Άνθρωποι στο δρόμο… όλοι αυτοί οι χωρίς… - Γράφει ο Ευάγγελος Πάλλας

 

Μπαίνει ο Νοέμβριος, μπαίνει ο χειμώνας, βγαίνουν οι κουβέρτες, βγαίνουν τα κάστανα και τα ρόδια. Για πολλούς από εμάς τους ανθρώπους της πόλης μπορεί να είναι πληροφορίες άνευ αξίας. Αλλά για τους ανθρώπους που μένουν στο δρόμο είναι πιο απλά. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν απλά. Το χειμώνα όταν γυρνούν από τη δουλειά ρίχνουν στην πρόχειρη σόμπα ξύλα και μαλάκωναν το κρύο. Τηλεόραση δεν έχουν. Αν ήθελαν θα μπορούσαν να ρίξουν μια μπαλαντέζα, να βρουν μια γεννήτρια και να πάρουν ρεύμα. Όμως δεν ήθελαν. Τους αρκούσε που μάθαιναν τα νέα ο ένας του άλλου. Καθόντουσαν γύρω από ένα κύκλο τα βράδια και λέγανε τα νέα τους. Γέλαγαν, εξηγούσαν, περιέγραφαν, ρωτούσαν. Με δυο λόγια συζητούσαν. Καμιά φορά έκλαιγαν για κάτι θλιβερό που είχε συμβεί και έδιναν ο ένας χαρτομάντηλα στον άλλο. Πιάνανε κουβέντα και μαλάκωναν την μοναξιά τους.

 

Εμείς οι άνθρωποι είμαστε μπερδεμένοι. Ζούμε μέσα από τοίχους απέναντι από όλα που συμβαίνουν γύρω μας. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε και φοβισμένοι.    

Πριν μερικά χρόνια, περπατούσες στο δρόμο και δεν έβλεπες κανέναν    από «αυτούς», παρά μόνο κανέναν εδώ και εκεί καθιστό,    στο πεζοδρόμιο πολυσύχναστων δρόμων. Άλλες φορές, τριγύριζαν    στις  καφετέριες ζητώντας από τους θαμώνες χρήματα, πριν προλάβουν να τους διώξουν οι ιδιοκτήτες. Είχαμε συνηθίσει την παρουσία τους και πολλές φορές δεν τους δίναμε τίποτε γιατί... «μας τα είχανε πρήξει».    «Είναι τεμπέληδες και δεν πάνε να δουλέψουν. Τους αρέσει να τους τρέφουν οι άλλοι. Βάζουν τα παιδιά τους να ζητιανεύουν την ίδια στιγμή που αυτοί κάθονται σε καφενεία και πίνουν μπύρες». Ήταν οι αποκαλούμενοι «γύφτοι» ή κάτι «τελειωμένοι Αλβανοί». Μόνον αυτοί έκαναν αυτή τη δουλειά. Κάπως έτσι σκεφτόμασταν, χωρίς να φανταστούμε ότι κάποια στιγμή «αυτοί» θα γίνουν τόσοι πολλοί. «Αυτοί», είναι πλέον, οι φτωχοί.

Σήμερα τους συναντάμε παντού. Έξω από τα super-markets, από τα ψιλικατζίδικα, σε σταθμούς λεωφορείων, στο μετρό, κλπ. Το μόνο σημείο που εγώ τουλάχιστον δεν τους έχω συναντήσει ποτέ είναι εντός των μεγάλων εμπορικών κέντρων. Γιατί άραγε; Απλώς αναρωτιέμαι. Η κοινωνική ομάδα που κάποτε αποτελούνταν κυρίως από γύφτους ή κάποιους άτυχους στη ζωή ανθρώπους, σήμερα έχει διευρυνθεί κοινωνικά και περιλαμβάνει όλους αυτούς που είναι πλέον «χωρίς». Χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς οικογένεια, χωρίς χαρτιά διαμονής, χωρίς κοινωνική ταυτότητα, χωρίς μέλλον και φυσικά χωρίς δημοκρατία. Στην περίπτωση δε που κάποιος συνδυάζει όλα τα παραπάνω, είναι και χωρίς... παρόν. Το σήμερα αυτών των ανθρώπων, είναι το αύριο που τους αφαίρεσαν χθες.

Ο σημαντικότερος ρόλος των φτωχών στην κοινωνία ήταν ανέκαθεν διττός. Από τη μία αποτελούσαν το παράδειγμα προς αποφυγή για τους εργάτες. Αντιπροσώπευαν τον τρόμο πως μπορεί και αυτοί να καταντήσουν έτσι κάποια μέρα. Η ύπαρξή τους και μόνο χαμηλώνει το κόστος εργασίας, υπονομεύοντας την ισχύ του εργάτη έναντι του εργοδότη. Από την άλλη μεριά οι φτωχοί είναι μία μη πολιτική μορφή, άνθρωποι εξ ορισμού αποκλεισμένοι από την πολιτική με εικονικά δικαιώματα που ποτέ δεν πρόκειται να ασκήσουν».

C:\Users\56AB~1\AppData\Local\Temp\FineReader10\media\image3.jpeg

Το χαρακτηριστικότερο κοινό γνώρισμά τους είναι ότι εμείς οι υπόλοιποι δεν βλέπουμε κάποιο λόγο για την ύπαρξη τους. Η ζωή μας θα ήταν καλύτερη χωρίς αυτούς. Τους «πετάμε» σε αυτήν την τάξη επειδή τους θεωρούμε ενδόμυχα τελείως άχρηστους. Είναι μία μουτζούρα επάνω σε έναν εκπληκτικό πίνακα ζωγραφικής. Οι «άχρηστοι» άνθρωποι κομίζουν κινδύνους. Ωμή βία, φόνος, ληστεία, αλλά και απομύζηση των κοινών πόρων. «Γιατί να τους πληρώνω»; Συνέπεια του κινδύνου είναι ο φόβος. Οι άνθρωποι αυτοί γίνονται ορατοί και αξιοπρόσεκτοι από εμάς, όχι γιατί πεθαίνουν στο δρόμο από το κρύο, αλλά γιατί μεταφέρουν το φόβο. Είναι επίφοβοι!!! Ταυτόχρονα αντιπροσωπεύουν έναν καθησυχαστικό φόβο επειδή είναι συγκεκριμένος. Σε αντίθεση με τις αβεβαιότητες που κατακλύζουν καθημερινά τη ζωή μας και δεν μας επιτρέπουν να εστιάσουμε, οι φτωχοί είναι μία σταθερά. Γνωρίζουμε ποιοι είναι αλλά και που είναι και μπορούμε ανά πάσα στιγμή να κάνουμε κάτι ώστε να κατευνάσουμε το φόβο μας. Μπορούμε να τους βοηθήσουμε αγοράζοντας από ένα δεκάχρονο ξυπόλητο κορίτσι, ένα πακέτο χαρτομάντιλα.

Οι άνθρωποι που έμεναν στον δρόμο, διάβαζαν πολλά βιβλία από τον άλλο, γι’   αυτό είχαν κάνει μια συμφωνία να μην σημειώνουν ποτέ με μελάνι πάνω στα βιβλία. Να σημειώνουν μονάχα με μολύβι και μόνο αν ήταν μεγάλη ανάγκη, γιατί θα περνούσε το βιβλίο από πολλά χέρια, πολλά μάτια, θα μελετούσαν τις σελίδες του και χρειαζόταν να αφήσουν χώρο και για τους υπόλοιπους. Διάβαζαν βιβλία και μαλάκωναν τον φόβο. Εμείς οι άνθρωποι του τσιμέντου είμαστε απελπισμένοι και δεν εμπνέουμε εμπιστοσύνη πλέον.

Στους δρόμους τα βράδια παίζαν μουσική. Είχαν φτιάξει διάφορα σχήματα εγχόρδων, πνευστών και κρουστών, πολλές φορές με αυτοσχέδια όργανα (κατσαρόλες, ποτήρια, καλάμια). Εναλλάσσονταν οι μουσικές και κάποιες φορές παύαν τα σχήματα και μονοπωλούσε την μουσική ένα μόνο όργανο. Κάπου εκεί στον πάγκο υπήρχε ένα εγκαταλειμμένο πιάνο κάτω από ένα υπόστεγο. Αυτό σηματοδοτούσε πιο μεγάλες γιορτές τότε που ερχόντουσαν άνθρωποι από άλλους μακρινούς δρόμους. Γνώριζαν αγνώστους μέχρι τότε ανθρώπους. Μεγάλωνε ο κόσμος τους και ήταν αιτία αυτό για μεγάλη γιορτή. Παίζανε μουσική και μεγάλωναν τον χρόνο...Ζούσαν.

Οι άνθρωποι αυτοί χόρευαν. Παίζαν μουσική και χόρευαν. Έδιναν στον εαυτό τους μια ευκαιρία να ξεμουδιάσει το σώμα τους. Σαν μωρό να ακουμπήσει λίγο πιο κοντά στους παλμούς της καρδιάς και να ηρεμήσει. Χόρευαν άλλες φορές σε γρήγορους, χαρούμενους ρυθμούς και άλλες φορές σε αργούς, μελαγχολικούς. Ο ρυθμός αυτός είχε να κάνει λίγο με την εποχή του χρόνου. Σε φθινοπωρινή εποχή διάλεγαν πιο χαμηλούς ρυθμούς. Τα καλοκαίρια διάλεγαν γρήγορους, διεγερτικούς. Χόρευαν και μαλάκωναν τον πόνο. Σε αυτούς τους ανθρώπους έχω πίστη. Σε όλους εκείνους που οι υπερθετικοί του καλού και του κακού τους, είναι παγερά αδιάφοροι. Σε όλους αυτούς τους που προκειμένου να βρουν λίγα ψιχουλάκια ελπίδας να γκρεμίσουν τον τοίχο με τα νύχια τους. Οι άνθρωποι που έμεναν στους δρόμους ονειρευόντουσαν. Όχι μια καλύτερη ζωή, αλλά να κρατήσει κι άλλο το τραγούδι του τριζονιού στην σιγαλιά της ήρεμης νύχτας. Να κρατηθεί κι άλλο ο παφλασμός του κύματος στην αγαπημένη ακτή. Οι βάρκες να μεταφέρουν ταξιδιώτες που ψάχνουν να γνωρίσουν και άλλες γωνιές της γης, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Τα όνειρα αυτά δεν σταματούσαν. Το ένα διαδέχονταν το άλλο, όπως η μια στιγμή την άλλη. Οι άνθρωποι που ζούσαν στους δρόμους, ζούσαν αληθινά. Αυτός είναι ο λόγος που δεν ήταν πολλοί. Οι άνθρωποι είναι δύσπιστοι στην αλήθεια.

Μπορεί να μην ταξίδευαν μακριά...αλλά η καρδιά τους πήγε μακριά...

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ