Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Μεγάλη Βρετανία-Ευρωπαϊκή Ένωση: Διαπραγματευτικό παίγνιο - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Εν καιρώ πανδημίας και των κοινωνικών-πολιτικών της προεκτάσεων, όσο και της οιονεί συγκρουσιακής κατάστασης στις Ηνωμένες Πολιτείες που εν προκειμένω, εξελίσσεται με αφορμή την δολοφονία του Αφρο-αμερικανού Τζορτζ Φλόιντ από λευκό αστυνομικό στη Μινεάπολις συναρθρώνοντας εμπρόθετα τις κατά τον Charles Tilly «προγραμματικές αξιώσεις» και τις «διεκδικήσεις ταυτότητας», επανεκκινούν και οι διαπραγματεύσεις για τους όρους εξόδου της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Ως προς το περίγραμμα της Βρετανικής εξόδου από την Ένωση ήδη ενυπάρχει ένα 'φορτισμένο' πολιτικοϊδεολογικά και αξιακά, σημείο αναφοράς που είναι η υπερψήφιση της διαδικασίας εξόδου από το Βρετανικό Κοινοβούλιο στις 31 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, διαδικασία που θεωρούμε πως αξιο-θεμελιώνεται πάνω στην κοινωνική-πολιτική πλειοψηφία που απέκτησε το Βρετανικό 'Συντηρητικό' Κόμμα του Μπόρις Τζόνσον, με βάση το αποτέλεσμα των εκλογών του Δεκεμβρίου του 2019.  Το Βρετανικό Κοινοβούλιο, την περίοδο προ των εκλογών του Δεκεμβρίου, ως πολιτικο-θεσμικός ‘κόμβος’ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο μείζον θέμα της διαδικασίας εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ασκώντας ουσιαστικά την πολιτική της ‘αρνησικυρίας’ (veto), όταν θεωρούσε ό,τι τα προτεινόμενα σχέδια εξόδου δεν λάμβαναν υπόψιν το δημόσιο συμφέρον εν ευρεία εννοία. Διάσταση που εγγραφόμενη ως υποθήκη στο πλαίσιο της διαδικασίας αποχώρησης και συνακόλουθα στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τους όρους διεξαγωγής της αποχώρησης, υπενθυμίζει την παρουσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και την δική του συμμετοχή   σε αυτή την πολύσημη διαδικασία του Brexit. 

Τώρα, ουσιαστικά, το κόμμα των 'Τόρις' υπό την ηγεσία του Μπόρις Τζόνσον, προσέλαβε το πολιτικοϊδεολογικό πρόσημό, ενός, κατ' αρχάς, 'έντονου αντι-ευρωπαϊσμού' που άπτεται της σημαίνουσας παραμέτρου των σχέσεων της Μεγάλης Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και της θέσης της Βρετανίας εντός Ευρώπης, ευρύτερα, και, κατά δεύτερον, ενός, για να παραπέμψουμε στον πολιτικό επιστήμονα Γιάννη Βούλγαρη, «εθνοκρατικιστικού μεταρρυθμισμού», έτσι όπως αρθρώθηκε με άξονα την προσήλωση  στη στρατηγική της 'αυτόνομης' Μεγάλης Βρετανίας, η αποχώρηση της οποίας από την Ευρωπαϊκή 'φυλακή' (αρνητική αναπαράσταση) καθίσταται η απαραίτητη προϋπόθεση (sine qua non), για την προώθηση μεταρρυθμίσεων-πολιτικών που θα 'απογειώσουν' την Μεγάλη Βρετανία.

 Αυτό το ιδιαίτερο 'πνεύμα' του ‘εθνοκρατικιστικού μεταρρυθμισμού’ παρατηρήθηκε και στον λόγου που εξέφερε ο Τζόνσον, με αιχμή την δυνατότητα μεταρρύθμισης του Βρετανικού 'Εθνικού Συστήματος Υγείας' (ΝΗS), ακόμη και πριν από την εκδήλωση της πανδημικής κρίσης που στη Μεγάλη Βρετανία προσέλαβε οξυμένα χαρακτηριστικά. Θέτοντας στο επίκεντρο ή αλλιώς, συγκροτώντας και αναπαριστώντας την έννοια της 'εξόδου' (από κάτι που δεν θυμίζει 'οικεία'), η οποία ως «κενό σημαίνον» (Ernesto Laclau), επι-κάλυψε τον και τους τρόπους με τους οποίους και δύναται να λάβει χώρα. 

Ως προσίδια αφήγηση παρά ως συνεκτικό πρόγραμμα, η Βρετανική 'έξοδος,' , θα προσθέσουμε, 'καθαρή έξοδος,' προσδιορίσθηκε όχι ως συνέχεια της πολιτικοϊδεολογικής 'κληρονομιάς' της Τερίζα Μέι, αλλά, αντιθέτως, ως εγκάρσια τομή επί των διακυβευμάτων που η ίδια έθεσε, μεγεθύνοντας κάθε φορά, σχήματα 'απόρριψης.' Δηλαδή σχήματα τα οποία εννοιολογικά και πολιτικά, θέτουν στο επίκεντρο διχοτομικές αναπαραστάσεις, συνθηματολογικές απλουστεύσεις που αναδεικνύουν στη δημόσια σφαίρα τον Βρετανό ως ‘στερούμενο τη χώρα του.’ 

Το στοιχείο που προσέδωσε επιτυχία στο πολιτικό εγχείρημα του ‘Συντηρητικού’ κόμματος υπό τον Μπόρις Τζόνσον, δεν ήταν ένα ‘άλμα στο κενό,’ όσο η υπόσχεση για την επιδίωξη οικοδόμησης μίας, ‘άλλης’ χώρας, κοινωνικά-πολιτικά και γεω-πολιτικά. Το μήνυμα υπήρξε συνθηματολογικά αλλά αντιθετικά (προς τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις), συμπυκνωμένο, διακρατώντας διαβαθμίσεις απεύθυνσης σε κοινωνικές τάξεις: Διαφορετικές οι προσδοκίες, αλλά μία η χώρα. 

Το ‘Συντηρητικό’ κόμμα εντός κράτους και κρατικών πολιτικών, φέρει το βάρος της διαπραγμάτευσης, έχοντας να διαχειρισθεί πλέον και τις ζωτικές του αντιφάσεις-αντινομίες όπως αυτές εκφράσθηκαν την περίοδο της πανδημικής κρίσης και της διαχείρισης της. 

  Στις συνθήκες που περιγράψαμε στην αρχή αυτού του κειμένου, δύνανται να πραγματοποιηθούν οι διαπραγματεύσεις για την πολιτική αποσαφήνιση των επι-γενόμενων όρων της αποχώρησης της Βρετανίας από την Ένωση. Έτσι, διαβάζουμε σε σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας 'Η Καθημερινή': «Έπειτα από τρεις γύρους διαπραγματεύσεων που ξεκίνησαν στις αρχές του Μαρτίου, το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένει. Και εμφανίζονται οι εντάσεις, όπως κατά την πρόσφατη ανταλλαγή επιστολής ανάμεσα στον Μισέλ Μπαρνιέ και τον βρετανό ομόλογό του Ντέιβιντ Φροστ. Για τον Μισέλ Μπαρνιέ, ο νέος αυτός γύρος διαπραγματεύσεων, που αρχίζει σήμερα το απόγευμα και θα διαρκέσει μέχρι την Παρασκευή, θα πρέπει να επιτρέψει «να μάθουμε αν το Ηνωμένο Βασίλειο θέλει να αποχωρήσει από την εσωτερική αγορά και την τελωνειακή Ένωση ... με ή χωρίς συμφωνία μαζί μας».

 Στην περίοδο μετά την 31η Ιανουαρίου του 2020, η Μεγάλη Βρετανία (πρώην αποικιακή και νυν ιμπεριαλιστική δύναμη), ευρίσκεται στο καθεστώς της μεταβατικής σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στοιχείο που εκ πρώτης όψεως περισσότερο συγκρατεί παρά προσδίδει στο πλαίσιο της 'εξόδου' ένα ευρύτερο περιεχόμενο. Οι διαπραγματεύσεις σημασιοδοτούν και από την δική τους την πλευρά, τις ενδεχόμενες μορφές που δύνανται να λάβουν οι μελλοντικές σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Μεγάλης Βρετανίας, συμπεριλαμβάνοντας μία σειρά από διάφορα και ανοιχτά θέματα.

 

 Ένας βασικός καμβάς έχει ήδη συγκροτηθεί, και πάνω σε αυτό τον καμβά αναπαράγονται οι θέσεις των δύο πλευρών. Θέσεις που έχουν να κάνουν, με την πραγματοποίηση εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το μοντέλο ανάπτυξης και δη χωρικής ανάπτυξης,  με το πεδίο των μετακινήσεων, με την συμμετοχή ακόμη της Μεγάλης Βρετανίας σε εγχειρήματα όπως η ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας, και, τελευταίο αλλά όχι έσχατο, με το κανονιστικό πλαίσιο που θα διέπει αυτή την σχέση. Στο όλο πλέγμα που περιγράψαμε, και όπως διαφαίνεται από το ρεπορτάζ της εφημερίδας, η αισιοδοξία είναι συγκρατημένη, και από τις δύο πλευρές. 

Ζητήματα ‘υψηλής’ και ‘χαμηλής’ πολιτικής εντάσσονται στη εν εξελίξει διαδικασία των διαπραγματεύσεων, εκεί όπου αναδύεται και ο βαθμός ισχύος του Ενωσιακού Δικαίου (βλέπε και την πρόσφατη απόφανση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου), η εφαρμοστικότητα και ο βαθμός ‘ελκτικότητας’ του, εν σχέσει με τις προβλέψεις και τις νόρμες του Βρετανικού εθιμικού Δικαίου. Άρα, δεν επρόκειτο για ‘κούρσα,’ όσο για ένα παίγνιο διαρκούς κατάθεσης θέσεων, ένα παίγνιο όπου το βήμα του ενός είναι πρόκληση για τον άλλο. 

Πιο ειδικά, το  ελεύθερο εμπόριο στο οποίο ομνύει η Βρετανική πλευρά δεν καθίσταται, ανεστραμμένα, παρά ζητούμενο διαμόρφωσης των όρων πραγμάτωσης της κεφαλαιακής συσσώρευσης για τη Βρετανική αστική τάξη και τις ηγεμονικές της μερίδες, ενώ παράλληλα στο όλο στρατηγικό-διαπραγματευτικό πλαίσιο υπεισέρχεται η διάσταση της παρουσίας των υπολοίπων τριών, πλην Αγγλίας, συνιστώντων μερών του Ηνωμένου Βασιλείου. Άρα, και τα μέχρις στιγμής δεδομένα, η όλη διαδικασία θεωρούμε πως σχετίζεται με μία εν γένει ισόρροπη δυναμική μεταξύ των δύο μερών, στο εγκάρσιο σημείο όπου ενσκήπτουν τα ερωτήματα: Θα είναι αμοιβαία επωφελής ο συμβιβασμός των δύο πλευρών; Κατά πόσο θα αποφευχθεί η εφαρμογή ευρωπαϊκών κανόνων και προτύπων στα εδάφη της Μεγάλης Βρετανίας; Θα αποτελέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση κρίκο στην αλυσίδα των υπογραφών συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου; Ποια δύναται να είναι η θέση των Ηνωμένων Πολιτειών; Εν τω μεταξύ, δικλείδες ασφαλείας τίθενται και από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη σε μία ουσιωδώς πολιτική διαπραγμάτευση που ανοίγει διάφορες πτυχές. 

Τα ερωτήματα αυτά μένει να απαντηθούν. Η έκβαση των διαπραγματεύσεων  εντός του καθεστώτος της μεταβατικής σχέσης καθίσταται ανοιχτή και ρευστή, μη-γραμμική, ιδίως εάν στην όλη ανάλυση προσθέσουμε και τους γεω-πολιτικούς και γεω-στρατηγικούς ανταγωνισμούς που επιτελούνται. Θα τονίσουμε ό,τι, η διαπραγμάτευση, έτσι όπως έχει εξελιχθεί, αφορά, και την Ευρωπαϊκή Ένωση, το πως η ίδια δύναται να επανεπινοήσει τον ρόλο και της παρουσία της στο διεθνές γίγνεσθαι, την στιγμή όπου και, εντός της ανισομετρίας ανάπτυξης που την χαρακτηρίζει, το ερώτημα περί της ακολουθούμενης στρατηγικής τίθεται εκ νέου και επιτακτικά. Ενοποίηση ή διεύρυνση; Ή μήπως, και οι δύο επιλογές; Τα δύο μέρη, λειτουργώντας εντός του καθεστώτος της μεταβατικής σχέσης, έως ότου καταστεί εφικτή η συνομολόγηση των όρων της εξόδου, επιδιώκουν μία διαχείριση των αστάθμητων παραγόντων που δύνανται να ανακύψουν σε διάφορα επίπεδα. 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ