταν μέχρι τη δεκαετία του ’80, οπότε και άλλαξαν οι συνθήκες και εξαφανίστηκαν οι ντόπιοι εργάτες γης.

Του «Γουτσίκα» ήταν ένα παραδοσιακό καφενείο στην "Παλιά Κεντρική", λίγο πιο κάτω από την πλατεία Αγ. Αντωνίου. Εκεί ήταν το στέκι των εργατών γης.

Κάθε πρωί συγκεντρώνονταν εκεί άνθρωποι προσφερόμενοι να εργαστούν στα χωράφια.

Οι κτηματίες, οι παραγωγοί και γενικά όσοι είχαν ανάγκη από εποχιακά εργατικά χέρια, περνούσαν και έπαιρναν όσους εργάτες χρειάζονταν για τις ανάγκες της ημέρας.

Ήταν εξαιρετικά σπάνιο να βγει κάποιος το πρωί για μεροκάματο και να μην βρεθεί εργοδότης.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν έντιμοι και σεβαστοί οικογενειάρχες οι οποίοι είχαν ελάχιστη δική τους γη ή συνήθως καθόλου και εξασφάλιζαν τα προς το ζειν, εργαζόμενοι σαν εργάτες γης.

Οι αγροτικές εργασίες ξεκινούσαν από νωρίς την άνοιξη μέχρι τα μέσα φθινοπώρου, που σήμαινε ότι μπορούσαν να έχουν μεροκάματο ως εργάτες γης περίπου έξη μήνες το χρόνο.

Το υπόλοιπο διάστημα, τη χειμερινή περίοδο υπήρχε προσφορά εργασίας στα εκκοκκιστήρια και τις διάφορες άλλες μονάδες μεταποίησης και επεξεργασίας που  λειτουργούσαν άφθονες στην τότε «Καλιφόρνια» της Βόρειας Ελλάδας.

Μέσα από την εργασιακή σχέση εργαζομένων και εργοδοτών αναπτύχθηκαν και κοινωνικές σχέσης φιλίας και εκτίμησης, έτσι ώστε η αναζήτηση εργασίας πολλές φορές δεν ήταν τυχαία, αλλά προγραμματισμένη.

Κτηματίες – κυρίως στη φάση της συγκομιδής – συμφωνούσαν από πριν με εργάτες γης για το πότε θα ξεκινήσουν τη συγκομιδή και τον αριθμό των αναγκαίων εργατικών χεριών.

Σε πολλές περιπτώσεις εργάτες γης σχημάτιζαν μικρές ομάδες και ως «συνεργεία» πλέον πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους.

Ανάλογες περιπτώσεις υπήρχαν και με εργάτες γης από γειτονικούς νομούς, κυρίως από χωριά της Κοζάνης και την Γρεβενών, όπου ένα σημαντικός πληθυσμός έφτανε τα καλοκαίρια στην Ημαθία για εποχιακή απασχόληση.

Το φαινόμενο του «Γουτσίκα» άρχισε γρήγορα να εξαφανίζεται στη δεκαετία του ’80.

Η αλλαγή των πολιτικών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που συντελέστηκε στη δεκαετία αυτή σε συνδυασμό με την φυσιολογική γήρανση του πληθυσμού που παραδοσιακά απασχολούνταν σε αγροτικές ασχολίες, οδήγησαν στην εξαφάνιση των ντόπιων εργατών γης.

Οι παλιοί ήταν πλέον προχωρημένης ηλικίας και οι νέοι δεν έβρισκαν καθόλου «γοητευτική» την προοπτική αυτής της απασχόλησης.

Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν τα πρώτα κύματα Αλβανών που για μια μεγάλη περίοδο κάλυψαν τις ανάγκες στις εργασίες γης και καθιερώθηκαν μέχρι σήμερα ως την κύρια εργατική δύναμη στον τομέα αυτό.

Μαζί με αυτά έμεινε απλά ως ανάμνηση η περιφρονητική «απειλή» «θα σε στείλω στου Γουτσίκα».

Τη σημασία της την καταλάβαιναν μόνο στη Βέροια, αφού ήταν αμιγώς τοπική έκφραση.

Λεγόταν περιφρονητικά και σήμαινε την έσχατη μορφή οικονομικής ένδειας, σε αντιδιαστολή με τους «νοικοκυραίους»…

Στην πραγματικότητα ήταν μια έκφραση έπαρσης και του νεοπλουτισμού που εκείνη την εποχή άρχισε να μπολιάζεται με έντονα στοιχεία ξιπασιάς και επίδειξης.

Οι άνθρωποι αυτοί, οι ντόπιοι εργάτες γης ήταν έντιμοι, αξιολογότατοι οικογειάρχες οι οποίοι με το φιλότιμο και τον ιδρώτα του προσώπου τους υπήρξαν για πολλά χρόνια η ραχοκοκαλιά της αγροτικής παραγωγής του νομού.

Μάλιστα δεν ήταν και λίγοι οι νέοι άνθρωποι, νέα παιδιά, σπουδαστές κυρίως που τα καλοκαίρια δούλευαν μεροκάματο στα χωράφια για να στηρίξουν το πενιχρό οικογενειακό εισόδημα τους…

ΥΓ. Στο προσωπικό μου αρχείο έχω φωτογραφίες εποχής, όταν – ως εργάτες στα χωράφια – με την τεχνολογία της εποχής, κρατούσαμε αναμνήσεις…

Ήταν η εποχή που το να πας για μεροκάματο στα χωράφια δεν ήταν «ντροπή»…

Άλλες εποχές…

Δημήτρης Καρολίδης


 

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ