Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Για τις κινητοποιήσεις στη Λευκορωσία - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Λευκορωσία, και κύρια η επανεκλογή του προέδρου Αλεξάντρ Λουκασένκο, έχουν προκαλέσει την εκδήλωση μίας σειράς κινηματικών δράσεων στη χώρα. 

Η εφημερίδα 'Η Καθημερινή,' αναφέρεται με πληροφοριακού τύπου, άρθρο της, στη σύλληψη ενός μεγάλου αριθμού διαδηλωτών την Τετάρτη 12 Αυγούστου: «Οι αρχές της Λευκορωσίας ανακοίνωσαν σήμερα τη σύλληψη επιπλέον 700 διαδηλωτών την Τετάρτη, κατά την τέταρτη ημέρα μιας βίαιης καταστολής, με δύο νεκρούς μέχρι στιγμής, ενός κινήματος αμφισβήτησης της επανεκλογής του προέδρου Αλεξάντρ Λουκασένκο στις εκλογές της Κυριακής. Με τις νέες συλλήψεις, τις οποίες ανακοίνωσε στον λογαριασμό του στο Telegram το λευκορωσικό υπουργείο Εσωτερικών, ανέρχεται σε τουλάχιστον 6.700 ο συνολικός αριθμός των συλληφθέντων από την Κυριακή το βράδυ».

Ουσιαστικά, η επανεκλογή Λουκασένκο, που εν προκειμένω, έλαβε κάτι παραπάνω από το 80% των ψήφων στις εκλογές που διεξήχθησαν την Κυριακή 9 Αυγούστου, με το συγκεκριμένο και πολύ μεγάλο ποσοστό, ποσοστό να δημιουργεί ευλόγως ανησυχίες και αμφιβολίες για την εγκυρότητα της όλης εκλογικής διαδικασίας, αποτέλεσε την 'θρυαλλίδα' που ανέδειξε έντονα και 'φορτισμένα' στη δημόσια σφαίρα το περιεχόμενο της διακυβέρνησης Λουκασένκο ο οποίος και βρίσκεται στην εξουσία 24 χρόνια, ήτοι από το 1994, λίγα χρόνια μετά από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

 Σε αυτό το πλαίσιο, το περιεχόμενο της ασκούμενης διακυβέρνησης, τίθεται στο προσκήνιο από την πλευρά των διαδηλωτών που με αφορμή την διεξαγωγή μίας προεκλογικής εκστρατείας οριοθετημένης, προσιδιάζουν προς την κατεύθυνση αναπαραγωγής ενός περισσότερο μαζικού ρεπερτορίου διαμαρτυρίας.

 Ή αλλιώς, παραπέμποντας στην ανάλυση του Σεραφείμ Σεφεριάδη, κάνουμε λόγο για το άνοιγμα ενός  «συγκρουσιακού κύκλου» στη Λευκορωσία, δηλαδή ενός κύκλου που ναι μεν επιδιώκει να έχει ως σημείο αναφοράς την διεξαγωγή των πρόσφατων εκλογών και τον τρόπο εκλογής του Λουκασένκο,  αλλά παράλληλα, αναδεικνύει μία σειρά «βαθύτερων αιτιών», κατά την διαπίστωση της Έλλης Λεμονίδου. 

Σε αυτό το σημείο, επιχειρώντας μία μικρή παρέκβαση, θα προσθέσουμε ό,τι ακόμη και εάν συντρέχουν παραπάνω του ενός λόγοι κινητοποίησης, δεν σημαίνει πως αυτή θα εκδηλωθεί άμεσα, ‘αυτόματα,’ ως απλή συνέπεια και προέκταση  λόγων και αιτιών. Οι κινηματικές δράσεις (και οι εξεγέρσεις), δεν ακολουθούν πορεία άμεσου αιτίου και αιτιατού, όσο αποτελούν απείκασμα της ιστορικής ετερογένειας και μη-γραμμικότητας, της διαπλοκής εξουσίας-δρώντων που εξελίσσεται στον ιστορικό χρόνο,  εγγράφοντας και όρους συγκυρίας.  Στη Λευκορωσία, το σημείο τομής, υπήρξε. 

Τώρα, αιτίες που ωθούν στην κινηματική επιτελεστικότητα, η οποία και εμβαπτίζεται στα νάματα της 'Αλλαγής' ως σημαίνον, είναι  σχετικές με την συγκρότηση ενός κατά βάση γραφειοκρατικού και αυταρχικού καθεστώτος (μία «δημοκτατορία», σύμφωνα με τον Pierre Hassner), που δύναται να συναρθρώσει, βαθύτερα και εσώτερα, τη μη διάκριση των εξουσιών, με την αναγωγή της έννοιας της 'ασφάλειας' ως 'ιδανικής,' καθοδηγητικής αρχής, με την διεξαγωγή εκλογών με τέτοιον τρόπο ώστε να παράγεται η νομιμοποίηση της παρουσίας του 'ηγέτη' που είναι επιφορτισμένος με τη 'σωτηρία' της χώρας (σωτηριολογική προσέγγιση). 

Και, παράλληλα, εντός αυτού, ενσκήπτουν αιτίες κινητοποίησης όπως είναι η στασιμότητα της χώρας σε διάφορα επίπεδα με τον απομονωτισμό της, δίχως όμως αυτός να προσεγγίζει επίπεδα Βορείου Κορέας, οι συλλήψεις στελεχών της αντιπολίτευσης, η  λειτουργία μορφών λογοκρισίας και ένταξης της κριτικής στη σφαίρα της 'συνωμοσίας' και δη της 'διαρκούς συνωμοσίας' (βλέπε τις δηλώσεις του προέδρου Λουκασένκο), όπως επίσης και η διαμεσολάβηση κοινωνικών-πολιτικών συμφερόντων όπως αρθρώνεται εντός καθεστώτος. Του καθεστώτος που αξιώνει από την Δημοκρατία, την αναδρομική νομιμοποίηση της δικής του δράσης. Και σε αυτό το σημείο, δύναται να αντιληφθούμε την σημασία που αποδίδεται από τους διαδηλωτές, στο δημοκρατικό πρόταγμα. Εν ευρεία και εν στενή εννοία.

Εάν δε, υιοθετήσουμε έναν λόγο περί ελίτ, τότε θα κάνουμε λόγο για την ύπαρξη μίας κοινωνικοπολιτικής ελίτ που ου ως καύσιμη ύλη έχει την διατήρηση της θέσεως της ως παραγωγού πολιτικής, ασκώντας επιρροή εντός του ευρύτερου μπλοκ εξουσίας. 

 Σε αυτή την περίπτωση, λαμβάνει χώρα η διαμόρφωση ενός κοινωνικοπολιτικού κινήματος το οποίο και συνέχει την δράση του, προσδίδοντας της διεκδικητικό επίχρισμα μέσω της εμπρόθετης αναφοράς του προτάγματος της δημοκρατίας, στο σημείο όπου προβαίνει σε μία διττή έγκληση. Δηλαδή, αφενός μεν εκπληρώνει το ένα από τα δύο κριτήρια του Mark Beissinger, κριτήριο σχετικό με τον αριθμό συμμετεχόντων στις διαδηλώσεις, εφόσον οι συμμετέχοντες φθάνουν τους εκατό και παραπάνω, και, αφετέρου δε, δύναται να προσδιορίσει την συμπερίληψη μίας σειράς μεταρρυθμιστικών στόχων εντός μίας στρατηγικής 'διεκδίκησης' της χώρας. 

Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Το ό,τι ακριβώς πρωταρχικό επίδικο καθίσταται η μετάβαση και δη η δυνατότητα της μετάβασης στη μετα-Λουκασένκο Λευκορωσία, με όρους που θα κινούνται στον αντίποδα της διακυβέρνησης Λουκασένκο. Στην ασκούμενη αστυνομική βία η οποία και είναι έντονη, με τις μέχρι τώρα συλλήψεις διαδηλωτών να υπερβαίνουν τον αριθμό των πέντε χιλιάδων, οι ίδιο διαδηλωτές δεν διακρίνουν παρά την μορφή ή αλλιώς το ‘φάντασμα’ του Λουκασένκο. 

Όσον αφορά το εύρος της αστυνομικής βίας στη Λευκορωσία, θα αναφέρουμε πως η ανάλυση μας εκφεύγει του ίδιου αναλυτικού πλαισίου που προσλαμβάνει την αστυνομία ως φορέα άσκησης, μονοσήμαντα, μίας έντονης καταστολής.

 Αντιθέτως, ορμώμενοι από την θεωρητική αντίληψη του Γιώργου Παπανικολάου  περί του ρόλου και της λειτουργίας της αστυνομίας (εδώ εντοπίζουμε και κάποια υπόγεια Αλτουσεριανά ‘ίχνη’), ως «κανονικού θεσμού», θα τονίσουμε το γεγονός ό,τι η αστυνομική, βία, εν-σώματα όσο και πολιτικά προσδιορισμένη, τείνει προς το πλαίσιο επανεπινόησης των όρων άσκησης της κυβερνητικής-κρατικής εξουσίας, συγκρατεί την ιδιαίτερη ‘μνήμη’ του καθεστώτος, αναπαριστώντας το ‘σώμα’ (είναι ενδιαφέρον θεωρητικά, αυτό το ‘παίγνιο’ με το σώμα), των διαδηλωτών ως διάρρηξη του λόγου του καθεστώτος, επανεπινοώντας τα χαρακτηριστικά μίας πολιτικής που ευρίσκεται στο μεταίχμιο της κινητοποίησης ή αλλιώς, των κινητοποιήσεων και της αναγνώρισης τους. 

Έτσι, οι αθρόες συλλήψεις συμμετεχόντων καθίστανται ένας εύσχημος τρόπος από πλευράς του καθεστώτος ώστε να προβάλλει επί της όλης διαδικασίας τα χαρακτηριστικά  της ‘κατοχής γνώσης,’ που διαπλέκονται, όχι με το μονοπώλιο άσκησης της φυσικής βίας, αλλά κύρια, με τις θέσεις και με την ‘αλήθεια’ του καθεστώτος. ‘Γνώσης’ ως προς το θεμιτό και νόμιμο της αστυνομικής δράσης, ως προς το ‘δίκαιο’ της σύλληψης που φέρει τον διαδηλωτή ενώπιον της απόκλισης του από την τάξη ως ‘κανονιστική αρχή,’ στο εγκάρσιο σημείο όπου ο αστυνομικός θεσμός (κρατικός μηχανισμός), παραγάγει εκ νέου τις νόρμες μίας βιο-εξουσίας για την οποία ο χώρος συνιστά υπενθύμισης των καταστατικών όρων της. 

Στα συμφραζόμενα των κινητοποιήσεων και των κρατικών αντιδράσεων, η φυγή στο εξωτερικό (αυτο-εξορία) στη Λιθουανία συγκεκριμένα, της υποψήφιας στις εκλογές Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια, αναδεικνύει τις κοινωνικές πολιτικές και ιδεολογικές ρωγμές που ενυπάρχουν στη μετα-σοβιετική Λευκορωσία που διακρατεί μία κουλτούρα καχυποψίας για το κράτος δικαίου και για θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας.  Οι κοινωνικές διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται σε μία χώρα που βρίσκεται στο  μαλακό υπογάστριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, διακρατούν την αίσθηση διεκδίκησης μίας συμβολικής και έμπρακτης, πολιτικού τύπου, ‘ελευθερίας.’

Στη Λευκορωσία, ενυπάρχει το υπόστρωμα της «διαθεσιμότητας», που σημαίνει πως ενυπάρχει «η επίγνωση ό,τι υπάρχει κάποια μορφή δράσης που είναι εφικτή και έχει νόημα». Για το ατομικό υποκείμενο και για τους διαδηλωτές που κινητοποιούνται, για τους οποίους κινητήρια δύναμη είναι η αίσθηση του ό,τι αποτελούν ένα ‘δίκτυο’ ετερογενές κοινωνικά αλλά με κοινούς στόχους που περνούν από στόμα σε στόμα, σε ένα σημείο που θα αποκαλούσαμε προφορικότητα της κοινωνικής κινητοποίησης. Δίπλα στην έννοια της «διαθεσιμότητας», θα τοποθετήσουμε αυτή της ακόμη θετικής προσδοκίας για την ανατροπή του status quo, η οποία και αρδεύει το περίγραμμα της δημοκρατίας που εάν στο χέρι διακρατεί την Δικαιοσύνη στο άλλο διακρατεί την κατά τους διαδηλωτές, ισότητα. 

  Η ένταξη σε ένα δίκτυο πολιτικών αξιών και στόχων, είναι αυτή που παραγάγει συναισθήματα συν-ταύτισης και διεκδίκησης, εφόσον πρώτα έχει απαντηθεί το ερώτημα του ‘γιατί τώρα;’ Αντίστοιχα, και με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στο Λίβανο, που επιταχύνθηκαν ('πύκνωση' κοινωνικού-ιστορικού χρόνου) μετά την μεγάλη έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού, θεωρούμε πως είναι ο φόβος εκείνο το συναίσθημα που ωθεί σε κινητοποιήσεις στους δρόμους της Βηρυτού εναντίον του 'συστήματος' εξουσίας. Και τι δύναται να σημάνει κάτι τέτοιο; Ο φόβος για τις άμεσες και εκδηλούμενες επιπτώσεις από την έκρηξη (οι άστεγοι υπολογίζονται σε 300.000, για παράδειγμα), που δύνανται να λειτουργήσουν σωρευτικά σε μία διαμορφωμένη κατάσταση ετών, ο φόβος για ενδεχόμενη παράλειψη απόδοσης ευθυνών για την έκρηξη, δίχως να είναι το μόνο συναίσθημα, ωθεί στην πραγματοποίηση μίας σειράς κινητοποιήσεων. Και αυτό συμβαίνει διότι ο φόβος σημαίνεται ως πλαίσιο το οποίο και, εναρμονισμένο με την διαχείριση της κατάστασης, πιστεύεται ό,τι δεν συμβάλλει στην απόκρυψη της από την πλευρά των συμμετεχόντων.

 Ως προς αυτό, γειώνεται και ονομάζει. Επιδρά στη δημιουργία μίας ‘φορτισμένης’ κινητοποιητικής δράσης που στοχεύει, εν μέσω διαφόρων αιτημάτων, στην υπέρβαση (η άλλη ‘Δικαιοσύνη’) της παρούσας κατάστασης. Δεν χρυσώνει το χάπι.   Δεν αδρανοποιεί ούτε και καθηλώνει, όσο εντάσσεται σε μία συναισθηματική χορεία που ακόμη αναζητεί την μετάπλαση της σε πολιτική πρόταση, αποκτώντας ένα πρώτο υπόστρωμα το οποίο και απευθύνεται προς την πολιτική τάξη της χώρας: Βαθιές μεταρρυθμίσεις και διαφάνεια κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ