Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Για την φόνευση του Τζορτζ Φλόιντ - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Ο θάνατος ή για την ακρίβεια των όρων (θέμα που απασχολούσε τον Αμερικανό ποιητή Έζρα Πάουντ), η φόνευση του Αφρο-αμερικανού Τζορτζ Φλόιντ, από λευκούς αστυνομικούς, στις Ηνωμένες Πολιτείες και πιο συγκεκριμένα στην Μινεάπολις, έχει συμβάλλει στην πρόκληση μαζικών και έντονων διαμαρτυριών σε αστικά κέντρα της πολιτείας της Μινεσότα.

 Δύναται να αναφέρουμε πως, η συγκεκριμένη φόνευση, ιδωμένη υπό το πρίσμα άσκησης αστυνομικής-ρατσιστικής βίας, εντάσσεται στο ευρύτερο πλέγμα επιτέλεσης αντίστοιχων πρακτικών βίας, σε ένα σημείο όπου, δεν γίνεται λόγος για μία 'αθροιστική περιπτωσιολογία,' αλλά, για την συγκρότηση και αναπαραγωγή μίας πολιτικής εντός του πυρήνα του «αστυνομικού μηχανισμού» (χρησιμοποιούμε τον όρο του Γιώργου Παπανικολάου), στις Ηνωμένες Πολιτείες, που, εν προκειμένω, 'φυλετικοποιεί' τα προτάγματα δράσης του, αναπαριστώντας το μαύρο υποκείμενο, αφενός μεν ως δυνητικά 'επικίνδυνο' (σήμανση της 'διακινδύνευσης' που ενέχει πρόσωπο), και, αφετέρου δε, προσδιορίζει 'φορτισμένα' και αρνητικά την ύπαρξη αυτού του του υποκειμένου ως 'ζώσα ενσάρκωση' των 'στρεβλώσεων' της κοινωνίας. Ως κοινωνική 'παθογένεια' που δεν ενέχει μόνο τη 'διαφορά,' αλλά την 'συγκροτεί' το ίδιο, προσιδιάζοντας προς την κατεύθυνση μίας κοινωνικής ποιότητας, με τέτοιον ώστε να λαμβάνει χώρα η προσίδια συγκρότηση του μαύρου υποκειμένου ως φτωχού υποκειμένου, ανοιχτού σε διάφορες μορφές παραβατικότητας ή αλλιώς, έκνομης συμπεριφοράς. 

Η έννοια της 'διακινδύνευσης' μεγεθύνεται τόσο, για να συμπεριλάβει το πρόσημο της 'νεγρότητας' που δεν καθίσταται παρά αρνητική αντανάκλαση στο χώρο και δη στο δημόσιο χώρο, με το χρώμα να σημασιοδοτεί ό,τι δεν ενέχει (έλλειψη) ο 'μαύρος': Συμβολικό-κοινωνικό 'κεφάλαιο' και αξία χρήσης. 

Η Χαρίκλεια Παντελίδου στη μελέτη της για τις 'θυρόκλειστες κοινότητες' (gated communities), αναφέρεται στο ό,τι «στη μορφή του «άλλου» συνυπάρχουν ετερογενείς μορφές ΄όπως ο εγκληματίας, ο άγνωστος, ο μετανάστης, ο φτωχός».

 Έχοντας αυτό κατά νου, θα λεχθεί πως η μορφή του 'μαύρου' συναρθρώνει τις όψεις, τις προσλαμβάνουσες που δύνανται να λειτουργήσουν ως ιδεολογικές κατευθύνσεις, του 'φτωχού' και του 'άγνωστου,' που μαζί 'κατασκευάζουν' τον ιδεότυπο του του 'μαύρου' ως προσώπου, που όμως, δεν ενέχει παρά ένα ιδιαίτερο όνομα: 'Μαύρος,' ήτοι 'νέγρος' που δύναται να απειλήσει την 'ευταξία.' Σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή στο πλαίσιο του θεσμικού-φυλετικού ρατσισμού που ενυπάρχει σε τμήματα των κατασταλτικών μηχανισμών των Ηνωμένων Πολιτειών, εντός κοινωνικής ολότητας, που εδώ εκφράζεται υπό το πρίσμα μίας βίαιης δράσης, που τείνει όχι μόνο στην αφαίρεση μίας ζωής, αλλά στην επώδυνη, για τον Τζορτζ Φλόιντ, διαδικασία της αφαίρεσης, με την όλη πράξη του λευκού αστυνομικού να παραγάγει τα νοήματα μίας εν-σώματης έγκλησης που εμπερικλείει, όχι τόσο την ίδια αναφορά του Αλτουσεριανού, κατά βάση, 'ε, εσύ;' της εξουσίας, αλλά, εκείνη την απεύθυνση που οριακά και μη, αξιο-θεμελιώνει τον 'κανόνα': 'Τι πράττεις και που ανήκεις, μαύρε, ως οιονεί ένοχος;' λαμβάνει χώρα η δράση ενός κοινωνικού κινήματος, χωρικά εστιασμένου αρχικά (Μινεσότα, το οποίο και διαμαρτύρεται με σημαία τον τελευταίο λόγο του Φλόιντ, το 'I can't breathe.' 

Πέραν όμως του συμβάντος της δολοφονίας του Αφρο-αμερικανού που τροφοδοτεί την κοινωνική-πολιτική διαμαρτυρία του κινήματος, το ίδιο το κίνημα, θεωρούμε πως εντάσσεται στην ευρύτερη «κινηματική εκστρατεία» (Κώστας Κανελλόπουλος) του περιώνυμου 'Black Lives Matters' όπως αυτό αναπαράγεται την τελευταία ιστορική περίοδο, διαθέτοντας διακυμάνσεις στη δράση του. 

Μπαίνουμε στον αναλυτικό πειρασμό να γράψουμε πως η ονομασία του κινήματος παραπέμπει υπόγεια στον τίτλο του γνωστού βιβλίου της φιλοσόφου Judith Butler 'Βodies that Matter' ('Σώματα με σημασία'), επανεπινοώντας δραστικά, εντός δημόσιου χώρου, από την μία πλευρά την κινηματική διαμαρτυρία, και, από την άλλη, την ζωή των Αφρο-αμερικανών που ενέχει τόση 'αξία' (κοινωνικά-πολιτικά-πολιτισμικά) όσο και η ζωή της λευκής κοινότητας, αμφισβητώντας έμπρακτα την διττή ιεράρχηση αποκλεισμού-ρατσισμού. 

Η ιδιαίτερη, οριακά μεταξύ ζωής και θανάτου, κρατικής-αστυνομικής βίας και των αναγνωρίσεων της, λογοθετική και εν-σώματη αναφορά ‘Δεν μπορώ να αναπνεύσω,’ καθίσταται σημαίνον όρος κινηματικής συσπείρωσης και άρθρωσης ενός πολιτικού λόγου με συγκεκριμένες απευθύνσεις, εγγράφει εκ νέου το περιεχόμενο της ασκούμενης και μη-ουδετεροποιημένης βίας, σχηματοποιώντας και συλλογικοποιώντας ταυτόχρονα το περίγραμμα της στιγμής της φόνευσης. Ο οριακά μεταξύ ζωής και θανάτου Φλόιντ, αυτός που ‘κινδυνεύει,’ ομιλώντας και επιζητώντας σωματικά, προβαίνει στη διαμέσου του λόγου ‘ενσάρκωση,’ συμβολικά-σωματικά, εκείνων των Αφρο-αμερικανών που φονεύθηκαν από λευκούς αστυνομικούς, αποδίδοντας τους, ‘φωνή’ ως καταφύγιο του ‘έχειν’: ‘Δεν μπορώ να αναπνεύσω/Θέλω να ζήσω.’ Με πρωταρχική βάση αυτόν τον λόγο ο οποίος παράγεται ωσάν μνημονική επιτέλεση, το κίνημα στην Μινεάπολις και σε άλλες πόλεις ανα-πλαισιώνει την δράση του, εν καιρώ πανδημικής κρίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, υιοθετώντας επιθετικές έως συγκρουσιακές «μορφές διατύπωσης διεκδικήσεων», για να παραφράσουμε ελαφρά τον Charles Tilly. Συγκρούσεις με την αστυνομία, επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, εγγράφουν τους επι-γενόμενους όρους μίας, αντι-κρατικής, συμβολικά και πολιτικοϊδεολογικά, αντι-αστυνομικής βίας (στο στόχαστρο τίθεται η μορφή του ‘λευκού αστυνομικού’), νοηματοδοτώντας εν ευρεία εννοία ένα ρεπερτόριο δράσης στο κέντρο του οποίου τίθεται διαρκώς η αίσθηση της ‘απώλειας,’ η βαρύτητα της υπενθύμισης που μετεξελίσσεται σε προσπάθεια ρηγμάτωσης του ό,τι νοείται ως ‘λευκή κοινωνική κυριαρχία.’

Ως προς αυτό, εστιάζοντας στο περιεχόμενο της κινηματικής δράσης, και των βίαιων μορφών που επιλέγει, παράγεται με φυγόκεντρο δυναμική, το όλο πλαίσιο που στη βιβλιογραφία περί κοινωνικών κινημάτων ονομάζεται ‘radical flank effect’ και έχει σχέση με την εξέλιξη της διαδικασίας της ριζοσπαστικοποίησης που ενέχει εδώ βίαια χαρακτηριστικά, αντλώντας από την έκκληση του Τζορτζ Φλόιντ: ‘I can’t breathe.’ Η επίκληση του ‘δεν μπορώ να αναπνεύσω’ προβάλλει, κινηματικά, την α-δυνατότητα της ζωής των μαύρων, την στέρηση της ατομικής-κοινωνικής ζωής, με το πρόθημα ‘δεν μπορώ’ να ενσωματώνει ή να δεικνύει προς την ζωτική πράξης της αναπνοής που ‘χάνεται,’ όπως ‘χάνεται’ και η ζωή των Αφρο-αμερικανών. Αυτό που εκφράζεται κινηματικά-κοινωνικά, είναι η επιμονή στην λεπτή δραματικότητα του ‘δεν.’ Ό,τι ονομάζεται σε σύμβολο του ‘αντιπάλου,’ υφίσταται ζημιές. 

Η όλη συνθήκη όπως αυτή διαμορφώνεται και εξελίσσεται καθημερινά, συνυφαίνεται με τις ευρύτερες κοινωνικές-πολιτικές εξελίξεις στη χώρα, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον του λόγου που αρθρώνει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, όρος που σημαίνεται με συνδηλώσεις ‘τάξης,’ προς το πεδίο των διαμαρτυριών. Σε μία χώρα ανοιχτών ζητημάτων, η αστυνομική βία δεν επιστρέφει, αλλά παράγεται. Το όλον θρυμματίζεται σε μία στιγμή: Βίαιη πίεση στο λαιμό ως αποστέρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ως θάνατος. 

Οι έντονες κινητοποιήσεις που συνεχίζονται και επεκτείνονται και σε άλλες πολιτείες,  θέτουν επιτακτικά το ζήτημα της αστυνομικής, εν-σώματης βίας που συντελείται εν μέσω διαδικασία ψηφιοποίησης (το σώμα 'παραγάγει' λόγο), καλύπτουν μία ευρεία γκάμα θεμάτων, εφευρίσκοντας τον χώρο ως 'σκηνή' ή ως πεδίο δράσης ανθρώπων που διεκδικούν στο όνομα της 'ίσης μεταχείρισης.’ Με το υπόδειγμα της ‘Δικαιοσύνης’ να τίθεται δραστικά, αυτή η οιονεί εξεγερσιακή διαδικασία δεν χωρά σε προκαθορισμένα καλούπια, σε θετικιστικά-μηχανιστικά σχήματα (η ιστορία είναι μη-γραμμική) περί κοινωνικής κινητοποίησης που είτε θέτουν εκ των προτέρων όρια, είτε γνωστοποιούν μία ευθύγραμμη πορεία ωσάν δομή γραπτού κειμένου, ήτοι με  αρχή, μέση και τέλος.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ