Σαν σήμερα - 5 Ιανουαρίου 1919: Στη Γερμανία ιδρύεται το κόμμα των Ναζί, με την αρχική ονομασία "Κόμμα Γερμανών Εργατών"

 

Στις 5 Ιανουαρίου 1919 στη Γερμανία, ιδρύεται το κόμμα των Ναζί, με την αρχική ονομασία Κόμμα Γερμανών Εργατών, από έναν κλειδαρά, τον Αντον Ντρέξλερ, έναν πολιτικό μηχανικό, το Γκότφριντ Φέντερ και ένα θεατρικό συγγραφέα, το Ντίτριχ Εκαρτ. Αργότερα θα πάρει το όνομα Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών (NSDAP).

Το 54ο μέλος του κόμματος που θα γραφτεί είναι ο άσημος, τότε, Αδόλφος Χίτλερ που το 1923 θα αναλάβει την αρχηγία του.

Τον Αύγουστο του 1919, ύστερα από Σύνοδο της Γερμανικής Εθνοσυνέλευσης για την εγκαθίδρυση νέου Συντάγματος στην χώρα, η οποία έγινε στην πόλη Βαϊμάρη (Weimar), εγκαθιδρύθηκε στην χώρα νέο, κοινοβουλευτικό καθεστώς, χωρίς Μονάρχη, το οποίο επονομάζεται Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Το νέο καθεστώς αντιμετώπισε εξ αρχής σημαντικά προβλήματα, προερχόμενα τόσο από την αριστερά όσο και από την άκρα δεξιά. Το βασικό πρόβλημα, όμως, προερχόταν από τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικοί για το Γερμανικό έθνος, όσο και από τις επακόλουθες πολεμικές αποζημιώσεις που απαιτούνταν - κυρίως από την πλευρά της Γαλλίας από την Γερμανία.


Μέσα σε αυτή την έκρυθμη κατάσταση, στις 5 Ιανουαρίου 1919, οι ακροδεξιοί εθνικιστές Άντον Ντρέξλερ (Anton Drexler), Γκότφριντ Φέντερ (Gottfried Feder), Ντίτριχ Έκαρτ (Dietrich Eckart) και Καρλ Χάρρερ (Karl Harrer) ηγούνται μιας μικρής ομάδας είκοσι εργατών από το Μόναχο και πραγματοποιούν συναντήσεις, με σκοπό την δημιουργία ενός νέου πολιτικού Κόμματος.

Οι βασικές αρχές για το Κόμμα αυτό απηχούσαν τις πεποιθήσεις κυρίως του Ντρέξλερ: Αντίθεση στους όρους των Βερσαλλιών, άκρατος εθνικισμός, αντισημιτισμός και αντίθεση κατά των Κομμουνιστών.

Αρχικά, ο Ντρέξλερ ήθελε να ονομάσει το Κόμμα «Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», οι υπόλοιποι, όμως, και κυρίως ο Χάρρερ, αντέδρασαν στον όρο «Σοσιαλιστικό», τον οποίο πέτυχαν να απαλείψουν. Έτσι, το κόμμα ονομάστηκε, τελικά, «Κόμμα των Γερμανών Εργατών» (Deutsche Arbeiterpartei, DAP).

Η αρχική του δύναμη, αν και αυτοαποκαλούνταν «Κόμμα», δεν ξεπερνούσε τα εξήντα μέλη. Το καθεστώς, όμως, ανησυχώντας για την ανάπτυξη των ποικίλων ομάδων, έστειλε τον Αδόλφο Χίτλερ, δεκανέα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άνεργο υποψήφιο καλλιτέχνη, να ενταχθεί στο Κόμμα για να το κατασκοπεύει.

Συμμετέχοντας σε κάποια συζήτηση, ο Χίτλερ κατάφερε να εντυπωσιάσει τους παρευρισκόμενους με την ρητορική του δεινότητα. Ο Χίτλερ, ο οποίος ως τότε δεν είχε ούτε σταθερή εργασία ούτε βλέψεις για το μέλλον του, ανακαλύπτει για πρώτη φορά ένα ταλέντο, το οποίο δεν γνώριζε πως διέθετε, την ρητορική του δεινότητα, χάρη στην οποία μπορούσε να προσελκύει μέλη στο Κόμμα.

Το ταλέντο αυτό, σε συνδυασμό με την αναλγησία του, δεν άργησαν να τον αναδείξουν σε ηγετική φυσιογνωμία. Το Κόμμα συνέχισε να προσελκύει νέα μέλη, αλλά παρέμενε στα επίπεδα ενός τοπικού, μικρού Κόμματος, παρά το γεγονός ότι τον Δεκέμβριο του 1920 κατάφερε να αποκτήσει το δικό του όργανο στον Τύπο, την εφημερίδα «Völkischer Beobachter» («Λαϊκός Παρατηρητής»).

Στις 24 Φεβρουαρίου 1920 το Κόμμα αποφασίζει να αλλάξει όνομα. Ο Χίτλερ προτείνει την ονομασία «Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα», όμως οι συναγωνιστές του τον πείθουν να συμφωνήσει στην ονομασία «Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών» (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei, NSDAP). Πρόεδρος του Κόμματος ορίζεται ο ιδρυτής του, Ντρέξλερ. Την περίοδο αυτή εγγράφονται στο Κόμμα οι Ρούντολφ Ες (Rudolf Hess) και οι αδελφοί Χανς Φρανκ Ρόζενμπεργκ και Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Hans Frank Rosenberg και Alfred Rosenberg).

 Ο Χίτλερ απαιτεί, και τελικά παίρνει, τον τίτλο του «Ηγέτη» (Φύρερ, Führer). Το Κόμμα διέρχεται μια σειρά εσωτερικών συγκρούσεων, μέσα από τις οποίες ο Χίτλερ καταφέρνει να περάσει την βασική του επιδίωξη, την «Αρχή του Ηγέτη» (Führerprinzip), την οποία θα τηρήσει απαρέγκλιτα μέχρι τον θάνατό του, το 1945: Ο Χίτλερ είναι ο μόνος Ηγέτης στο Κόμμα και μόνος αυτός αποφασίζει τόσο για την πολιτική του όσο και για την στρατηγική του.

Η ρητορική του δεινότητα συνεχίζει να φέρνει οπαδούς στο Κόμμα, ωστόσο ο ίδιος το βλέπει όχι τόσο ως πολιτικό Κόμμα, όσο ως μια επαναστατική οργάνωση, η οποία αποσκοπεί στην βίαιη ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης: Στο σημείο αυτό οι πολιτικές απόψεις του ταυτίζονται απόλυτα με του Ντρέξλερ.

 Το 1921 δημιουργεί την παραστρατιωτική οργάνωση «Sturmabteilung» (επί λέξει «Θυελλώδεις μαχητές»), γνωστή ως SA ή «φαιοχίτωνες» (λόγω του φαιού χρώματος των υποκαμίσων τους). Σκοπός της SA είναι οι συγκρούσεις (μερικές φορές ένοπλες) με αντίστοιχες οργανώσεις των άλλων Κομμάτων, κυρίως της Αριστεράς.

Η αύξηση των μελών του Κόμματος συνεχίζεται με σημαντικό ρυθμό, κάτι που οφείλεται τόσο στην ρητορική του Χίτλερ, όσο και στην έλξη που ασκεί η SA σε άνεργους νέους. Η οικονομική συγκυρία, επίσης, παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς στην Γερμανία έχουν αρχίσει να διαφαίνονται τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργούν οι πολεμικές αποζημιώσεις. Έτσι, στην Βαυαρία υπάρχει δυσαρέσκεια της ευρείας λαϊκής μάζας απέναντι στους Φιλελεύθερους και στους Σοσιαλιστές.

Ο Χίτλερ το εκμεταλλεύεται και στρατολογεί στο Κόμμα παλαιούς στρατιωτικούς του πρώτου Πολέμου, προβάλλοντας τον εαυτό του ως παρασημοφορημένο παλαίμαχο, απογοητευμένους οπαδούς άλλων Κομμάτων, καθώς και μικροεπιχειρηματίες. Για να βοηθήσει στην στρατολόγηση νέων μελών, συχνά οργανώνει «συνέδρια» σε μπιραρίες, στα οποία η μπίρα προσφέρεται δωρεάν. Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για το Κόμμα, καθώς γίνονται μέλη του ο Λοχαγός του Α΄ Πολέμου Ερνστ Ρεμ, ο Χάινριχ Χίμλερ και ο άσσος της Πολεμικής Αεροπορίας Χέρμαν Γκέρινγκ.

Το 1922 πραγματοποιείται η Πορεία προς τη Ρώμη και η επικράτηση του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι στην Ιταλία. Με εξαίρεση τον αντισημιτισμό, οι απόψεις του Χίτλερ είναι ταυτόσημες με των Ιταλών φασιστών. Όπως είναι φυσικό, η επιτυχία τους τον επηρεάζει σημαντικά και βάζει στο νου του την ιδέα της πραγματοποίησης του δικού του πραξικοπήματος, που θα έφερνε τους Εθνικοσοσιαλιστές στην εξουσία. Στρέφει όλες του τις οργανωτικές προσπάθειες στην πραγματοποίηση αυτού του στόχου και, το 1923, επιχειρεί με τα στελέχη του Κόμματος και την υποστήριξη της SA το Πραξικόπημα της μπιραρίας.

 Το Πραξικόπημα, ανοργάνωτο και χωρίς μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, όπως είναι φυσικό, συντρίβεται. Οι πρωτεργάτες του συλλαμβάνονται και ο Χίτλερ με τον Ες καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης. Το Κόμμα, έχοντας χάσει τον Ηγέτη του, τίθεται εκτός νόμου και η λειτουργία του απαγορεύεται. Ωστόσο, τα μέλη του είναι πλέον περισσότερα από 55.000 και η οργάνωσή του από τις αρτιότερες των πολιτικών σχηματισμών της εποχής. Η ύπαρξή του συνεχίζεται με την επωνυμία «Γερμανικό Κόμμα» (Deutsche Partei, DP) κατά το χρονικό διάστημα 1924 - 1925.

Το διάδοχο Κόμμα είναι πλέον χωρίς Ηγέτη. Κατά την περίοδο 1924 - 25 το «Γερμανικό Κόμμα» διασπάται σε δύο σκέλη. Ηγέτης του ενός γίνεται ο Γιόζεφ Γκέμπελς, ονομάζοντάς το «Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα της Ελευθερίας». Παρά την αρχική καταδίκη του σε πενταετή φυλάκιση, ο Χίτλερ αποφυλακίζεται στις 24 Δεκεμβρίου 1924, έχοντας εκμεταλλευθεί το διάστημα της φυλάκισής του για να συγγράψει το βιβλίο του «Ο Αγών μου».

Το πραξικόπημα και η δίκη του, όμως, έχουν λάβει μεγάλη δημοσιότητα, και το Κόμμα γίνεται ευρύτερα γνωστό σε ολόκληρη την Γερμανία. Ο Χίτλερ ασχολείται πλέον με την επανίδρυση του διαλυμένου Κόμματος, πράγμα το οποίο φέρνει λαμπρά σε πέρας. Η αποτυχία του πραξικοπήματος, ωστόσο, έχει αλλάξει την πρακτική που σκέπτεται να ακολουθήσει εφεξής ο Ηγέτης του Κόμματος: Αποκηρύσσει την δια της βίας κατάληψη της εξουσίας και, αντίθετα, στρέφει όλες του τις προσπάθειες για την επικράτησή του στις εθνικές εκλογές.

Ακολουθεί, πλέον, την «στρατηγική της νομιμότητας» για να κατακτήσει την εξουσία με νόμιμα μέσα. Το Ναζιστικό Κόμμα έχει, το 1925, δύο «πτέρυγες» οργανωτικού χαρακτήρα, το «Σώμα της Πολιτικής Ηγεσίας» (Korps der politischen Leiter) και την πτέρυγα των «κοινών» μελών (Parteimitglieder). Στην ηγετική ομάδα αναπληρωτής ηγέτης είναι ο Ρούντολφ Ες, ο οποίος, όμως, δεν έχει πραγματική ισχύ στο Κόμμα: Ύστερα από τον ίδιο τον Χίτλερ, ηγετικές φυσιογνωμίες του Ναζιστικού Κόμματος είναι οι Χίμλερ, Γκέμπελς και Γκέρινγκ.

Στις εκλογές του Μαΐου 1924 το NSDAP δεν σημειώνει μεγάλη επιτυχία: Κερδίζει 12 μόλις έδρες στο Ράιχσταγκ, έναντι 131 του Σοσιαλιστικού Κόμματος (SPD) και 45 του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD). Το εκλογικό αυτό αποτέλεσμα οδηγεί τον Χίτλερ, ο οποίος αποφυλακίζεται και επανιδρύει το Κόμμα, να επιχειρήσει μεγαλύτερα ανοίγματα προς τις λαϊκές μάζες. Το πρώτο άνοιγμα, που πραγματοποιείται το 1925, είναι ο διαχωρισμός του Κόμματος από την SA, καθώς το μεγάλο βάρος ρίχνεται στις νόμιμες δραστηριότητές του. Ευρύτερο άνοιγμα πραγματοποιείται καθώς το Κόμμα δέχεται πλέον, ως μέλη, και γυναίκες. Η SA και η SS, που δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 1925 ως Σωματοφυλακή του Ηγέτη, με επικεφαλής τον Χίμλερ, αναφέρονται πλέον όχι ως Κομματικές οργανώσεις, αλλά ως «υποστηρικτικές ομάδες», και όλα τα μέλη τους υποχρεώνονται να εγγραφούν ως τακτικά μέλη στο Κόμμα για να παραμείνουν σε αυτές.

Εν τω μεταξύ το Κόμμα περνά τα όρια της Βαυαρίας. Επεκτείνεται και αποκτά οπαδούς και σε άλλα κρατίδια, όπως στην Νυρεμβέργη της Βυρτεμβέργης, όπου προεξάρχον στέλεχος είναι ο Γιούλιους Στράιχερ με την εφημερίδα του Der Stürmer, στην Ανατολική Πρωσία, την Πομερανία, το Σλέσβιχ-Χολστάιν κ.ά. Στις εκλογές του Μαΐου 1928 το NSDAP παίρνει μόνο το 2,6% των ψήφων και κερδίζει 12 έδρες. Το 1929 ο αριθμός των μελών του Κόμματος έχει φθάσει τις 130.000.

Για τα γερμανικά πληθυσμιακά δεδομένα, εν τούτοις, ο αριθμός αυτός δεν είναι σημαντικός. Ίσως το Ναζιστικό Κόμμα να μην είχε φτάσει ποτέ στην εξουσία, αν δεν έπληττε και την Γερμανία η διεθνής οικονομική κρίση (το «Κραχ»), που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το 1929 και έπληξε ολόκληρη την Ευρώπη.

Στα τέλη της δεκαετίας των '20 ο πληθωρισμός στην Γερμανία έχει φτάσει σε τρομακτικά ύψη, όπως και η ανεργία. Συντείνουν σε αυτό και οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Τα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας είναι διασπασμένα και αδυνατούν να παράσχουν λύση στην οικονομική ανέχεια, που πλήττει ολοένα και περισσότερους απλούς πολίτες και μικρές επιχειρήσεις. Η πολιτική του Χίτλερ, στο σημείο αυτό, είναι να αποδώσει στους Εβραίους οικονομικούς παράγοντες και στους Μπολσεβίκους τα δεινά της χώρας. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1930 το NSDAP παίρνει το 18,3% των ψήφων, εκλέγει 107 βουλευτές στο Ράιχσταγκ και αναδεικνύεται δεύτερο Κόμμα, ύστερα από το Σοσιαλιστικό (SPD). Ο Χίτλερ έχει καταφέρει να αναδείξει το Ναζιστικό Κόμμα σε κόμμα εξουσίας, ενώ ο ικανότατος στην προπαγάνδα Γκέμπελς ασχολείται με την διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας του Ηγέτη.

Το 1931 και το 1932 η πολιτική κρίση βαθαίνει στην χώρα, καθώς η οικονομική κρίση είναι στο απόγειό της. Το 1932 ο Χίτλερ βάζει υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αντίπαλο τον Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Στον πρώτο γύρο καταφέρνει να συγκεντρώσει το 30% έναντι 49% του Χίντενμπουργκ και στον δεύτερο συγκεντρώνει περίπου 37%, χάνοντας την εκλογή από τον Χίντενμπουργκ, που συγκεντρώνει το 53%. Οι εκλογές αυτές αποτελούν ένα είδος δημοσκόπησης τόσο για το Κόμμα όσο και για τον Ηγέτη του.

Από τον πολιτικό λόγο του Κόμματος έχει πέσει σε δεύτερη μοίρα ο έντονος αντισημιτισμός (χωρίς, ασφαλώς, να απαλειφθεί ποτέ ολοσχερώς). Οι Γερμανοί δίνουν την ψήφο τους στον Χίτλερ κατά κύριο λόγο επειδή υπόσχεται να αναθερμάνει την Οικονομία (χωρίς, ωστόσο, να εξαγγείλει συγκεκριμένα μέτρα) και επειδή υπόσχεται να αποκαταστήσει τον Νόμο και την τάξη. Αυτό είναι σημαντικό για τους πολίτες, καθώς η SA, αριθμώντας ήδη 400.000 μέλη, είναι μια από τις αντιμαχόμενες οργανώσεις (και τα άλλα μεγάλα Κόμματα, SPD και KPD, διαθέτουν αντίστοιχες ομάδες κρούσης), που μετατρέπουν πολλές γερμανικές πόλεις κυριολεκτικά σε πεδία μάχης. Κυρίως, όμως, υπόσχεται να αποκαταστήσει το Γερμανικό γόητρο, το οποίο είχε ταπεινωθεί από τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Κανένα στέλεχός του, βεβαίως, δεν παραλείπει να αναφέρει ότι το Κόμμα θα προστατεύσει (η έκφραση που χρησιμοποιείται είναι «θα σώσει») την χώρα από την «Κομμουνιστική απειλή».

Νέες εκλογές διεξάγονται τον Ιούλιο του 1932. Ο επικεφαλής της Προπαγάνδας του Κόμματος δρ. Γκέμπελς και η ρητορική δεινότητα του Χίτλερ καταφέρνουν να εκτοξεύσουν το ποσοστό του NSDAP στο 37,4% και 230 έδρες στο Ράιχσταγκ, φέρνοντάς το στην πρώτη θέση στην Γερμανία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παίρνει 14,6% αλλά, όπως είναι φυσικό, ο σχηματισμός Κυβέρνησης συνασπισμού είναι αδύνατος, καθώς οι ιδεολογικές διαφορές των δύο Κομμάτων είναι αγεφύρωτες. Σχηματίζονται, έτσι, Κυβερνήσεις μειοψηφίας, που αδυνατούν να επιλύσουν τα οξύτατα προβλήματα της Οικονομίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αναγνωρίζει ως κύριο αντίπαλο το NSDAP αλλά το Σοσιαλιστικό Κόμμα, κι αυτό κάνει χαλαρότερη την αντιπολίτευση απέναντι στους Ναζιστές.

Ο Καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν προκηρύσσει νέες εκλογές για τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ελπίζοντας να επιτύχει συσχετισμούς που να επιτρέπουν σχηματισμό ισχυρής Κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα για το NSDAP προκαλεί έκπληξη: Το ποσοστό του πέφτει στο 33% και 196 έδρες. Σε αυτό συνέβαλε η μερική υποχώρηση της οικονομικής κρίσης αλλά και ο φόβος των ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης, που το είχαν υποστηρίξει στις προηγούμενες εκλογές, ότι πράγματι το NSDAP μπορεί να ερχόταν στην εξουσία.

Οι Ναζιστές, από την άλλη, έλαβαν το μήνυμα των εκλογών: Έπρεπε να πάρουν την εξουσία τώρα, πριν τα ποσοστά του Κόμματος μειωθούν ακόμη περισσότερο. Απαιτούν από τον Πρόεδρο να ονομάσει τον Χίτλερ Καγκελάριο, αφού είναι ο ηγέτης του πρώτου Κόμματος στις εκλογές. Ο φον Πάπεν, ο διάδοχός του Κουρτ φον Σλάιχερ και πολλοί μεγαλοεπιχειρηματίες, όπως οι Κρουπ, πιέζουν τον - σφοδρά αντιτιθέμενο - Χίντενμπουργκ προς αυτή την κατεύθυνση.

Τελικά ο Πρόεδρος ενδίδει και ονομάζει τον Χίτλερ Καγκελάριο στις 30 Ιανουαρίου 1933. Στις 27 Φεβρουαρίου ξεσπά η πυρκαϊά στο Ράιχσταγκ, και το Κόμμα κατηγορεί τους Κομμουνιστές, καθώς συλλαμβάνεται στον τόπο της πυρκαϊάς ως υπεύθυνος ο νεαρός Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe).

Ο Χίτλερ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη θέση του και πείθει τον πρόεδρο φον Χίντενμπουργκ να εκδώσει το λεγόμενο «Διάταγμα του εμπρησμού του Ράιχσταγκ», με το οποίο αναστέλλονται οι συνταγματικά κατοχυρωμένες ατομικές ελευθερίες του γερμανικού λαού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα κηρύσσεται εκτός Νόμου, οι ηγέτες του συλλαμβάνονται, τα μέλη του διώκονται.

Έχοντας απαλλαγεί από ένα βασικό ιδεολογικό αντίπαλο, ο Χίτλερ προκαλεί νέες εκλογές το Μάρτιο του 1933, με σκοπό να αποκτήσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Οι εκλογές διεξάγονται με τον Χίτλερ Καγκελάριο και το αποτέλεσμα δίνει το 44% των ψήφων και 288 έδρες στο NSDAP.

Έχοντας υποστηρικτή το μικρό Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP), οι Εθνικοσοσιαλιστές επιτυγχάνουν την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο (52%). Η κυριαρχία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος αρχίζει. Θα λήξει μόνον με τον τερματισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, το Μάιο του 1945.

Πηγή: el.wikipedia.org

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ