Παιδικά ρούχα - Πακέτα Βάπτισης Papillonkids.gr

Για την διαμαρτυρία καταστηματαρχών στην Αθήνα - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

 

Σε μία πρωτότυπη κίνηση διαμαρτυρίας, προχώρησαν ιδιοκτήτες καταστημάτων του κλάδου της εστίασης, το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου. Λαμβάνοντας υπόψιν τα κυβερνητικά μέτρα που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού, μέτρα που προσλαμβάνουν ένα οιονεί κοινωνιο-χωρικό επίπεδο (εδώ θα συνυπολογίσουμε και την περίοδο της 'καραντίνας'), οι συμμετέχοντες στην εκδήλωση εξέφρασαν την διαμαρτυρίας τους, επικεντρώνοντας σε ένα μέτρο που λήφθηκε κατά την διάρκεια των θερινών μηνών. 

Και αναφερόμαστε στο μέτρο της παύσης λειτουργίας των καταστημάτων εστίασης στις 12 τα μεσάνυχτα έως το επόμενο πρωί, κάτι που μας επιτρέπει να τονίσουμε, θεωρητικά, πως το ευρύτερο στοιχείο, το γενικό με το όλο πλέγμα των μέτρων, συναρθρώνεται με μία ειδικότερη διάσταση που προβάλλει το μέτρο του κλεισίματος των καταστημάτων τα μεσάνυχτα, μέτρο που προβάλλεται, 'φορτισμένα,' ως 'χαριστική βολή' σε έναν ήδη πληττόμενο κλάδο.

 Όσον αφορά αυτό καθαυτό το γεγονός της διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, θα επισημάνουμε πως αυτή φέρει τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά της πρωτοτυπίας, στο βαθμό που πραγματοποιήθηκε στις 12 τα μεσάνυχτα, σε μία ευδιάκριτη υπόμνηση του κυβερνητικού μέτρου που ελήφθη, με την ώρα εκδήλωσης της διαμαρτυρίας να φέρει ένα διττό πρόσημο: Έτσι, αφενός μεν 'καλεί' σε μία συγκέντρωση στον ανοιχτό δημόσιο χώρο, και, αφετέρου δε, 'εγκαλεί' την κυβέρνηση για την απόφαση κλεισίματος την συγκεκριμένη ώρα που δεν φέρει παρά 'μαύρο' (συνδήλωση νύχτας).

 Με όρους τυπολογίας, η εκδήλωση καθίσταται μία ιδιαίτερη «διαδραστική εκστρατεία» για να παραπέμψουμε στον Charles Tilly, ιδίως από την στιγμή όπου επιδιώκεται η απεύθυνση προς την κυβέρνηση ως σημαίνον 'δρώντα' και σε ένα δεύτερο επίπεδο η ‘αλληλεπίδραση’ μαζί της, ώστε η κυβερνητική απόκριση, ιδανικά για τους συμμετέχοντες, να είναι απόκριση άρσης του μέτρου, κάτι που κάθε άλλο παρά είναι δεδομένο. 

Διευρύνοντας την οπτικής μας, θα αναφέρουμε πως, εγγράφοντας στο εσωτερικό τα συμφραζόμενα της ώρας που δεν σημαίνει αλλά 'παύει,' η διαμαρτυρία εντάσσεται στο σχήμα που ο Thomas Lindenberger αποκαλεί «πολιτική του δρόμου» (strassenpolitik), εντός της οποίας διατυπώνεται μία σειρά αιτημάτων, στο σημείο όπου επίσης το βασικό ρεπερτόριο συνιστά ρεπερτόριο 'δρόμου': Συνθηματολογική διατύπωση αιτήματος και δη διεκδικητικού αιτήματος, στόχευση, αναπαραγωγή του διαμέσου και της λειτουργίας της φωνής.

 Γύρω από το πρωταρχικό αίτημα της εκ νέου βραδινής επαναλειτουργίας των καταστημάτων, αρθρώνεται το ευρύτερο διεκδικητικό πλέγμα, το οποίο και στη βάση του, προσιδιάζει προς τον άξονα, τόσο της νοηματοδότησης των όρων εκείνων που καθιστούν τον επαγγελματία κρισιακά 'πληττόμενο,' όσο και της ερμηνείας του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι και περαιτέρω, της πανδημικής κρίσης, με μοτίβα κοινωνικά-επαγγελματικά. 

Η εφημερίδα 'Το Βήμα' προσφέρει ένα πανόραμα του λόγου που αρθρώθηκε κοινωνικά-ταξικά, η ανάλυση του οποίου, δύναται να συμβάλλει στον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας των συμμετεχόντων. Κατ' αρχάς, ο αρθρωμένος λόγος καθίσταται «ξεκάθαρος», για να δανειστούμε τον όρο που χρησιμοποιεί ο Νίκος Ποταμιάνος για να αναφερθεί στις αντι-μνημονιακού τύπου, δραστηριότητες που ανέπτυξε η 'Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδος' (ΓΣΕΒΕΕ), την πρώτη περίοδο της βαθιάς οικονομικής-κοινωνικής κρίσης.

 Έτσι, εντός της δράσης των καταστηματαρχών, διαγράφεται η δυνατότητα συγκρότησης ενός λογοθετικού 'πυρήνα' που άπτεται, και της μη ιδιαίτερης αναπαραγωγής κεφαλαίου, συνεπεία του 'lockdown' στην εργασία, αλλά και της έγκλησης μίας χορείας μέτρων που δύνανται να αμβλύνουν κατά τι τις συνέπειες της πανδημικής κρίσης και της διαχείρισης της υπό την μορφή του 'lockdown.'

 «Lockdown στην εργασία, lockdown και στις υποχρεώσεις. Stop στις εξώσεις με νόμο. Μείωση ενοικίων για όλο το 21. 6% παντού για όλο το 2021,» διαβάζουμε χαρακτηριστικά. Υπό αυτό το πρίσμα, ο λόγος που παράγεται εμπρόθετα, ανεστραμμένα και μη, προβάλλει το κλείσιμο των επιχειρήσεων-καταστημάτων τις μεταμεσονύχτιες ώρες ως μείζονα 'αιτία' (αιτιακή προσέγγιση), της αδυναμίας και συνακόλουθα, της ιδιαίτερης 'στάσης πληρωμών,' επιζητείται η παύση των «εξώσεων με νόμο», περισσότερο ρητά και επιτακτικά, από κοινού με την διεκδίκηση μείωσης των 'ενοικίων' στο 6% για το 2021, αξιώνοντας την υπενθύμιση του ό,τι το καθεστώς των ενοικίων και η διεκδίκηση της μείωσης και του εξορθολογισμού  του, υπήρξε ουσιώδης όρος κινητοποίησης για μερίδες της εν Ελλάδι παραδοσιακής μικροαστικής τάξης.

 Στη διαμαρτυρία του Σαββάτου 19 Σεπτεμβρίου, το 'ενοίκιο' και δη η μείωση συνιστά όρο συνέχισης της λειτουργίας μίας επιχείρησης και ενός καταστήματος, και, με μελοδραματικούς όρους, επιβίωσης. Η παρουσία του «λαού» (Νίκος Ποταμιάνος), των ιδιοκτητών στο κέντρο της Αθήνας αρθρώνεται σε επίπεδα που περιλαμβάνουν: Την 'αποκάλυψη' της κρισιμότητας της κατάστασης που βιώνουν με το σημαίνον του 'lockdown' που εδώ σημαίνεται αρνητικά έως 'καταστρεπτικά.' Την προσίδια διαμόρφωση μίας αντίστιξης προς την κυβέρνηση, που όμως συγκεκριμενοποιείται προς το πεδίο έκφρασης της εναντίωσης στο μέτρο του 'κλεισίματος' που 'πλήττει οριζόντια.' 

 Και η ως άνω διαμαρτυρία-αντίστιξη δεν σχετίζεται με την έκφραση μίας διαμαρτυρίας που εδράζεται ή αλλιώς, ερείδεται σε βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις κάτι που μένει να φανεί στην πορεία. Την προβολή μίας συσπείρωσης που δομεί τους καταστηματάρχες ως ιδιαίτερη ταξική μερίδα (μικροαστική τάξη), η ύπαρξη της οποίας 'κινδυνεύει' από μία απόφαση που αναπαρίσταται ως προπομπός οριστικός κλεισίματος, ήγουν απώλειας ιδιοκτησίας που συνιστά τμήμα του κοινωνικού 'βιό-κοσμου' του καταστηματάρχη. 

Παρακάτω, επι-τελείται μία ‘performance’ που ενσωματώνεται εντός του κύκλου διαμαρτυρίας, με μία σειρά συμμετεχόντων που τηρούν  αποστάσεις ασφαλείας μεταξύ τους (αξίζει να σημειωθεί ό,τι στη διαμαρτυρία τηρήθηκαν τα μέτρα αποστασιοποίησης και ασφάλειας έναντι του κορωνοϊού), να κρατούν πλακάτ που αναγράφουν  και παράλληλα συμπυκνώνουν κοινωνικά, πολιτικά και νοηματικά, τις αφηγήσεις-διεκδικήσεις. 

Σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την  σημαίνουσα, όπως ήδη έχει επισημανθεί διεκδίκηση του στόχου επαναλειτουργίας των καταστημάτων που συνέχει την όλη δράση και ταυτότητα των κοινωνικών υποκειμένων, στόχος που τροφοδοτείται από την ‘φορτισμένη’ απεύθυνση του ‘Μένουμε Σπίτι’ εν καιρώ ‘καραντίνας,’ μετεξελισσόμενος σε «ζητάμε πολλά; Απλά μένουμε ανοιχτά».

 Το στοιχείο ή αλλιώς, το μοτίβο αυτό (συνύπαρξη ‘κλεισίματος/ανοίγματος’), ενισχύεται από την προβολή σε παροντικό χρόνο, επιμέρους διαστάσεων που καταγίνονται, και με πρόσληψη της (πολύσημης) έννοιας της ‘ασφάλειας’ που μετατοπίζεται χωρικά προς τον άξονα του bar («Mένουμε ασφαλείς και στο bar»), εκεί όπου υπενθυμίζεται η ικανότητα και όχι απλά η δυνατότητα τήρησης των μέτρων ασφαλείας και αποφυγής συγχρωτισμού στο εσωτερικό καταστημάτων εστίασης και διεκδίκησης, δίχως να εκ-λείπει η αίσθηση της αλληγορίας, που εκφράζεται εκτατικά.

 «Τα ζόμπι είναι εργαζόμενοι και αυτοαπασχολούμενοι», τονίζεται, στο εγκάρσιο σημείο όπου και αναδύεται στη δημόσια σφαίρα ο λόγος επί του ‘κλεισίματος’: Μεταφορικά και μη, οι επιπτώσεις του ‘lockdown’ μετεξελίσσουν σε ‘ζόμπι’ (‘τερατότητα’) τους εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους. Και πέραν της γλαφυρής αναπαράστασης του ‘κινδύνου’ και της πραγματικότητας για τους ίδιους, αναδεικνύονται και οι συμμαχιακές εγκλήσεις στις οποίες και προχωρούν οι διοργανωτές της εκδήλωσης. 

Αυτή η κίνηση έχει ως αποτέλεσμα ο κοινωνικός-κλαδικός χαρακτήρας της εκδήλωσης να προσλαμβάνει έναν πλέον δια-ταξικό χαρακτήρα, ενσωματώνοντας και τους εργαζομένους στον κλάδο της εστίασης. Ειρήσθω εν παρόδω, στην εκδήλωση συμμετείχαν και εργαζόμενοι από τον κλάδο της εστίασης.   Άρα, προκύπτει μία τοπικής χροιάς,  κοινωνική συμμαχία επί του πεδίο του δρόμου, που έχει ενδιαφέρον το πως θα εξελιχθεί. Τα αιτήματα και ο τρόπος με τον οποίο τίθεται, ή διαφορετικά ειπωμένο, το ρεπερτόριο διαμαρτυρίας που ακολουθήθηκε, απέχει από αυτό που ο James Scott ορίζει ως «όπλα των φτωχών», που είναι η «απόκρυψη, η παρελκυστική τακτική και η δολιοφθορά». 

Ο τιθέμενος λόγος εμφανίζεται δημόσια, αξιοποιώντας τον χώρο και παραδοσιακές μορφές διαμαρτυρίας, σημασιοδοτώντας ως διακύβευμα, με βάση και του τι εκτέθηκε, την ‘βίαιη κοινωνική εκκαθάριση,’ την απώλεια της ιδιοκτησίας και του εισοδήματος για τους εργαζόμενους, όπως επίσης και την λήψη μέτρων που δύνανται να προσδώσουν ‘ανάσα.’ Μία μερίδα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης τείνει στην διεκδίκηση ως στοιχείο δράσης και υπεράσπισης της θέσης και της λειτουργίας της. 

Ο λόγος για την ‘μεσαία τάξη’  ανασύρεται στο δημόσιο λόγο, όχι μόνο από τους ίδιους τους αυτοαπασχολούμενους, αλλά και από πολιτικά κόμματα. Άλλωστε, οι πολιτικές απευθύνσεις προς τις μερίδες της μικροαστικής τάξης, της ‘μεσαίας τάξης’ (αδιαφοροποίητα) όπως είθισται να αποκαλείται στο δημόσιο λόγο, υπήρξαν έντονες κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου για τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019. Ένα συνεχίσουμε την ανάλυση, θα πούμε πως οι απευθύνσεις στη ‘μεσαία τάξη’ και στον ρόλο του ‘μεσαίου,’ ως υπερφορολογούμενο ‘υποζύγιο’ από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, και ως τάξη που βελτιώνει την θέση της, από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, την περίοδο της διακυβέρνησης του, αναπαρήχθησαν και προ της προεκλογικής εκστρατείας, ορίζοντας, μονοσήμαντα όμως, ένα σημείο κομματικού-πολιτικού ανταγωνισμού. 

Το συντετμημένο πλαίσιο περί των 'πληττόμενων' επαγγελματιών (ευρύτερα, η 'πληττόμενη' τάξη), που τίθεται διαμέσου της γλώσσας που υιοθετούν τα πρόσωπα που συμμετείχαν στη διαδήλωση, συνθέτει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο παράγεται η αίσθηση της διαφωνίας. Και έχει ενδιαφέρον να λεχθεί το γεγονός ό,τι τμήμα της εν συνόλω αυτο-πρόσληψης των επαγγελματιών αποτελούν και οι τρόποι με τους οποίους γίνονται αντιληπτοί στα μάτια των 'άλλων.' Ή για να τεθεί διαφορετικά, οι τρόποι με τους οποίους καθίσταται αντιληπτή η εν γένει η παρουσία τους στο χώρο και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ