Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Ποιος «αυτοκτόνησε» τον Ζαχαριάδη

 

1η Αυγούστου 1973. Σιβηρία. Πόλη: Σουργκούτ. Το φως στην κάμαρα του ξύλινου σπιτιού της οδού Ναγκόρναγια 31-1 παρέμενε αναμμένο αποβραδίς. Ηταν ήδη απόγευμα. Ο αστυφύλακας βάρδιας Κορμίλτσεφ ειδοποίησε τον επικεφαλής του τοπικού κλιμακίου της KGB Σόσενκο. «Βλαντίμιρ Αντρέγεβιτς, το φως στο δωμάτιο του «αντικειμένου» δεν έχει σβήσει αποβραδίς. Κάτι δεν πάει καλά» του είπε. Σε λίγη ώρα η περιοχή είχε γεμίσει από αστυνομικούς και αξιωματικούς της KGB, της διαβόητης Υπηρεσίας Κρατικής Ασφαλείας της άλλοτε Σοβιετικής Ενωσης. Αργότερα τέσσερις άνδρες έβγαιναν από το σπίτι κουβαλώντας μέσα σε μια κουβέρτα ένα ανθρώπινο σώμα…

Κόντευε πια να βραδιάσει. Στο σπίτι του ιατροδικαστή Πλετενιόφ φτάνουν οι «μιλιτσιανιέροι» – οι αστυνομικοί της σοβιετικής πολιτοφυλακής Μιλίτσια. «Πρέπει να έρθετε μαζί μας» του είπαν και τον οδήγησαν σε ένα ξενοδοχείο. Στο κρεβάτι του δωματίου κειτόταν το σώμα ενός ηλικιωμένου άνδρα, 70 ετών, με μια θηλιά σφιγμένη στον λαιμό. Το σχοινί ήταν περί το ένα μέτρο – ίσως και λίγο περισσότερο – και η μισή γλώσσα του κρεμόταν από το στόμα. Εκ των υστέρων μόνο θα τον θυμηθεί: είχε νοσηλευτεί στο παρελθόν στο περιφερειακό νοσοκομείο όπου ο Πλετενιόφ εργαζόταν ως γιατρός, προτού μετακινηθεί στην ιατροδικαστική υπηρεσία. Τον είχε γνωρίσει ως Νικολάι Νικολάγεβιτς Νικολάγεφ – όπως και οι γείτονές του και οι συνάδελφοί του στη δασική υπηρεσία του Σουργκούτ, πόλης της σιβηρικής περιφέρειας του Τιουμέν, όπου εργάστηκε ως αρχιδασονόμος από το 1962. Το πραγματικό όνομά του ήταν Νίκος Ζαχαριάδης.

 Το τραγικό φινάλε

Λίγοι γνώριζαν στο μακρινό Σουργκούτ ποιος ήταν πραγματικά ο λιγομίλητος ξένος: ελάχιστα ανώτατα κομματικά στελέχη της περιοχής και κάποιοι πράκτορες της KGB, οι οποίοι είχαν το γενικό πρόσταγμα στην επιχείρηση της επί 24ώρου βάσεως παρακολούθησής του – έξω από το σπίτι του υπήρχε φυλάκιο της πολιτοφυλακής και ένας προβολέας που φώτιζε το οίκημα!

Στο νεκροτομείο διαπιστώθηκε ότι ο νεκρός δεν έφερε καμία κάκωση στο σώμα – εκτός από το σημάδι της θηλιάς στον γέρικο λαιμό του – και ότι τα όργανά του ήταν για την ηλικία του σε καλή κατάσταση, παρά τη σκλήρυνση στα αγγεία της καρδιάς. Ο Ζαχαριάδης αντιμετώπιζε καρδιακά προβλήματα από καιρό, κάτι που ήταν γνωστό και στην ηγεσία του ΚΚΣΕ, στην οποία είχε απευθυνθεί απεγνωσμένα δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες, φορές, ακόμη και με απεργίες πείνας, προβάλλοντας τα αιτήματά του για δικαιώματα πολιτικού πρόσφυγα, για ελεύθερη μετακίνηση εντός της σοβιετικής επικράτειας και για δυνατότητα να βγει εκτός συνόρων με τελικό στόχο την επιστροφή του στην Ελλάδα. Πάνω απ’ όλα προσέβλεπε στην πολιτική αποκατάστασή του ως κομμουνιστή.

 Συντροφικά «καρφώματα»

Ο Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε από το αξίωμα του γενικού γραμματέα ύστερα από παρέμβαση των σοβιετικών και άλλων «αδελφών κομμάτων» (επιτροπή Κουούσινεν-Ντεζ την οποία αποτελούσαν εκπρόσωποι έξι κομμουνιστικών-εργατικών κομμάτων: από την ΕΣΣΔ, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία και την Πολωνία) τον Μάρτιο του 1956 στην 6η Ολομέλεια της KE του KKE στη Ρουμανία. Ηταν η «φυσιολογική ροή» των πραγμάτων – ο Στάλιν είχε πεθάνει (από το 1953) και ο φιλόδοξος Νικίτα Χρουστσόφ προχωρούσε στη λεγόμενη «αποσταλινοποίηση» του ΚΚΣΕ (20ό Συνέδριο, Φεβρουάριος 1956) υποδεικνύοντας τον δρόμο και στα άλλα κόμματα.

Ο Ζαχαριάδης ωστόσο δεν χρειάστηκε να περιμένει την περίοδο της «αποσταλινοποίησης». Αν και πιστός σταλινικός, είχε ήδη «μπει στο μάτι» μερίδας της σοβιετικής ηγεσίας από παλαιότερα. Σε αυτό είχαν συντελέσει και οι κατηγορίες συντρόφων του, όπως ο Μάρκος Βαφειάδης ο οποίος από το 1950 τον κατηγορούσε ευθέως στους Σοβιετικούς ως «πράκτορα του εχθρού».

Ακολούθησε η καθαίρεσή του και από την Κεντρική Επιτροπή και, τέλος, η διαγραφή του από το κόμμα τον Φεβρουάριο του 1957 στην 7η Ολομέλεια, επίσης στη Ρουμανία, ως «αντικομματικού, φραξιονιστικού, αντιδιεθνιστικού, εχθρικού στοιχείου». Τραγική ειρωνεία: ο ίδιος είχε συνδέσει το όνομά του με τον στιγματισμό και την ενοχοποίηση πολλών στελεχών του KKE ως «πρακτόρων» ή «προδοτών» – Βελουχιώτης, Πλουμπίδης, αλλά και Σιάντος, Καραγιώργης, Παρτσαλίδης, Χρύσα Χατζηβασιλείου, Βαφειάδης, Αποστόλου, Χατζής κ.ά.

Μετά τη διαγραφή του ο Ζαχαριάδης βρίσκεται στην ΕΣΣΔ διεξάγοντας μια άνιση μάχη για την πολιτική δικαίωσή του. Ακολουθεί η σταδιακή απομόνωσή του και το δραματικό τέλος: εξορία και αυτοκτονία, ως ύστατη πράξη μη αποδοχής της μετατροπής του σε αποδιοπομπαίο τράγο, όπως πίστευε…

Το πλαστό πιστοποιητικό

H τελευταία πράξη του πολύχρονου δράματος του «Νικολάγεφ», όπως ήταν το επίθετο που του είχαν δώσει οι Σοβιετικοί, δεν είχε ωστόσο ακόμη παιχτεί. Αφού φρόντισε το σημάδι και τη γλώσσα του νεκρού, ο ιατροδικαστής Πλετενιόφ συνέταξε το πιστοποιητικό θανάτου: «Ο θάνατος προήλθε από καρδιακή προσβολή» θα γράψει. Το πλαστό πιστοποιητικό είχε συνταχθεί κατά παραγγελία της KGB. Μόνο στο πρωτόκολλο θανάτου ο ιατροδικαστής θα γράψει την αλήθεια: ότι δηλαδή η πραγματική αιτία τού θανάτου του ήταν η ασφυξία η οποία προήλθε από απαγχονισμό! Το γεγονός αποκάλυπτε στα τέλη του 1990, 18 χρόνια μετά, ο σοβιετικός Τύπος: ο N. Ζαχαριάδης είχε αυτοκτονήσει! Ως τότε το θλιβερό μυστικό γνώριζαν μόνο ελάχιστοι από τις ηγεσίες του ΚΚΣΕ και του KKE, καθώς και η τελευταία σύζυγος και τα παιδιά του αυτόχειρα κομμουνιστή. Τις λεπτομέρειες για τις συνθήκες της αυτοκτονίας του έφερνε στο φως της δημοσιότητας λίγο καιρό μετά ο δημοσιογράφος Γ. Μαύρος («Ελευθεροτυπία», Φεβρουάριος 1991).

 H «νέα κατάσταση»

Γιατί είχαν αποκρυβεί οι πραγματικές συνθήκες θανάτου του πιο δοξασμένου αλλά και πιο λοιδορημένου ηγέτη του KKE; H ερμηνεία που είχε δώσει τότε ο ρώσος ιατροδικαστής στον έλληνα δημοσιογράφο ήταν ότι «στην Ελλάδα ήταν ακόμη οι μαύροι συνταγματάρχες και θα χρησιμοποιούσαν την αυτοκτονία του για αντικομμουνιστική προπαγάνδα». Αυτό ήταν άλλωστε το επιχείρημα-δικαιολογία που προέβαλε η KGB. Εκείνος το αποδέχθηκε. «Οι λόγοι που επικαλέστηκαν με βρήκαν σύμφωνο» είχε πει. Προφανώς οι Σοβιετικοί νοιάζονταν για κάτι περισσότερο: να αποφύγουν την αναστάτωση που θα προκαλούσε η είδηση της αυτοκτονίας ανάμεσα στους πολιτικούς πρόσφυγες της Τασκένδης, όπου ο Ζαχαριάδης διέθετε ισχυρά ερείσματα.

Ο νους τους πήγαινε στα φοβερά γεγονότα της 9ης Σεπτεμβρίου 1955 και τη σώμα με σώμα σύγκρουση «ζαχαριαδικών» και «αντιζαχαριαδικών» αλλά και αργότερα, στα γεγονότα του Μαΐου του 1962 με τις συμπλοκές έξω από το κτίριο της Γενικής Ασφάλειας της Τασκένδης, για τα οποία κατηγορούσαν ευθέως τον Ζαχαριάδη και τους οπαδούς του. Ηταν η εποχή όπου ο τελευταίος επέλεγε την ανοιχτή σύγκρουση με τη «νέα κατάσταση» και τους εκπροσώπους της στο ΚΚΣΕ και στο KKE. Γι’ αυτό άλλωστε τον ίδιο χρόνο κιόλας που διαγράφηκε από το KKE οι Σοβιετικοί τον έστειλαν στο Νόβγκοραντ, στην πόλη Μποροβιτσί, όπου εργάστηκε ως δασονόμος ως το 1962. Στη συνέχεια θα εκτοπιστεί στο Σουργκούτ, αφού οι αρχές θα του αποσπάσουν τον μικρό γιο του, όπως ο ίδιος θα καταγγείλει.

Γιατί εκτοπίστηκε στο Σουργκούτ; Οι Σοβιετικοί προφανώς ήθελαν να περιορίσουν τα περιθώρια της όποιας πολιτικής δραστηριότητάς του. H σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της «ανοχής» τους ήταν, εκτός από τις λίγες αλλά ενοχλητικές για τους ίδιους επαφές με οπαδούς του στην Τασκένδη (μεταξύ των οποίων και ο πιστός ως σήμερα σε αυτόν ποιητής Αλέξης Πάρνης), το κρυφό ταξίδι του στη Μόσχα όπου επισκέφθηκε την ελληνική πρεσβεία για να υποβάλει το αίτημά του (από 1.2.1962) προς την Εισαγγελία Αθηνών ώστε να του επιτραπεί η επιστροφή στην Ελλάδα, όπου και δεχόταν να δικαστεί (οι κομμουνιστές τότε διώκονταν ως «προδότες»). Στις 8.4.1962 η απάντηση που πήρε ήταν αρνητική. Δύο χρόνια αργότερα ο Ζαχαριάδης θα προσπαθήσει ξανά, ματαίως.

Γιατί αποκαλύφθηκε τόσα χρόνια μετά το μεγάλο μυστικό των Σοβιετικών; Και, τέλος, ήταν πραγματικά αυτοκτονία ή μήπως κάποιοι πέρασαν τη θηλιά στον λαιμό του «Νικολάγεφ», ενώ εκείνος κειτόταν νεκρός από άλλη αιτία, με στόχο την ταπείνωσή του, όπως ισχυρίζονται ως σήμερα οι «ζαχαριαδικοί» – αν και σε αυτή την περίπτωση τίθεται το εύλογο ερώτημα: Αν ήθελαν να τον ταπεινώσουν, γιατί δεν αποκάλυψαν το «κρυφό χαρτί» τους σε χρόνο που θα τους «βόλευε»;

 H άκρη του νήματος

Μια αξιωματικός της Μιλίτσια του Σουργκούτ, η Βέρα Κουζνετσόβα, έγραψε το 1990 σε τοπική εφημερίδα για τον μυστηριώδη εξόριστο. Τον είχε γνωρίσει όταν η ίδια ήταν ακόμη παιδί. Τότε έμενε σε ένα δωμάτιο στο σπίτι της γιαγιάς της, τον πρώτο τόπο διαμονής του στη μακρινή πόλη, στην οδό Λένιν 29. H απόπειρά της να φωτίσει τη μυστηριώδη παρουσία αυτού του ανθρώπου είχε στεφθεί αρχικά από αποτυχία και μόνο ύστερα από έρευνες που διεξήγαγε θα διαπίστωνε ότι το πρόσωπο αυτό δεν ήταν άλλο από τον πρώην κομμουνιστή ηγέτη του KKE. Κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση στον φάκελό του. Εναν φάκελο «όπου υπήρχαν τα πάντα» όπως μας έχει πει, «από την περίοδο ακόμη της διαμονής του στο Νόβγκοραντ, με εισηγήσεις, εκθέσεις, διαβατήρια, φωτογραφίες και άλλα ντοκουμέντα». Από αυτά σήμερα δεν υπάρχει τίποτε στα τοπικά αρχεία. Τα πάντα φυλάσσονται στα αρχεία της Μόσχας. Κάποια έχουν «αποχαρακτηριστεί» και έχουν δημοσιευθεί ελεγχόμενα. Αλλα παραμένουν στο σκοτάδι. Ποιοι φοβούνται τι ύστερα από τόσα χρόνια;

H προσπάθεια της λοχαγού Κουζνετσόβα άνοιξε ωστόσο τον δρόμο στην KGB! Λίγο καιρό μετά τις πρώτες δημοσιεύσεις έφτανε στο Σουργκούτ ένας αντισυνταγματάρχης της υπηρεσίας από το Τιουμέν, ο Αλεξάντρ Αντόνοβιτς Πετρούσκιν, ο οποίος «συμπτωματικώς» θα γράψει σε τοπική εφημερίδα για την υπόθεση Ζαχαριάδη και θα αποκαλύψει το γεγονός της αυτοκτονίας. Προφανώς η KGB ήθελε να προλάβει τις εξελίξεις ή κάτι περισσότερο: να τις ελέγξει… H «Κομσομόλσκαγια Πράβντα» της Μόσχας θα αναδημοσιεύσει τον Δεκέμβριο του 1990 την είδηση.

Το συγκλονιστικό νέο έφτασε στην Ελλάδα προσελκύοντας μεγάλο δημοσιογραφικό και ιστορικό ενδιαφέρον. H οικογένεια του Ζαχαριάδη μετέφερε τα οστά του στην Ελλάδα όπου θάφτηκαν στις 28 Δεκεμβρίου 1991. Μερικά χρόνια αργότερα ο γιος του Ιωσήφ θα εκμυστηρευθεί (στα «Νέα») ότι για την αυτοκτονία του πατέρα του γνώριζαν, εκτός από την KGB, ο ίδιος, ο αδελφός του Κύρος Ζαχαριάδης ή Πάβελ Αντόνοφ (από τον πρώτο γάμο του Ζαχαριάδη με την τσεχοσλoβάκα κομμουνίστρια Μάνια Νοβάκοβα, με την οποία απέκτησε και μία κόρη, την Ολγα) και η Ρούλα Κουκούλου, η δεύτερη σύζυγός του, ηγετικό στέλεχος του KKE επί σειρά ετών, η οποία δεν ζει πια. Οταν ζούσε μαζί του στo Βoυκουρέστι, το 1955, προτού ακόμη ο Ζαχαριάδης καθαιρεθεί, του ζήτησε να γυρίσει στην Ελλάδα. Το KKE τότε δρούσε σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας. Ο ίδιος δέχθηκε. «Αφού το θέλεις, να πας» της είχε πει. Κάποιοι τον κατηγόρησαν ότι «εκείνος την έστειλε». Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Στην Ελλάδα η Κουκούλου συνελήφθη και φυλακίστηκε. Από τη φυλακή θα «αποκηρύξει» τον άντρα της το 1957. «Το ίδιο θα έκανε και ο Νίκος αν μάθαινε ότι με διαγράψανε» θα πει ύστερα από χρόνια στον αείμνηστο Φρέντυ Γερμανό.

Οι μυστηριώδεις επιστολές

Ο Ζαχαριάδης της είχε στείλει ένα γράμμα μέσω του γιου τους Σήφη με τη ρητή εντολή να της το παραδώσει μετά την 1η Αυγούστου – τη μοιραία ημέρα. Το γράμμα αυτό παραμένει ως σήμερα άγνωστο και κατά πληροφορίες είχε παραδοθεί από την ίδια στο κόμμα προτού πεθάνει. Πολλά έχουν γραφεί για το αν γνώριζε η Ρούλα Κουκούλου ή όχι το περιεχόμενό του πριν από την αυτοκτονία, κάτι που ο γιoς της καθώς και η ίδια άλλωστε είχαν διαψεύσει, βεβαιώνοντας ότι το γράμμα το πήρε στα χέρια της μόνον όταν έγινε γνωστός ο θάνατός του (1 ή 2 Αυγούστου), όπως είχε ορίσει ο ίδιος. Ούτως ή άλλως οι ηγεσίες του ΚΚΣΕ και του KKE – άρα και η Κουκούλου – γνώριζαν για την απειλή της αυτοκτονίας. Την είχε διατυπώσει ο Ζαχαριάδης σε επιστολή του (από 26.6.1973) προς το ΚΚΣΕ, το KKE και τα δύο από τα τρία παιδιά του, τον Σήφη και την Ολγα (με τον Κύρο είχε ήδη έρθει σε ιδεολογική ρήξη). Σε αυτήν ανέφερε ότι μετά τις αλλεπάλληλες απεργίες πείνας που είχε κάνει από το 1966 – και είχαν θορυβήσει εντόνως τις ηγεσίες του ΚΚΣΕ και του KKE που προσπάθησαν επανειλημμένως να τις σταματήσουν με απεσταλμένους τους – τα «παράνομα και επαίσχυντα μέτρα εναντίον του συνεχίζονταν». Και προειδοποιούσε ότι «αν δεν αρθούν όλα τα μέτρα περιορισμού, εξορίας, στέρησης, ελευθερίας μετακίνησης και αναχώρησης από τη Σοβιετική Ενωση κτλ., κτλ.», τότε «την 1η Αυγούστου 1973, σαν έκφραση έσχατης διαμαρτυρίας, θ’ αφτοκτονήσω». Στο αντίγραφο του γράμματος προς τα παιδιά του υπήρχε και το εξής «στερνόγραφο»: «Το κουφάρι μου το κληροδοτώ στους Μπρέζνιεφ, Κολιγιάννη, Φλωράκη και Σία. Χαλάλι τους». Με την παράκληση μάλιστα να γίνει γνωστό «στους κληρονόμους του κουφαριού μονάχα ύστερα απ’ την 1 (πρώτη) Αυγούστου 1973» (Π. Ανταίος, «N. Ζαχαριάδης. Θύτης και θύμα», εκδόσεις Φυτράκη, 1991).

Κανένας, όπως φάνηκε, δεν πίστεψε τις απειλές του. «Δεν πίστεψα ότι θα αυτοκτονούσε, αλλιώς θα πήγαινα» είχε πει η Κουκούλου στον Φρέντυ Γερμανό (οι συνομιλίες τους περιλαμβάνονται στο ιστορικό μυθιστόρημά του «Το Αντικείμενο. Νίκος Ζαχαριάδης», εκδόσεις Καστανιώτη, 1997), πιστοποιώντας ότι γνώριζε για την απειλή της αυτοκτονίας προτού αυτή πραγματοποιηθεί.

Ο ρόλος του «απεσταλμένου»

Στις 26 Ιουλίου 1973 ταξίδεψε στο Σουργκούτ ο Κώστας Λουλές, μέλος του νεοεκλεγέντος τότε Πολιτικού Γραφείου – ο οποίος επίσης δεν ζει πια – ως απεσταλμένος του ΠΓ και του X. Φλωράκη (είχε εκλεγεί γενικός γραμματέας του κόμματος στη 17η Ολομέλεια του Δεκεμβρίου 1972 στη Βουδαπέστη). Το KKE έστειλε τον Λουλέ για να μεταπείσει τον άλλοτε χιλιοτραγουδισμένο ηγέτη.

Σύμφωνα με κάποιες πηγές, στις 24 του μήνα είχε συνεδριάσει στη Βουδαπέστη το ΠΓ παρουσία του M. Πονομαριόφ, ηγετικού στελέχους του ΚΚΣΕ και υπευθύνου των διεθνών σχέσεων του κόμματος, ο οποίος και απέτρεψε, όπως υποστηρίζεται, τον X. Φλωράκη να μεταβεί ο ίδιος στη Σιβηρία. Ετσι επελέγη ο Λουλές. Οπως αναφέρεται στην πολιτική βιογραφία του X. Φλωράκη (X. Θεοχαράτος, «Χαρίλαος Φλωράκης και λαϊκό κίνημα», εκδόσεις Τυποεκδοτική, 2001), ο K. Λουλές στάλθηκε για να προτείνει στον N. Ζαχαριάδη «να συνεργαστεί με τη νέα ηγεσία» του κόμματος και μάλιστα να μεταφερθεί για τον σκοπό αυτόν στη Βουδαπέστη, όπου ήταν η έδρα της KE (λέγεται ότι θα του πρότειναν να βοηθήσει ως σύμβουλός της). Δεν γίνεται όμως αναφορά στον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού· ούτε στην παρουσία του Πονομαριόφ. Στη βιογραφία καταγράφεται ότι κατά «τα τελευταία χρόνια της μοναξιάς του» στο Σουργκούτ ο Ζαχαριάδης «θα πρέπει να ήταν μια διαταραγμένη προσωπικότητα». Αν και διαπιστώνεται ότι ο Λουλές ίσως και να μην ήταν «ο καταλληλότερος για την αποστολή που του ανέθεσαν», επισημαίνεται ότι «το καλοκαίρι του 1973 ήταν ήδη πολύ αργά για να «σωθεί» ο N. Ζαχαριάδης».

Το μοιραίο «στοίχημα»

Ο Ζαχαριάδης διαφώνησε με τον απεσταλμένο του κόμματος σε πολλά ζητήματα που τον αφορούσαν. H συζήτηση ήταν βασανιστική, όπως μαρτυρούν τα γραπτά του Ζαχαριάδη. Τις τελευταίες τρεις ημέρες της ζωής του γράφει το «Μήνυμα από την άλλη μεριά», ένα σημείωμα που του ζήτησε ο Λουλές και προοριζόταν «μονάχα για τους Φλωράκη, Λουλέ, Πλάτανο (σ.σ.: N. Γκένιος)». Υποτίθεται ότι το κείμενο αυτό θα το παραλάμβανε άνθρωπος του κόμματος πριν από τη μοιραία 1η Αυγούστου. «Το γραφτό είναι έτοιμο, κανένας όμως δεν ήρθε να το πάρει…» θα γράψει ο Ζαχαριάδης με πίκρα, ενώ θα αναφερθεί στον «απεσταλμένο» του κόμματος με αρκετές αιχμές: «Του ζήτησα να μείνει μαζί μου ακόμα μια μέρα. Βιάζονταν και μου ‘πε ότι τον περιμένουν κάπου». «Δεν ξέρεις ότι παντού ζητάν το Χαρίλαο ή εμένα;» του είχε πει ο Λουλές – ο Ζαχαριάδης το εξέλαβε ως δείγμα έπαρσης. H πιο συγκλονιστική στιγμή ήταν όταν φεύγοντας ο «απεσταλμένος» τού είπε, όπως καταγράφεται στο «Μήνυμα»: «Εγώ πιστεύω ότι δεν θα το κάνεις» (σ.σ.: να αυτοκτονήσει). Ο Ζαχαριάδης θα γράψει: «Του εύχομαι να μην ξανακάνει τέτοιο λάθος…»! Στο τέλος του ίδιου σημειώματος, ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα ώρα Αθήνας και λίγη ώρα προτού κρεμαστεί από τον κεντρικό σωλήνα θέρμανσης που περνούσε σε κάποιο σημείο της οροφής του σπιτιού του, θα γράψει: «Βγαίνει ότι ο Λουλές το ‘χασε το στοίχημα»!

Ποια ήταν η γνώμη του Ζαχαριάδη για τον νέο τότε γενικό γραμματέα; «Το Χαρίλαο τον ξέρω, όσο μπορώ να τον ξέρω, σαν άξιο κουκουέ, με στέρεο κομματικό έρμα, δοκιμασμένο, με κατάρτιση και μυαλό που θα του επιτρέψουν, αφτό το πιστέβω, να τα βγάλει πέρα» θα σημειώσει στο ίδιο κείμενό του. Γι’ αυτό κάποιοι θέλουν να πιστεύουν ως σήμερα ότι, αν τελικώς είχε επιμείνει να πάει ο ίδιος ο X. Φλωράκης, ίσως να άλλαζε κάτι.

Το KKE λοιπόν γνώριζε για τις απειλές του N. Ζαχαριάδη. Γι’ αυτό έστειλε και το στέλεχός του στο Σουργκούτ. «Ο Λουλές μάς το είπε ξεκάθαρα όταν γύρισε» θα πει η Ρούλα Κουκούλου στον Φρέντυ Γερμανό, «ο Ζαχαριάδης δεν θα αυτοκτονήσει», εκφράζοντας η ίδια το παράπονο: «Αχ, γιατί να μην ήμουν την 1η Αυγούστου εκεί…». Ο K. Λουλές πάντως την είχε ειδοποιήσει ότι φεύγει για το Σουργκούτ για να πάει και εκείνη μαζί του. «Δεν πίστεψα ότι θα αυτοκτονούσε, αλλιώς θα πήγαινα» θα πει η ίδια ύστερα από πολλά χρόνια.

Πηγή: tovima.gr - Λ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ  

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ