Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Για την καταστροφή αγαλμάτων στις ΗΠΑ και αλλού - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Στην βίαιη επίθεση και την καταστροφή αγαλμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, συμπεριλαμβάνοντας και την καταστροφή και απόρριψη του αγάλματος του Έντουαρντ Κόλτον στην πόλη του Μπρίστολ στη Μεγάλη Βρετανία, αναφέρεται με ένα ενδιαφέρον άρθρο του στην εφημερίδα 'Τα Νέα' ο Παναγιώτης Σωτήρης.

 Ο αρθρογράφος της εφημερίδας το τελευταίο χρονικό διάστημα είναι μαζί με τον Σπύρο Σακελλαρόπουλο, συν-συγγραφέας του βιβλίου 'Αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμός. Κοινωνικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί στην Ελλάδα της Δεκαετίας του 90' (εκδόσεις Παπαζήση/2004). 

Κλείνοντας αυτή τη μικρή παρένθεση, θα επιστρέψουμε στα του περιεχομένου του άρθρου που εν προκειμένω αναφέρεται σε ένα από τα γεγονότα των ημερών που έχουν σχέση και την βίαιη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από λευκό αστυνομικό στη Μινεάπολις των Ηνωμένων Πολιτειών. Και ένα από αυτά τα γεγονότα που ενσκήπτουν εντός του ευρύτερου κινηματικού και οιονεί εξεγερσιακού 'κύματος' στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι και η καταστροφή αγαλμάτων που δύναται να 'ενσαρκώσουν' τον βαθύ και συστημικό ρατσισμό και την πολιτική των ανισοτήτων στη χώρα. 

Η δολοφονία του Αφρο-αμερικανού Φλόιντ θεωρούμε πως λειτούργησε ως εκείνος ο 'καταλύτης' που συνέβαλλε στον έντονο και 'φορτισμένο' επαναπροσδιορισμό της ιστορίας των ΗΠΑ, στο σημείο όπου η προσέγγιση του αγάλματος ως ιστορίας, ως μνήμης και μαζί, ως συγκεκριμένης ιστορικής μνήμης, προσλαμβάνει ένα διττό πρόσημο: Αφενός μεν το άγαλμα καθίσταται στόχος παρέμβασης υπό την μορφή μίας ακτιβιστικής 'performance' που συμπεριλαμβάνει ακόμη και το βάψιμο της βάσης και του προσώπου που εικονίζεται, και, αφετέρου δε, η προσίδια αυτή προσέγγιση, περισσότερο ριζικά και βίαια, προσιδιάζει προς την κατεύθυνση καταστροφής του αγάλματος.

Είναι σε αυτό το κρισιακό σημείο όπου η ουσιώδης άσκηση πολιτικής επί των αγαλμάτων, θέτει ως σημείο αναφοράς, την εκ νέου εμπρόθετη επεξεργασία της ιστορίας όπως έλαβε χώρα, την δυνατότητα μίας απο-ιεροποιημένης 'βεβήλωσης' της ίδιας της ιστορίας, όπως αρθρώνεται μέσω της δημιουργίας αγαλμάτων (και της ονοματοδοσίας οδών σε δημόσιους δρόμους), με το ίδιο το άγαλμα να θεωρείται ό,τι αναπαριστά όχι οποιαδήποτε ιστορία, αλλά, την ιστορία της 'λευκής' κυριαρχίας και του φυλετικού ρατσισμού ιστορικά και πολιτικά.

 Έχουμε να κάνουμε με ιδιαίτερους «πολέμους της μνήμης», όπως αρκετά εύστοχα τους ονόμασε ο Παναγιώτης Σωτήρης. Σε αυτό το πλαίσιο, με συμβολική-κινηματική αφετηρία την φόνευση του Φλόιντ που σημαίνεται ως άσκησης αστυνομικής βίας που ως συμβάν συγκροτεί τις όψεις μίας 'ιστορικότητας' που ενέχει πρόσωπα και ονόματα Αφρο-αμερικανών, υπήρξαν ανάλογες περιπτώσεις παρέμβασης και καταστροφής αγαλμάτων.

 Στη Μεγάλη Βρετανία, διαδηλωτές γκρέμισαν και αποθέσαν ωσάν ιστορικό-μνημονικό 'απόρριμμα' και 'κατάλοιπο' της Βρετανικής αποικιοκρατικής κυβερνολογικής το άγαλμα του Έντουαρντ Κόλτον που «επίβλεψε τη βάναυση μεταφορά δεκάδων χιλιάδων Αφρικανών σε άθλιες συνθήκες προς τις μεγάλες φυτείες των αποικιών», όπως γράφει ο αρθρογράφος, ενώ παράλληλα στο Βέλγιο, διαδηλωτές στο δημόσιο χώρο, προχώρησαν στο βανδαλισμό του αγάλματος του βασιλιά Λεοπόλδου Β.' 

Ο Λεοπόλδος, στο σημείο όπου η δολοφονία του Φλόιντ 'διασταυρώνεται' με την αποικιακή ιστορία του Βελγίου, υπενθυμίζει αυτή την αποικιακή ιστορία, εκεί όπου ο βανδαλισμός με μπογιά του αγάλματος του στην Αμβέρσα, συνιστά πράξη διαμαρτυρίας που θέτει ως διακύβευμα, όχι μόνο την περιώνυμη 'επαναχάραξη' της ιστορίας, αλλά, περαιτέρω, την 'απόρριψη' της αποικιοκρατίας ως συστατικού στοιχείου της Βελγικής ιστορίας. 

Στον Ευρωπαϊκό χώρο που συντονίζεται με τις ιστορικών-μνημονικών απολήξεων, κινητοποιήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα αγάλματα ως μορφές του παρελθόντος που συμβάλλουν στη συν-διαμόρφωση της ιστορίας και της επενέργειας του παρελθόντος στο παρόν, ως συμβολικές και «πολιτικές μεταστοιχειώσεις των αποικιακών καθεστώτων κυριαρχίας», για να παραπέμψουμε στην Αθηνά Αθανασίου, τίθενται στο στόχαστρο, νοηματοδοτώντας ένα ‘πράττειν’ που δεν επιθυμεί παρά να διαγράψει τα ‘ίχνη’ ενός αποικιακού παρελθόντος.

 Ως προς αυτό, ενώπιον των αγαλμάτων που ευρίσκονται στο δημόσιο χώρο, επανεπινοείται το όλο πλαίσιο κατασκευής της ετερότητας, αποικιακώ τω τρόπω, η σύζευξη της ‘μικροφυσικής’ της ‘διαφοράς’ με τον εξωτισμό που ανάγεται στη σφαίρα της ηθικής-πολιτισμικής ‘γνώσης’ και υπεισέρχεται στον πυρήνα αυτού που θα αποκαλέσουμε ως αποικιακή βιο-πολιτική. Βιο-πολιτική που δεν απέχει από ό,τι  ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault στις διαλέξεις του στο Κολλέγιο της Γαλλίας, ορίζει ως «κρατικό ρατσισμό», ήτοι με την αρχή ό,τι «ο θάνατος των άλλων αποτελεί τη δική μας βιολογική ενίσχυση».

 Εάν στο Βέλγιο και στη Μεγάλη Βρετανία ως σημείο τομής ονομάζεται η επεξεργασία, ιστορικά-πολιτικά του αποικιακού παρελθόντος, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναδεικνύεται η διάσταση της φυλετικής βίας και του ρατσισμού που προσλαμβάνει τη ’νεγρότητα’ που δεν εμβαπτίζεται παρά στα νάματα της ‘ανομίας’ και της ‘μη-προσαρμογής’ στις νόρμες της λευκής κοινωνίας και του λευκού καθωσπρεπισμού, δίχως να απουσιάζει το μοτίβο της ‘καταστρεπτικότητας’ η οποία και αξιώνει τη χρήση μίας συμβολικής βίας ευδιάκριτης στο χώρο. 

Έτσι, στις Ηνωμένες Πολιτείες, «μεταξύ των αγαλμάτων τα οποία έχουν αποκεφαλίσει ή βανδαλίσει διαδηλωτές είναι του Χριστόφορου Κολόμβου, από τη Βοστόνη μέχρι το Μαΐάμι. Ο Ιταλός εξερευνητής κατηγορείται από πολλούς για γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών. Στην Αλαμπάμα γκρέμισαν το άγαλμα ενός στρατιώτη της Συνομοσπονδίας και του στρατηγού Γουίλιαμ Κάρτερ Γουίκαμ, στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια, στρατηγού των Νοτίων, σύμβολα αμφότερα της δουλείας την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου τη δεκαετία του 1860».

 Στην περίπτωση του αποκεφαλισμού του αγάλματος του Χριστόφορου Κολόμβου η φυλετική διάσταση εναλλάσσεται με την εκ νέου πρόσληψη του προσώπου ως θεμελιωτή της αποικιοκρατίας και των ‘δεινών’ των ιθαγενών και του μαύρου πληθυσμού, επαναπροσδιορίζοντας τις πλαισιώσεις μίας συμβολικής βίας που προβαίνει στην έγκληση του υποκειμένου ως νοηματικά ‘αρνητικού,’ που σπεύδει να εκφράσει τον ‘βιό-κοσμο’ της αποικιοκρατίας που εντάσσει εντός της, συστημικά, το σημαίνον της ρατσιστικής πολιτικής, του χρώματος που προβάλλεται ως ‘η μνήμη που δεν υπάρχει.’ 

Μάλιστα, αυτή η ‘καταστρεπτικότητα’ που θεωρούμε πως κινείται με άξονα τον επανασχεδιασμό του δημόσιου χώρου δίχως αγάλματα του ‘πόνου’ και των ‘δακρύων’ των πολλών (συναισθηματική προσέγγιση), υπενθυμίζει την αντίστοιχη πρακτική που επιτελούνταν σε μετα-σοβιετικές Δημοκρατίες (βλέπε Ουκρανία), σε έναν χώρο όπου ο αποκεφαλισμός αγαλμάτων που συμβόλιζαν τη Σοβιετική κυριαρχία και σε ένα δεύτερο επίπεδο, την Σοβιετική ‘τυραννία’ ρητά και υπόρρητα νομιμοποιούνταν ως πρακτική, ως πολιτική πρακτική, από κράτη που προέκυψαν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η αντι-σοβιετική ιδεολογία και η αισθητική του αντι-κομμουνισμού απετέλεσαν καταστατικά στοιχεία για την θεσμική διαμόρφωση μίας νέας εθνικής ταυτότητας, για την επανεκκίνηση της ιστορίας δίχως τον Σοβιετικό ‘δυνάστη,’ στα ερείπια του οποίου (κατεστραμμένο άγαλμα), εγγράφεται η ιστορική πραγματικότητα. 

Στις ΗΠΑ, η ασκούμενη βία ωθεί σε μία μνημονική καταβύθιση σε ένα βαθύ ιστορικό-θεσμικό πλαίσιο, που δεν διαχωρίζει όσο αντανακλά  την πρόθεση πραγματοποίησης μίας ιστορικού τύπου, περιοδολόγησης που εκκινώντας από τον φυλετικό ρατσισμό συμπεριλαμβάνει την αποικιοκρατία και τον Αμερικάνικο εμφύλιο πόλεμο ως σύστοιχη διαδικασία παραγωγή ρατσιστικών βιο-πολιτικών και ρατσιστικού λόγου.

 Η κινηματική πολιτική είναι πολιτική διεκδίκησης της  μνήμης της ‘μαύρης Αμερικής,’ επιτελούμενη και ως ‘ιστορία αφήγησης.’     Ακόμη όμως  και αυτή η και ιστορική-μνημονική πρακτική ληφθεί υπόψιν υπό το επι-γενόμενο πρίσμα της ‘διαγραφής’ και της κτήσης μίας συλλογικής-ιστορικής ‘καθαρότητας’ που δύναται να αξιο-θεμελιωθεί πάνω στον ίδιο άξονα της ‘καταστροφής’ ενός βίαιου παρελθόντος, τίθεται το ερώτημα: Λειτουργεί η ιστορία ως ‘λευκό χαρτί’ που μπορεί να εμβαπτισθεί σε μία εκ του σύνεγγυς ‘καθαρότητα;’

 Ως αρχή δίχως παρελθόν; Διότι, όπως τονίζει χαρακτηριστικά η Αν ΜακΚλίντοκ «η αποικιοκρατία επιστρέφει τη στιγμή της εξαφάνισης της». Ή όπως καταθέτει την προβληματική περί μνήμης λογοτεχνικά ο Θανάσης Βαλτινός, η «μνήμη δεν παραμερίζεται. Η μνήμη είναι». Οπότε, πιστεύουμε πως ζητούμενο δεν δύναται να είναι η βίαιη  καταστροφή των αγαλμάτων, όσο η δυνατότητα και η ικανότητα επαναπροσδιορισμού της τραυματικής ιστορικής μνήμης, ενώπιον του αγάλματος και με το άγαλμα. 

Οι κινηματικές-πολιτικές δράσεις και ο απαραίτητος διάλογος για την ευρύτητα της ιστορικής μνήμης, δύνανται να συμπεριλάβουν και το μνημείο ως μαρτυρία, ως εκ νέου επεξεργασίας της χασματικής,  αποσιωπημένης (και απωθημένης) και τραυματικής ιστορίας και μνήμης. Ενώπιον των όρων κατασκευής της ‘αλήθειας’ που περιβάλλεται τον μανδύα της επίσημης, ήτοι της ιστορίας ‘κύρους,’ ένας τρόπος για να προσεγγισθεί η έννοια της «δίκαιης ή φιλοδίκαιης», του Paul Ricouer, είναι η ‘διαπραγμάτευση’ με τη θέση και την παρουσία του αγάλματος, με την ιστορική του καταγωγή και την συμβολή του  στη δημιουργία ενός υποστρώματος εθνικού και φαντασιακού που αναγνωρίζεται ως η ιστορία μίας χώρας. Ούτε ιστορική αμνησία-λήθη, αλλά ούτε και μία πολιτική στρατηγική ‘καθαρότητας’ που δεν απέχει και πολύ από το να πλησιάσει μία άλλου τύπου, εξιδανίκευση. Είναι αυτός ο τύπος της μνήμης που όπως σημειώνει ο Γιώργος Κόκκινος «διευκολύνει τις διεργασίες που εμπλέκονται στη διαγενεακή σκυταλοδρομία της μνήμης και στην αέναη αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, όπως επίσης στην ανίχνευση των πληρέστερων τρόπων αναπαράστασης και ερμηνείας όλων των τραυματικών ιστορικών γεγονότων». Η σύγκρουση για την μνήμη και για την ιστορία, για ό,τι τρέφει τους μύθους χωρών, δεν δύναται να ανάγεται στο ζήτημα της απόσυρσης σε μία σφραγισμένη αποθήκη. 

Η ιστορία εισέρχεται στο προσκήνιο από την μπροστινή πόρτα. Οι διαδηλώσεις σε διάφορες χώρες που πυροδοτήθηκαν από την δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, διαδηλώσεις που ενέχουν εν πλαίσιο της επίθεσης σε αγάλματα, έχει ανακινήσει και μία σειρά συζητήσεων από δημοτικές αρχές πόλεων (βλέπε τον δήμαρχο του Λονδίνου Σαντίκ Καν), σχετικά με την παρουσία αγαλμάτων σε δρόμους πόλεων. Αγαλμάτων που παραπέμπουν σε άλλες ιστορικές περιόδους.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ