Το δημοψήφισμα στη Χιλή - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Την Κυριακή 25 Οκτωβρίου, πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα στη Χιλή, με το βασικό ερώτημα να περιστρέφεται γύρω από τον συνταγματικό χάρτη της χώρας: Επιθυμούν οι πολίτες της χώρας την διατήρηση του υπάρχοντος συντάγματος ή αντιθέτως, επιζητούν την διαμόρφωση νέου συντάγματος;

Με σημαντική κοινωνική πλειοψηφία επελέγη η κατάρτιση νέου συντάγματος (στην Μεταπολιτευτική Ελλάδα ψηφίσθηκε το 1975), με το 'Ναι' στο νέο σύνταγμα να αποσπά ποσοστό της τάξεως του 78% στο δημοψήφισμα, που εν προκειμένω, λειτούργησε ως «θεσμός άμεσης δημοκρατίας», για να παραπέμψουμε στη Βασιλική Γεωργιάδου και στην ανάλυση που επιχειρεί για τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την πολιτειακή οργάνωση στην Ελβετία.

 Για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, έλαβαν χώρα βαθιές κοινωνικοπολιτικές διεργασίες. Και αναφέροντας κάτι τέτοιο, εστιάζουμε στις κινηματικές δράσεις που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα της Νότιας Αμερικής τον Οκτώβριο του 2019 (και έπειτα), που με χωρικό επίκεντρο την πρωτεύουσα Σαντιάγο της Χιλής, ανέδειξαν μία αλληλουχία αιτιών, διότι το κινηματικό 'πράττειν' δεν υπήρξε μονοσήμαντο, και παράλληλα, έθιξαν και προσδιόρισαν μία σειρά ζητημάτων και διεκδικήσεων προς το εγχώριο πολιτικό προσωπικό και την κυβέρνηση της χώρας. Με άλλα λόγια, δύναται να κάνουμε λόγο για την συγκρότηση ενός, κατά τους Νίκο Σερντεδάκι και Σταύρο Τομπάζο, «συγκρουσιακού κύκλου διαμαρτυρίας» (οι «διαδραστικές εκστρατείες» του Charles Tilly), που περιλαμβάνει από διαμαρτυρίες και πορείες επί του δρόμου (η πορεία ως σημαίνον στοιχείο της κινητοποίησης), έως καταλήψεις και απεργίες που ενέχουν έναν περισσότερο εστιακό χαρακτήρα, εμπλέκοντας στα του «συγκρουσιακού κύκλου» μαθητές και εργαζομένους. 

Σε αυτό το πλαίσιο, τα αίτια, οι μορφές και τα αιτήματα των κινηματικών δράσεων επαναδιαμορφώνουν εμπρόθετα το ίδιο το σημαίνον της διαμαρτυρίας, αναδεικνύοντας, διαμέσου ενός κυκεώνα αφηγήσεων, τον λόγο της 'ανολοκλήρωτης μετάβασης': Ήτοι, της πτώσης της στρατιωτικής δικτατορίας του στρατηγού Αουγκούστο Πινοσέτ στα 1990, την διαδικασία της μετάβασης που ακολούθησε και σε ένα δεύτερο επίπεδο, το ό,τι αυτή η διαδικασία παρέμεινε ατελής ή αλλιώς, ανολοκλήρωτη. 

Εντός των προεκτάσεων εισόδου στην ιστορική εποχή της μετα-νεωτερικότητας που ως προσίδια περίοδος περισσότερο και όχι ως κύκλος σημαίνεται και εμβαπτίζεται στα νάματα κατάρρευσης του ιδιαίτερου Σοβιετικού συστήματος κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, η Χιλιανή 'Μεταπολίτευση,' υπήρξε αναίμακτη και Δημοκρατική, ως προς το διακύβευμα της μορφής κράτους και πολιτειακής οργάνωσης που διατηρούσε ειδικά και χαρακτηριστικά γνωρίσματα που προσιδιάζουν σε μία αντιπροσωπευτική δημοκρατική θέσμιση (πραγματοποίηση εκλογών, συγκρότηση ενός σταθερού κομματικού-πολιτικού συστήματος, εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία, ισχυρή πολιτική παρουσία του προέδρου της χώρας), ενέχοντας όμως να αντιμετωπίσει την «ισχυρή παράδοση» κατά τον Γιάννη Βούλγαρη, που διαμόρφωσε η στρατιωτική δικτατορία (1973-1989/90). Πέραν αυτού, η Δημοκρατία στη Χιλή διαχύθηκε στη δημόσια σφαίρα και υπό την μορφή δράσεων και διεκδικήσεων, ανάδυσης διαφόρων τύπων ελευθεριών που της δίδουν περιεχόμενο (ελευθερία του λόγου, ελευθερία του τύπου). 

Το  πρωταρχικό όμως,  'ίχνος' της δικτατορίας (η παράδοση της),  το οποίο και διαδραμάτισε ρόλο στην αναπαραγωγή της ως ιστορική-θεσμική μνήμη και ως ειδολογική μορφή κράτους, υπήρξε το σύνταγμα ως καταστατικό χάρτη που αποτυπώνει επάλληλα τους όρους και τις διαστάσεις του 'κυβερνάν' και της συστηματικής οργάνωσης μίας κοινωνικής ολότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, επιστρέφοντας στην τυπολογία των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας, δύναται να επισημάνουμε πως αυτές εν σπέρματι έφεραν αντι-δικτατορικά μοτίβα που διατηρούνταν ως πραγματικότητα και ως 'σκιά' πάνω από την κεφαλή του Χιλιανού πολιτικού συστήματος, οξύνοντας το τύποις παράδοξο, παράδοξο που δεν παρατηρήθηκε στο ελληνικό υπόδειγμα Μεταπολιτευτικής μετάβασης. 

Και το παράδοξο έχει σχέση ακριβώς με την καθημερινή συγκρότηση της Δημοκρατίας και των δημοκρατικών θεσμών, ταυτόχρονα με την διατήρηση του Δικτατορικού συντάγματος που ως θεμελιώδους κειμένου, που ως έναν βαθμό συγκράτησε τις δυνατότητες για μία περαιτέρω εξέλιξη και  εμβάθυνση της δημοκρατικής διαδικασίας. Το δημοψήφισμα του 2020, αντλεί από το συγκεκριμένο και βαθύ υπόστρωμα, σημασιοδοτώντας την συνάρθρωση του κοινωνικού με το πολιτικό στοιχείο. 

Κάτι που μας ωθεί περαιτέρω να τονίσουμε πως η διττή συνάρθρωση παραγάγει συγκεκριμένα αποτελέσματα, ιδωμένα και υπό το πρίσμα μίας ειδικής εξέλιξης προς την οποία δεν στεκόμαστε αδιάφοροι. Η αναφορά μας σχετίζεται με το γεγονός πως παράλληλα με την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και την υπερψήφιση της αλλαγής συνεπεία της δόμησης μίας διευρυμένης κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας που προσιδίαζε προς τον άξονα της πολιτικής-συνταγματικής ανατροπής, δεικνύονται και οι συνδηλώσεις της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πολιτικό προσωπικό της Χιλής και συγκεκριμένα τους βουλευτές, ώστε να καταστεί αυτό ο φορέας που θα αναλάβει το έργο σύνταξης του πρώτου, ουσιαστικά, μετα-δικτατορικού συντάγματος. 

Σε αυτή την περίπτωση, εκ νέου πλειοψηφικά, στο ερώτημα σχετικά με την συντακτική συνέλευση που θα συντάξει το νέο σύνταγμα της Χιλής, επιλέχθηκαν οι πολίτες (και όχι οι βουλευτές), στο εγκάρσιο σημείο όπου προσδιορίζεται το πρόσημο της ενίσχυσης της άμεσης δημοκρατίας, με το ως άνω πρόσημο να συνυφαίνεται με μία άλλου είδους πολιτικοποίηση που δεν επιθυμεί να διαρρήξει τους δεσμούς της σε κοινωνικό, πολιτικό όσο και σε αξιακό και μνημονικό επίπεδο, με το οιονεί συγκρουσιακό-κινηματικό συμβάν του 2019-2020.

 Έτσι, η έλλειψη εμπιστοσύνης εναλλάσσεται δραστικά με την επίδειξη καχυποψίας προς το πολιτικό-βουλευτικό προσωπικό, με το ίδιο να τίθεται εκτός (ίσως βιαστικά και άκριτα), από την διαδικασία κατάρτισης του νέου συντάγματος. Συμπερασματικά, θα προσθέσουμε πως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αποτελεί μία τομή στο κοινωνικό, κομματικό και πολιτικό γίγνεσθαι της Χιλής, θέτοντας στο προσκήνιο το πως το  σύνταγμα μίας χώρας άπτεται τόσο της ιστορίας όσο και της συγκυρίας.

 Σταχυολογούμε ενδεικτικά από δημοσίευμα της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Στο δημοψήφισμα της Κυριακής κατεγράφη η μεγαλύτερη συμμετοχή ψηφοφόρων από το 2012, όταν η ψήφος έπαψε να είναι υποχρεωτική. Παρά την πανδημία, μεγάλες ουρές ψηφοφόρων είχαν σχηματισθεί από νωρίς το πρωί της Κυριακής στα εκλογική τμήματα της χώρας, ενώ οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μεγάλη συμμετοχή των νέων ψηφοφόρων, σε αντίθεση με τις προεδρικές του 2017, όταν 60% των νέων επέλεξε την αποχή». Το κινηματικό πλαίσιο ανα-διαμορφώνει τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ