Ουκρανική Αυτοκεφαλία και Εκκλησία της Κύπρου - Γράφει ο Λότσιος Ιωάννης

 

Η νέα αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας και η συμπερίληψη του ονόματος του Προκαθημένου αυτής Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Επιφανίου σήμερα από τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπο Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου, έρχεται να επιβεβαιώσει την συμπόρευση στις πρωτοβουλίες της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
 
H ένταξη του νέου Προκαθημένου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας στα Δίπτυχα έγινε στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας. 
 
Ορισμένα επιχειρήματα προσπαθούν να στηρίξουν την άρνηση τους σε αυτήν την κανονική πράξη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, ως ενέργεια αντισυνοδική. Μεταξύ του Πρώτου και της Συνόδου, υπάρχουν ορισμένα προνόμια που ανήκουν στον Πρώτο και Προκαθήμενο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου. Οπωσδήποτε είναι διαφορετικό να μιλάμε ή να ταυτίζουμε μεταξύ Πρώτου και Συνόδου και Προέδρου και Συνόδου. Το επιχείρημα ουσιαστικά αυτό είναι μετέωρο και ανύπαρκτο στις Εκκλησίές που είναι Πρεσβυγενή Πατριαρχεία και Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, όπως τυγχάνει να είναι μόνο η Αρχιεπισκοπή Κύπρου από Οικουμενική Σύνοδο. Αυτή η διαφοροποίηση φαίνεται εξάλλου και στα επίσημα δίπτυχα. Το αρχικό ερώτημα και επιχείρημα που απεύθυνε η Εκκλησία της Ρωσίας σχετικά με την απουσία υποστήριξης και αναγνώρισης της νέας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες σιγά-σιγά και με κινήσεις αργές καταρρέει ολοένα και περισσότερο. Το βασικό επιχείρημα μεταξύ του Πρώτου και της Συνόδου προσπαθεί να κρατήσει στους οφθαλμούς πολλών την εμμονή του Πατριαρχείου της Μόσχας στην θέση του. Το θεμελιώδες αυτό επιχείρημα του Πατριαρχείου της Μόσχας δείχνει μια εθνική Εκκλησία, που είναι εγκλωβισμένη σε ένα σοβιετικό πολιτικό μοντέλο. 
 
Το Πατριαρχείο Ρωσίας με τα δύο υποτίθεται εκκλησιολογικά επιχειρήματα του σχίσματος και της ακοινωνησίας, αποτελούν μια σοβαρή αποτυχημένη ενέργεια της ανάληψης ενός συντονιστικού ρόλου σε διορθόδοξο επίπεδο. Ολοένα περισσότερο οδηγείται στην απομόνωση. Περισσότερο δε, έχει να κάνει και με την έκφραση και διακίνηση σε διορθόδοξο χώρο της πάσχουσας και νοσούσας ρωσικής εκκλησιολογίας, διαιρετικής και προβληματικής.
 
Ιδιαιτέρως να μνημονεύσουμε και κάποιους παράγοντες:
α) την θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε πανορθοδοξο επίπεδο και την αναγνώριση των πρωτοβουλιών στην δημιουργία νέων αυτοκέφαλων εκκλησιών.
β) Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου δεν χρειάζεται να συγκαλέσει Σύνοδο για την αναγνώριση, έχει την θέση του που ορίζουν οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες. Θα πρέπει να υπομνηματίσουν μερικοί την Κανονική θέση και των προνομίων που έχουν τα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία και η Εκκλησία της Κύπρου, με αποφάσεις των Σεπτών Οικουμενικών Συνόδων, με δεδομένο και την πραγματικότητα ότι δεν έχουν ''Μητέρα Εκκλησία '' την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Επίσης η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν λειτουργεί ως μια συνομοσπονδία Εκκλησιών, όπως είναι στο σύγχρονο κοσμικό περιβάλλον, π.χ. όπως οι σχέσεις των κρατών μελών διαφόρων οργανισμών
γ) Η υποστήριξη ορισμένων τινών και θεολογικών τάσεων περί μιας θεολογικής και εκκλησιολογικής κατεύθυνσης σε μια νεόφερτη και ξένη προς την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία θέση, το ζήτημα σε παγκόσμιο επίπεδο των παράλληλων ιεραρχιών και παράλληλων πατριαρχικών δικαιοδοσιών, δεν ευσταθεί,
δ) Το χρόνιο πρόβλημα αποτελεί η ρωσική εκκλησιαστική πολιτική και εκκλησιολογία που είναι μέσα σε εθνικά και σοβιετικά πλαίσια, από την οποία αναμένουμε την απελευθέρωση της κάποια στιγμή
ε) Η χρήση αναθεμάτων και διακοπής της Ευχαριστιακής Κοινωνίας ως μέσω εκβιασμού΄, δεν αποτελεί μόνο απαράδεκτο εκκλησιαστική ενέργεια αλλά και θέτει ζητήματα που έχει να κάνει με την θέση του
 
Πατριαρχείου Ρωσίας σε διορθόδοξο επίπεδο με την δημιουργία παράλληλής εκκλησιαστικής δομής στο χώρο της διασποράς και Διαχριστιανικό επίπεδο με τις ολοένα αυξανόμενές συναντήσεις και συμφωνίες, ερήμην του υπόλοιπου ορθοδόξου κόσμου.
 
 
 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ