Η συνταγή που οδηγεί σε βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους

 

Αν σταθεί κανείς στο ποσοστό τρομάζει. Το χρέος γενικής κυβέρνησης προβλέπεται φέτος να κάνει άλμα 20,8 ποσοστιαίων μονάδων από το 176,6% του ΑΕΠ το 2019, στο 197,4% του ΑΕΠ σύμφωνα με τις προβλέψεις του προσχεδίου του προϋπολογισμού. Το ΔΝΤ εκτιμά πως θα αγγίξει το 200%.

Σε απόλυτα μεγέθη, η εικόνα και οι εντυπώσεις είναι πολύ διαφορετικά. Η ετήσια αύξηση είναι της τάξης των 6 δις ευρώ. Το δημόσιο χρέος από τα 331,063 δισ. ευρώ θα αυξηθεί στα 337 δισ. ευρώ. Τεράστιο, ναι. Διαχειρίσιμο -με τα σημερινά δεδομένα- επίσης, δεδομένης και της μεγάλης μείωσης των αποδόσεων στα ελληνικά ομόλογα.

Οι δαπάνες τόκων κινούνται στην περιοχή των 5,5-6,3 δισ. ευρώ (από 3,2% έως 3,7% του ΑΕΠ) την τελευταία πενταετία και εκεί θα παραμείνουν και το 2021 όταν καλώς εχόντων των πραγμάτων η οικονομία θα μπει σε τροχιά δυναμικής ανάκαμψης (7,5% του ΑΕΠ με κεφάλαια από την Ευρώπη και κανονικότητα επί της πανδημίας το δεύτερο τρίμηνο ή 4,5% αν το στοίχημα δεν βγει).

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του προσχεδίου, η ανάπτυξη είναι αυτή η οποία θα ξεφουσκώσει το δημόσιο χρέος σε αντιδιαστολή με την υπέρμετρη ποσοστιαία διόγκωσή του φέτος εξαιτίας της ύφεσης. Το 2021, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στα 342 δισ. ευρώ ή 184,7% ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 12,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έναντι του 2020.

 

Παγκόσμιο ρεκόρ χρέους

Η έκρηξη του χρέους δεν είναι ελληνικό φαινόμενο το 2020. Με τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να έχουν ρίξει στον αγώνα κατά της πανδημίας 12 τρισ. δολάρια σε μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την ύφεση να κυριαρχεί παντού, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα ανέφερε πως για πρώτη φορά το παγκόσμιο δημόσιο χρέος φέτος θα αγγίξει το 100% του ΑΕΠ ( ιδιωτικό και δημόσιο χρέος στον κόσμο είναι τρεις φορές παραπάνω από το ΑΕΠ), στέλνοντας μήνυμα στις κυβερνήσεις να μην αποσύρουν πρόωρα τα μέτρα στήριξης.

Λίγες μέρες νωρίτερα, στα πρώτα συμπεράσματα της δεύτερης μεταμνημονιακής έκθεσης του ΔΝΤ για την Ελλάδα, το Ταμείο ανέφερε μεταξύ άλλων πως «η μεσοπρόθεσμη δυνατότητα αποπληρωμής του δημοσίου χρέους της Ελλάδας παραμένει επαρκής. Αυτό αντανακλά τις διαχειρίσιμες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες υπό το βασικό σενάριο, που οφείλονται μερικώς στην αυξημένη στήριξη από την ΕΕ και την ΕΚΤ, καθώς και από το σημαντικό μαξιλάρι ρευστότητας. Μετά από μια αύξηση το 2020, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας προβλέπεται να μειωθεί σταδιακά στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, αν και παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα συγκριτικά με προηγούμενες προβλέψεις».

O επικεφαλής της ομάδας του Ταμείου για την Ελλάδα Ντένις Μπότμπαν εκτίμησε, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, πως στο δυσμενές σενάριο όπου μια σειρά κινδύνων επιβεβαιώνονταν ταυτόχρονα όπως παράταση της πανδημίας, ανάγκη νέας στήριξης του τραπεζικού συστήματος και κοστοβόρες αποφάσεις του ΣτΕ για αναδρομικά, η διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους θα απαιτούσε είτε νέα παρέμβαση από τους εταίρους είτε επιστροφή σε περιοριστική δημοσιονομική πολιτική.

Σε αυτό το σενάριο όμως, πιθανότερο θεωρείται πως το πρόβλημα θα ήταν πανευρωπαϊκό, δεν θα αφορούσε μόνο την Ελλάδα, οπότε και ως τέτοιο θα αντιμετωπιζόταν σε επίπεδο Ε.Ε και ΕΚΤ.

 

Παρέμβαση βιωσιμότητας...

Οι εταίροι στην ευρωζώνη, τον Μάιο του 2018 δεσμεύτηκαν πως εάν παραστεί ανάγκη και υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα τηρεί τις δεσμεύσεις της, θα συνδράμουν εκ νέου στην περίπτωση όπου απειληθεί η βιωσιμότητα του χρέους μετά το 2032.

Στο σημείο αυτό, αναλυτές υπογραμμίζουν πως ενδεχόμενη νέα παρέμβαση της Ε.Ε στο χρέος προϋποθέτει πως η Ελλάδα έχει κάνει από την πλευρά της ό,τι χρειάζεται (συνθήκη η οποία μεταφράζεται σε «ότι περνάει από το χέρι της σε καθεστώς πανδημίας») για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του χρέους.

Για παράδειγμα, αναφέρουν, όταν ο ESM παρέχει τη δυνατότητα δανεισμού 3 δισ. ευρώ με μηδενικό κόστος για δαπάνες που σχετίζονται αποκλειστικά με την αντιμετώπιση της πανδημίας (από το συνολικό πακέτο των 200 δις ευρώ για τα κράτη μέλη), μπορεί ορισμένοι -όταν και εάν έρθει η ώρα- να σταθούν στην απροθυμία άντλησης τόσο φθηνών κεφαλαίων από το Μηχανισμό για να υποστηρίξουν πως τα πλεονάσματα είναι η λύση και όχι η νέα διευθέτηση.

Οι ίδιες πηγές συμπληρώνουν βέβαια πως η προοπτική να πέσουν στην ελληνική οικονομία 72 δισ. ευρώ μέσα στα επόμενα χρόνια (Ταμείο Ανάκαμψης και ΕΣΠΑ), διαμορφώνουν τις συνθήκες ώστε το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να ξεφουσκώσει δραστικά, ακυρώνοντας όλους τους προβληματισμούς περί βιωσιμότητας του. Αρκεί, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης να αποδειχθούν η μεγάλη ευκαιρία και όχι η χαμένη ευκαιρία.

 
 
 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ