Η ψηφιοποίηση του νέου μουσείου Ακροπόλεως - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Η εφημερίδα 'Το Βήμα,' στην ηλεκτρονική της μορφή, παρουσιάζει μία ενδιαφέρουσα είδηση που άπτεται της ίδιας λειτουργίας και των απευθύνσεων του μουσείου της Ακρόπολης στην Αθήνα. 

Και αυτή η είδηση έχει σχέση με την ολοκλήρωση της διαδικασίας 'ψηφιοποίησης' του μουσείου καθώς και επιμέρους συλλογών του, κάτι που τοποθετεί και επίσημα ένα εκ των πλέον σημαντικών αρχαιολογικών μουσείων της χώρας, στον μουσειακό ψηφιακό 'χάρτη.' 

Δύναται να αναφέρουμε πως το μουσείο της Ακρόπολης, εντάσσεται στις τάσεις που προϋπήρχαν και ανέδειξε περαιτέρω και εντατικά η τρέχουσα πανδημική κρίση, τάσεις που εν προκειμένω, συνδέονται με την στροφή προς την κατεύθυνση της ψηφιοποίησης και της ψηφιακής λειτουργίας μουσείων και εκθέσεων ανά τον κόσμο, τάσεων που πέραν της συγχρονικής τους διάστασης, προσιδιάζουν προς την κατεύθυνση της ανα-διαμόρφωσης των νοημάτων και των ιστορικών σημάνσεων που δύναται να παραγάγει ένας μουσειακός χώρος. 

Με την ανα-διαμόρφωση να προσλαμβάνει τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά της εξαντικειμενοποιημένης επαφής, με το 'Μην αγγίζετε' να μετασχηματίζεται σε 'Αγγίξτε ελεύθερα' (μέσω της οθόνης που κομίζει την αίσθηση της απαραίτητης 'απόστασης' και 'ασφάλειας'), στο εγκάρσιο σημείο όπου η όλη διαδικασία εγγράφει και τους όρους μίας εμπρόθετης 'αρχειοποίησης.'

 Κάτι που σημαίνει πως δίπλα στην 'ψηφιοποίηση,' στην πανδημικής χροιάς μουσειακή 'ψηφιοποίηση' που τροφοδοτείται και από εν-σώματες προσλήψεις, δύναται να προστεθεί η 'αρχειοποίηση,' ιδωμένη υπό την οπτική γωνία της συγκρότησης ενός ψηφιακού-ηλεκτρονικού 'παραθύρου' που εν είδει αρχείου θα καθιστά προσβάσιμες και ορατές συλλογές και εκθέματα σε ερευνητές και σε επισκέπτες.

 Τα μουσεία ως θεσμοί και φορείς παραγωγής ιστορικών νοημάτων, ενέχουν την δυνατότητα να παραγάγουν και να «ξηγούν τον εαυτό» τους και διαμέσου της εμπειρίας, για να παραφράσουμε τον Δημήτρη Γλύστρα που με την σειρά του παραπέμπει στην κατά την Passerini έννοια της «ανάμνησης». Κάτι που θεωρούμε πως πράττει το μουσείο της Ακρόπολης, μία δεκαετία μετά τα εγκαίνια και την λειτουργία του. 

Εν καιρώ πανδημικής κρίσης, επανεπινοεί και «εξηγεί τον εαυτό» του μέσω της 'ψηφιοποίησης' της λειτουργίας ή και βασικών λειτουργιών του, συμπεριλαμβάνοντας ουσιωδώς και δύο κατηγορίες ατόμων όπως είναι τα παιδιά ηλικίας 6-12 ετών και τα άτομα με μειωμένη όραση.

 Ο μουσειακός 'εαυτός' επαναπροσδιορίζεται δραστικά, νοηματοδοτεί 'υβριδικές' χρήσεις μεταξύ θέασης και 'αφής,' ενσωματώνει εντός του την μνήμη την σχετική με την ανασκαφική διαδικασία, αποκτώντας ένα διττό πλαίσιο λειτουργίας, εκεί όπου, εάν το πρώτο πλαίσιο αντλούσε από το επίσημο άνοιγμα του το 2009-2010, συναρθρωμένο και με εθνικούς στόχους και εθνικές αφηγήσεις (βλέπε τα γλυπτά του Παρθενώνα), αλλά και με συν-δηλώσεις αύξησης της επισκεψιμότητας στην πόλη της Αθήνας (η Αθήνα ως ‘πρόκληση’), με την όλη καμπάνια να διαρθρώνεται και γύρω από το μουσείο της Ακρόπολης, τότε το δεύτερο πλαίσιο, έχει να κάνει με την οιονεί ανα-σύσταση του μουσείου. 

Το οποίο και, τοποθετεί εκ νέου τα εκθέματα και τα εκθέματα των συλλογών του, όχι σε θήκες, αλλά σε ειδικά 'παράθυρα,' διατηρεί ένα υπόβαθρο, και ψηφιακά, εναρμόνισης μεταξύ του εκθέματος και της 'καταγωγής' του, διατηρώντας την αίσθηση διεκδίκησης του ιστορικού χρόνου μέσω της ψηφιακής αναβάθμισης και της μετονομασίας του 'εφικτού' σε πραγματικό. 

«Η σάρωση μεγάλου μέρους του αρχειακού υλικού των συλλογών του Μουσείου εμπλούτισε σημαντικά το ψηφιακό του αποθετήριο και διασφάλισε τη μακροχρόνια διατήρηση και την αποτελεσματική διαχείριση του πολύτιμου αυτού υλικού. Συγκεκριμένα ψηφιοποιήθηκαν 496 χειρόγραφα ημερολόγια ανασκαφής, 110.000 φωτογραφίες, 18.410 δελτία καταγραφής και 7.500 δελτία συντήρησης κινητών ευρημάτων».

 Η 'ψηφιοποίηση' του μουσείου της Ακρόπολης, προστίθεται στη χορεία των πρόσφατων και μουσειακού έως αρχαιολογικού τύπου, συμβάντων εν Ελλάδι, όπως είναι η βράβευση του υποθαλάσσιου μουσείου της Περιστέρας στην Αλόννησο από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό δίκτυο, καθώς και η κυκλοφορία του τόμου για τον αρχαιολογικό χώρο της Ελεύθερνας στην Κρήτη, συγγραφέας του οποίου είναι ο αρχαιολόγος Νίκος Σταμπολίδης.

Ο οποίος και υπήρξε εκ των βασικών πρωταγωνιστών της ανασκαφικής διαδικασίας στην αρχαία Ελεύθερνα. Ως προς το μουσείο της Ακρόπολης πάλι, θα λέγαμε πως η ψηφιακή λειτουργία καθίσταται ευρεία, επιμερίζεται δια-κρατώντας το όνομα (μουσείο Ακρόπολης) στο επίκεντρο, αναδεικνύοντας με έναν ιδιαίτερο τρόπο την έννοια του 'έχειν,' με τον υπολογιστή να παρεμβάλλεται 'φορτισμένα': Μέσω του υπολογιστή που έχω, αποκτώ πρόσβαση και 'έχω' μπροστά μου μουσειακά εκθέματα μίας άλλης εποχής.'

 Το 'έχειν' όσον αφορά το μουσείο της Ακρόπολης, δεν λαμβάνει ιδιοκτησιακές πλαισιώσεις, αλλά αντιθέτως, κινείται γύρω από το έδαφος της 'σύμπραξης' της ατομικής επιθυμίας και της μουσειακής 'προσφοράς.’ Τα στοιχεία με την χρήση των οποίων επιτεύχθηκε η ψηφιοποίηση-τεχνολογικοποίηση του μουσείου της Ακρόπολης, προσδίδουν χαρακτηριστικά τομής στην διαδικασία, συμβάλλοντας σε μία εκ νέου προσέγγιση του αγάλματος: Ως μακρινής ή ως κοντινής μορφής;

 Μία δική του ποιητική εκδοχή του αγάλματος και των αγαλμάτων, δίδει ο Γιάννης Ρίτσος στην συλλογή του που φέρει τον τίτλο 'Κάτω' απ' τον ίσκιο του βουνού': «Εγώ είχα δει γυμνά τ' αγάλματα των θεών, κ' ήξερα πόσο τρωτοί είταν όλοι τους, - τ' αγάλματα στιλπνά και φρίσσοντα μες στο καταμεσήμερο με τις μεγάλες σκιές του σώματος τους σα μαχαίρια μπηγμένα στο ίδιο τους το σώμα, ή τα βράδια, να λευκάζουν αχνά μες στο σκοτάδι, απρόσιτα κι άυλα αν κι από πέτρα και κάλλος. Πεθαίνουν κ' εκείνοι κ' εκείνα ίσως νωρίτερα από μας κ' ίσως ακόμη βαθύτερα γιατί δεν το γνωρίζουν». Το πλαίσιο της ψηφιοποίησης, προσφέρει εκ νέου ευκαιρίες, δυνάμενο να επενεργήσει και επί του κατανεμημένου χρόνου την εποχή της πανδημίας, της έντονη εκ-φοράς του ‘ιού.’

 Στην μετά-Covid εποχή (αν και το ενίοτε αυτό το 'μετά' σε διάφορες αναλύσεις ενέχει χαρακτηριστικά 'αυτοεκπληρούμενης προφητείας'), θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τις συνέργειες που δύνανται να αναπτυχθούν όσον αφορά την οργάνωση της λειτουργίας των μουσείων, καθώς και την συνύπαρξη εν-σώματης μετάβασης και ψηφιακής λειτουργίας. Αυτή την περίοδο, η στροφή στο ψηφιακό 'πράττειν' χαρακτηρίζει την λειτουργία των μουσείων, κάτι που μας σπεύδει να μας υπενθυμίσει το μουσείο της Ακρόπολης.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ