Για τις ευρω-ατλαντικές σχέσεις με αφορμή ένα άρθρο των υπουργών Εξωτερικών Γαλλίας και Γερμανίας - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

«Φέτες φέτες λευκού κρέατος Φωτογραφίες Μαριναρισμένες Πάνου απ’ τα κάρβουνα Τόσο περήφανες Τσικνίζονται ροδαυγίζουν Αλλάζουν θέσεις Μια μπρος δυο πίσω Αναποδογυρίζουν άκαυτες Θυμούνται μηχανές και κλικ που τις Σκλάβωσαν Κι έκτοτε δεν ελευθερώθηκαν» (Ηλίας Τσέχος, ‘Φωτογραφίες Σχάρας’). 

Με κοινό άρθρο που υπογράφουν οι υπουργοί Εξωτερικών της Γαλλικής Δημοκρατίας Ζαν Ιβ Λε-Ντριάν, και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Χάικο Μάας, αναφέρονται στα ζητήματα που θέτει η επικράτηση του Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών, ως προς το διεθνές γίγνεσθαι.

 Το κοινό άρθρο-παρέμβαση των δύο υπουργών δημοσιεύεται στις εφημερίδες 'Le Monde,' 'Die Zeit,' και στην Αμερικάνικη 'Washington Post,' συν-διαλεγόμενο ουσιωδώς με αντίστοιχο, παρεμβατικού τύπου, άρθρο του ύπατου εκπρόσωπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε), για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας, Ζοζέπ Μπορέλ, που εν προκειμένω δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα 'Project Syndicate' και αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα 'Τα Νέα.'

 Το άρθρο του ύπατου εκπροσώπου κομίζει στη δημόσια σφαίρα της «στρατηγικής αυτονομίας», που κατά τον ίδιο πρέπει να διέπει την πολιτική και την παρουσία της Ένωσης σε μία σειρά ζητημάτων, από την εξωτερική πολιτική, έως την τρέχουσα αντιμετώπιση της εξελισσόμενης πανδημικής κρίσης, καθιστώντας την συγκεκριμένη έννοια ('στρατηγική αυτονομία') ως προσίδια προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την ενίσχυση των περιώνυμων διατλαντικών σχέσεων, ήτοι για την ανάπτυξη των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών μετά την επικράτηση του Τζο Μπάιντεν στις εκλογές της 5ης Νοεμβρίου. 

Πέραν του να καταστεί ισότιμος εταίρος η Ευρωπαϊκή Ένωση, περισσότερο προκρίνεται το να συγκροτηθεί ως 'στρατηγικός εταίρος' (για τις ΗΠΑ), που και θα παρεμβαίνει στρατηγικά και δραστικά, αλλά και θα 'προσελκύει' συμμαχίες διαμέσου του σύστοιχου πλέγματος του ενισχυμένου ρόλου και της αυξημένης επιρροής. 

Ενώ το άρθρο του Ζοζέπ Μπορέλ θέτει ευρύτερα διακυβεύματα δίχως να εγγράφει αποκλειστικά γεω-πολιτικά και γεω-στρατηγικά χαρακτηριστικά, το άρθρο των δύο υπουργών Εξωτερικών κινείται προς την δεύτερη κατεύθυνση, εστιάζοντας σε θεωρούμενες ως προκλήσεις στις οποίες και οφείλει να αποδώσει προτεραιότητα μία «νέα διατλαντική σχέση». Έτσι, δύναται να προβούμε στον εντοπισμό μίας χορείας εμπρόθετων επίδικων, όπως είναι η στάση απέναντι στις κινήσεις της Τουρκίας σε μία ευρύτερη γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από τον Νότιο Καύκασο και την Μέση Ανατολή έως την Βόρεια Αφρική. 

Η αντιμετώπιση του Ιράν και ειδικότερα, της συμφωνίας για τον έλεγχο του πυρηνικού του προγράμματος, η αμφισβήτηση της οποίας αποτέλεσε σημαίνον στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών επί διακυβέρνησης Τραμπ.

 Οι σχέσεις ΗΠΑ και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, καθώς και το πως δύναται να επενεργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση επ' αυτών. Και τελευταίο άλλα όχι έσχατο, η πρόσληψη της Ρωσικής παρουσία στο ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι. 

Η εκλογή του υποψήφιου του Δημοκρατικού κόμματος, κατέστη η αφορμή για την εκ νέου εκκίνηση της συζήτησης σχετικά με την στρατηγική που δύναται να υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, και απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να διακρίνουμε κάποιες στρατηγικής χροιάς, επιλογές. Το πρώτο σχήμα που αναδύεται προσιδιάζει προς το σχήμα της στρατηγικής αυτονομίας δράσης (βλέπε και το άρθρο του Ζοζέπ Μπορέλ), της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο εγκάρσιο και πρωταρχικό σημείο όπου σημείο αναφοράς καθίσταται η δυνατότητα διαμόρφωσης μίας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας (ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) που θα διαρθρώνεται και θα αναπτύσσεται βραχυπρόθεσμα όσο και μεσο-μακροπρόθεσμα.

 Με βάση τους όρους αυτού του σχήματος, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε διάφορα διακυβεύματα, να αναπτύξει γραμμές 'προληπτικής' πολιτικής και δράσης, να δρα ως 'οντότητα' που εκ-φέρει λόγο και χαράσσει πολιτική, όντας εκείνη που δημιουργεί τις προϋποθέσεις συνεργασίας της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, και όχι απλά ακολουθώντας (προωθητικός 'ευρω-ατλαντισμός').

 Το όλο σχήμα, ως βασικό εκφραστή έχει τη Γαλλία, η οποία κινείται με τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά 'συστημικής' δύναμης, με το σχήμα αυτό να προσιδιάζει προς την κατεύθυνση της «περίπλοκης ή σύνθετης αλληλεξάρτησης», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση των Keohane και Nye, με το υπόδειγμα της 'σύνθετης αλληλεξάρτησης,’ έτσι όπως τίθεται, να συναρθρώνεται με την δημιουργία συνθηκών επίτευξης στόχων αμοιβαίου συμφέροντος, εντός και εκτός Ευρώπης, προβάλλοντας και παράγοντας την έννοια της 'ασφάλειας.' 

Τονίζοντας το σημαίνον της αλληλεγγύης και της συνεργασίας για την αντιμετώπιση και την 'εξουδετέρωση' απειλών, η δεύτερη τυπολογία σχέσεων, περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της ιδιαίτερης θέσης και του ενισχυμένου ρόλου που αποδίδεται (συντελεστής ισχύος) στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (και στο ΝΑΤΟ), όσον αφορά την επίτευξη στόχων συλλογικής 'ασφάλειας' (πολιτική 'ασφαλειοποίησης'), οικονομικής και γεω-στρατηγικής. 

Εδώ η στρατηγική αυτονομία επιλογών, θέσεων και δράσεων, παραχωρεί την θέση της σε μία πολυμερή μορφή συμπόρευσης, αλληλεγγύης που αξιο-θεμελιώνεται πάνω σε 'κοινές αξίες' και πρότυπα ('κοινότητα αξιών'), αναφοράς 'κοινών προκλήσεων,' η οποία σπεύδει να αναγνωρίσει την ιδιαίτερη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών εντός της, δίχως όμως να παύει να επιζητεί 'χώρους' εξισορρόπησης. 

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και μία σειρά άλλων χωρών (βλέπε Σκανδιναβικές χώρες καθώς και χώρες της Κεντρικής Ευρώπης), έλκονται από αυτό το μοντέλο. Ένα τρίτο μοντέλο δύναται να είναι αυτό της ιστορικής, συμβολικής και γεω-πολιτικής 'Αμερικανοποίησης' που έχουν υιοθετήσει χώρες-μέλη από την Ανατολική Ευρώπη (βλέπε Πολωνία/χώρες της Βαλτικής), μοντέλο που ερείδεται σε ένα οιονεί ιστορικό υπόβαθρο, στη διαδικασία συγκρότησης μετα-σοβιετικών και μετα-σοσιαλιστικών κρατών, στις 'ανησυχίες' που για τα ίδια κράτη παράγει η αύξηση της ισχύος και της παρεμβατικότητας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. 

 Για τους υπουργούς Εξωτερικών της Γαλλίας και της Γερμανίας, η διατλαντική σχέση και συμμαχία, πρέπει να παραγάγει αποτελέσματα, διανθισμένη από έναν ρεαλισμό ‘μακράς πνοής,’ με θέα στους αναπτυσσόμενους γεω-πολιτικούς και ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.   

Υπό αυτό το πρίσμα, και οι πρώτες κινήσεις του Τζο Μπάιντεν στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής,  αναμένονται με ενδιαφέρον. Και ως προς την διαχείριση της σχέσης με ευρωπαϊκές χώρες αλλά και με την Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά από την τετραετή θητεία του Ντόναλντ Τραμπ που χαρακτηρίσθηκε από την ανάδειξη διαφορών και διαφορετικών προσεγγίσεων (βλέπε ‘ΝΑΤΟ’), την προτιμητέα επιλογή μεμονωμένων χωρών-μελών, την αίσθηση της ‘περιοδικότητας’ των συμφερόντων και των στρατηγικών που επιλέγονται. 

Και ο πρόεδρος Τραμπ προσέγγισε έντονα τις διεθνείς σχέσεις εντρυφώντας στο στοιχείο ή αλλιώς, στη διάσταση του ‘συγκαιρινού’ φαινομένου και του συγκαιρινού-περιοδικού συμφέροντος, επανεπινοώντας μία αντίληψη ιστορικής αίγλης: Τι μπορεί να αφήσει έναν πρόεδρο στην ιστορία; Ποιες κινήσεις είναι αυτές που τον καταξιώνουν; Οι διάφορες, περί Ευρωπαϊκής πολιτικής θεωρήσεις δεν αποκόπτονται από το ερώτημα σχετικά με το ποια Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εφικτή και επιθυμητή ως σύστημα διακυβέρνησης. 

Ο λόγος σχετικά με τις ακολουθούμενες στρατηγικές για την ανάπτυξη των ευρω-ατλαντικών σχέσεων στη μετά-Τραμπ εποχή, αναπαράγονται από διάφορες φωνές και από διάφορα κράτη-μέλη της Ένωσης, με τον λόγο που εκ-φέρεται να διαπερνά τους μετασχηματισμούς που έχουν επιτελεσθεί τα τελευταία χρόνια σε διεθνές επίπεδο, το οποίο και προσομοιάζει σε μία κατάσταση 'πολωμένης αστάθειας.'

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ