Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Η πρόθεση αποχώρησης Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Σε ένα σύντομο άρθρο που στηρίζεται σε πληροφορίες από το 'Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων,' η εφημερίδα 'Η Καθημερινή,' αναφέρεται στην απόφαση του προέδρου Τραμπ και της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών για την αποχώρηση Αμερικανών στρατιωτών από Αμερικανικές βάσεις που φιλοξενούνται σε γερμανικό έδαφος.

Μάλιστα, ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε σε αυτό το ζήτημα, κάνοντας λόγο για την αναχώρηση από τη χώρα 25.000 στρατιωτών. Πιο συγκεκριμένα, «ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε σήμερα ότι οι ΗΠΑ θα μειώσουν σε 25.000 τον αριθμό των στρατιωτών που σταθμεύουν στη Γερμανία. Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Τραμπ παραπονέθηκε ότι η Γερμανία δεν δαπανά αρκετά για την Άμυνα, όπως απαιτείται από τη συμμαχία του ΝΑΤΟ. Όπως είπε, έως ότου η Γερμανία δαπανήσει περισσότερα, οι ΗΠΑ θα απομακρύνουν τους στρατιώτες τους. Δημοσιεύματα πριν από περίπου δέκα ημέρες του περιοδικού Der Spiegel και της εφημερίδας Wall Street Journal, ανέφεραν ότι ο Λευκός Οίκος σχεδιάζει να αποσύρει περίπου 9.500 από τους 34.500 στρατιώτες των ΗΠΑ που σταθμεύουν σε αμερικανικές βάσεις επί γερμανικού εδάφους, πιθανότατα ως απάντηση για την άρνηση της Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ να συμμετάσχει με φυσική παρουσία στη Σύνοδο της G7 που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί αυτόν τον μήνα στις ΗΠΑ».

Ως προς αυτό, η συγκεκριμένη απόφαση αντανακλά το γεγονός ό,τι, η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών την περίοδο διακυβέρνησης Τραμπ, προσιδιάζει προς τον άξονα ενός περισσότερο οικονομίστικου τρόπου αντιμετώπισης, αφενός μεν της παρουσίας συμμαχικών χωρών στο ΝΑΤΟ (‘εγκεφαλικά νεκρό,’ το χαρακτήρισε προ ολίγων μηνών ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Ντόναλντ Τραμπ), και, αφετέρου δε, της ίδιας της θέσης των ΗΠΑ στο εσωτερικό του Οργανισμού, αντανακλώντας παράλληλα, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, τις διεργασίες όσο και τους ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται με άξονα τις κατευθύνσεις και τους άξονες δράσης της Νατοϊκής συμμαχίας.

 Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ, οι κατά τους Jackson & Sorensen «σημαντική στρατιωτική δύναμη», επιχειρούν να ισορροπήσουν μεταξύ των προσωπικών διπλωματικών επαφών που αναπτύσσει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με διάφορους ηγέτες προκρίνοντας το μοντέλο των απευθείας διαπραγματεύσεων (απόθεμα εμπιστοσύνης) για την σύναψη διπλωματικών επαφών όσο και για την επίλυση χρονιζόντων προβλημάτων (βλέπε σχέσεις ΗΠΑ-Βόρειας Κορέας), και της παρουσίας-δράσης εντός ενός οργανισμού που δεν 'πνέει τα λοίσθια,' αλλά μοιάζει να έχει 'παγιδευθεί' αυτάρεσκα σε μία προσθετική λογική που εν προκειμένω, εμπεριέχει ως λέξη-κλειδί την λέξη 'διεύρυνση.' 

Ενώ καταστατικά και διεθνο-πολιτικά, η διεύρυνση έχει καταστεί σημείο αναφοράς της παρουσίας του ΝΑΤΟ στο διεθνές γίγνεσθαι, εκτεινόμενη σε μία ευρεία γεωγραφική ζώνη που φέρει το ΝΑΤΟ εγγύτερα στη Ρωσική Ομοσπονδία (στο 'μαλακό της υπογάστριο'), εγγράφοντας και ένα πλαίσιο διεύρυνσης προς τα Βαλκάνια (Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο), τότε, θα αναφέρουμε πως οι αντιφάσεις ως προς την ακολουθούμενη στρατηγική, (ποιοτική διάσταση) αναπαράγονται και διευρύνονται, έχοντας οξυνθεί από την κριτική που ασκείται από διάφορα κράτη στον ίδιο τον ιμπεριαλιστικό οργανισμό. 

Και η όλη απόφαση περί ενδεχόμενης αποχώρησης 25.000 Γερμανών στρατιωτών  από την Γερμανία, δεν καθίσταται απόρροια μίας 'τιμωρητικής' προσέγγισης από πλευράς του Ντόναλντ Τραμπ προς την καγκελάριο Μέρκελ για την άρνηση της να συμμετάσχει σε μία δια ζώσης συνάντηση της ομάδας των 'G7' (οι επτά ισχυρότερες χώρες του κόσμου), στις ΗΠΑ, όπως τονίζεται μονοσήμαντα και επιφανειακά στο κείμενο, αλλά, αντιθέτως, ενέχει βαθύτερα αίτια, δυνάμενη να ενταχθεί και σε ένα υπόδειγμα 'μαστίγιου' και 'καρότου' που ακολουθούν ενίοτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ως προς τις διμερείς τους σχέσεις με χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ. 

Ως προς την προσίδια παράμετρο των αιτίων (αιτιακή προσέγγιση), εντοπίζουμε την οικονομική, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω σχετική με την οικονομική συνδρομή στο ΝΑΤΟ, όπως και την αύξηση των δαπανών για την άμυνα συμμαχικών χωρών, την σημαίνουσα γεω-στρατηγική που εδώ συναρθρώνεται με την ιστορικών διαστάσεων στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη και στη Γερμανία, υπό το πρίσμα της ανάδυσης της Ρωσικής παρουσίας και 'απειλής' για την Ευρώπη, και μία οιονεί συμβολική. 

Η τελευταία έχει να κάνει με το ανοιχτό ενδεχόμενο του η μερική αποχώρηση να μετεξελιχθεί αργότερα σε ολική, κάτι που θα σημασιοδοτούσε, όχι μόνο μία στρατηγική αλλαγή πλεύσης από πλευράς ΗΠΑ, αλλά και μία μεταβολή της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Θα σημειώσουμε, παραπέμποντας και παραφράζοντας ελαφρά την Susan Strange, ό,τι επρόκειτο για μία «διαχειριστική απόφαση αμφίβολης ορθότητας», στο βαθμό που δεν θεωρείται ως κάτι το δεδομένο πως η άσκηση στρατηγικής πίεσης προς την Γερμανική κυβέρνηση, έτσι όπως αρθρώνεται, θα συμβάλλει σε μία αλλαγή στάσης από την ίδια, και σε ένα, δεύτερο επίπεδο, σε αυτό που στην βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων ονομάζεται «αλλαγή θεωρητικού παραδείγματος». 

Μία ‘αλλαγή παραδείγματος’ η οποία και συνδέεται με την αύξηση των δαπανών για την Γερμανική άμυνα και για αύξηση του Γερμανικής οικονομικής συνδρομής στο ΝΑΤΟ, πτυχή που δύναται να νοηματοδοτήσει την δυνατότητα μίας εν γένει ‘στρατιωτικοποίησης’ της Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής με τον τρόπο που σε επίπεδο Ευρώπης, το πράττουν η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία. Αυτό που ενσκήπτει στο προσκήνιο, είναι ο Τραμπικός πολιτικοϊδεολογικός λόγος περί ‘συμφέροντος’ σε μία περίοδο γεω-πολιτικών-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, λόγος που προβάλλει την αναχώρηση στρατιωτών  ως ‘δικαιολογημένη’ απόφαση στο βαθμό που δεν τηρείται η αρχή του δια-μοιρασμού του βαρών. Και τι συμφέρει τις ΗΠΑ εάν όχι η ‘απειλή’ αποχώρησης δυνάμεων τους από στρατηγικά σημεία (Ευρώπη) με τρόπο που δεν ετέθη στο παρελθόν;  Οι Αμερικανο-γερμανικές διπλωματικές σχέσεις της πρόσφατης περιόδου, διέπονται από το καθεστώς των ‘απαιτήσεων,’ κύρια από την πλευρά των ΗΠΑ.

 Η απόφαση Τραμπ κινείται πάνω στον άξονα ενός διάχυτου σκεπτικισμού για την μετα-Σοβιετική δομή ασφάλειας, που στην περίπτωση του τροφοδοτείται από την αίσθηση ό,τι οι ΗΠΑ δεν 'καρπώνονται' τα οφέλη που θα έπρεπε να προκύψουν με βάση τη συνεισφορά τους.'

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ