Για τον κυβερνητικό ανασχηματισμό - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Την Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021, ανακοινώθηκε επίσημα ο δεύτερος ανασχηματισμός της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, που εν προκειμένω, κατέστη πιο ευρύς από αυτόν του περασμένου καλοκαιριού, συμπεριλαμβάνοντας και μία σειρά υπουργών και υπουργείων.  

Ως προς αυτό βέβαια, ο τωρινός ανασχηματισμός περισσότερο έχει να κάνει με την πραγματοποίηση στοχευμένων έως λελογισμένων αλλαγών στο κυβερνητικό σχήμα, και όχι βαθυ-δομικών όπως ανέφεραν σχολιαστές, κάτι που, πολιτικά-μορφολογικά, μεταφράζεται ως εξής: Αφενός μεν, οι αλλαγές αφορούν κύρια μετακινήσεις υπουργών, όπως διεφάνη με τις περιπτώσεις των Κωστή Χατζηδάκη και Μάκη Βορίδη που ανέλαβαν τα υπουργεία Εργασίας και Εσωτερικών αντίστοιχα, μετακινούμενοι από άλλα υπουργεία, και, αφετέρου δε, προστέθηκε  μία σειρά υφυπουργών σε συγκεκριμένα υπουργεία, χωρίς να εκ-λείπουν και οι εσωτερικές μετακινήσεις που αφορούν θέσεις αναπληρωτών υπουργών (βλέπε την περίπτωση του νυν αναπληρωτή υπουργού Υγείας, Βασίλη Κοντοζαμάνη). 

Για την πραγματοποίηση αυτών των αλλαγών, ο πρωθυπουργός στράφηκε προς την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, ώστε να προχωρήσει στην υφυπουργοποίηση βουλευτών, επιλέγοντας όμως να προβεί, όπως σημειώθηκε, και σε ενδο-υπουργικές ανακατατάξεις.

 Η πρώτη παράμετρος, που σχετίζεται με την είσοδο στην κυβέρνηση μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας (11 τον αριθμό), προσιδιάζει προς την κατεύθυνση ενός επαναπροσδιορισμού της «εσωκομματικής κατανομής ισχύος», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Λαμπρινής Ρόρη, εκεί όπου η ομάδα βουλευτών που ανέλαβε υπουργικά πόστα, δύναται να συγκροτήσει έναν ιδιαίτερο πολιτικό ‘πυρήνα’ που διευρύνει τις δυνατότητες λήψης πολιτικών πρωτοβουλιών, όπως και αναπτύσσει περαιτέρω το δίκτυο επαφών, εντός (Νέα Δημοκρατία) αλλά και εκτός κόμματος, με τον βουλευτή που ορίζεται υφυπουργός να δύναται να συν-διαλλαγεί με την οργανωμένη βάση του κόμματος από άλλη θέση. Ευρύτερα ομιλώντας, ο πρωθυπουργός με τις επιλογές του, εμπλέκει περισσότερο το κόμμα στα της διακυβέρνησης, επανεπινοώντας την σχέση ‘πολιτικό κόμμα-κοινοβουλευτική ομάδα-κυβέρνηση.’ 

 Εάν δε προσθέσουμε και την δεύτερο παράμετρο που διέπει την φιλοσοφία των παρεμβάσεων στο σχήμα της κυβέρνησης που είθισται Μεταπολιτευτικά να αποκαλούνται ‘ανασχηματισμός,’ τότε, θα κάνουμε λόγο για την διαμόρφωση ενός σχήματος  όχι δραστικά διαφορετικού, που διατηρεί ανέπαφο τον βασικό κυβερνητικό πυρήνα που συνδέεται με την εφαρμογή των σημαντικότερων  κυβερνητικών πολιτικών (διαχείριση εγχώριας κρίσης υγείας/ελληνο-τουρκικά), θέτοντας στο προσκήνιο την εισαγωγή του βουλευτή-‘εργάτη’ που σπεύδει να εφαρμόσει πολιτική και όχι να καλύψει απλώς κενά, κρατώντας παράλληλα ζωντανή την προοπτική με θέα στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής ομάδας: ‘Εάν εργασθεί για την ευόδωση των θέσεων του κόμματος και των κυβερνητικών πολιτικών, ο βουλευτής είναι δυνάμει υπουργοποιήσιμος.’ 

 Σε αυτό το σημείο όμως, μπορούμε να προχωρήσουμε σε κάποιες γενικότερες παρατηρήσεις ως προς το εύρος του συγκεκριμένου κυβερνητικού ανασχηματισμού. Πρώτον, δεν αίρεται και σε ένα δεύτερο επίπεδο, δεν αμβλύνεται η πολιτική αντίφαση-αντινομία που αφορά την πολιτική διακήρυξη και επιμονή στο σχήμα του ευέλικτου κράτους που επιδιώκει να δρα άμεσα και δραστικά και την έμπρακτη δημιουργία ενός διευρυμένου και δυσκίνητου κυβερνητικού σχήματος (57 πρόσωπα) που εμπεριέχει κατά σειρά, υπουργούς, αναπληρωτές υπουργούς και υφυπουργούς με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την κατανομή των αρμοδιοτήτων και περισσότερο, την χάραξη πολιτικών. 

Αυτή η αντίφαση χαρακτήριζε και το πρώτο κυβερνητικό σχήμα που διαμορφώθηκε μετά τις νικηφόρες για την Νέα Δημοκρατία βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου του 2019, παρά την έμφαση στο λόγο περί ευέλικτου και επιτελικού κράτους και κατ’ επέκταση, μίας επιτελικής εκτελεστικής εξουσίας που πράττει ‘ό,τι είναι απαραίτητο.’

 Η αντίφαση αυτή δεν αντιμετωπίσθηκε και τώρα, με αποτέλεσμα να προκύπτει ένα σχήμα που δεν είναι ακριβώς συνέχεια του προηγούμενου, αλλά αναντίστοιχο των προσδοκιών που δημιουργήθηκαν περί κυβερνητικής ευελιξίας. Κατά δεύτερον, εντοπίζουμε την έλλειψη σημαντικής αντιπροσώπευσης (γυναικεία υπο-αντιπροσώπευση) στο κυβερνητικό σχήμα, κάτι που επίσης παρατηρήθηκε και στο άμεσο μετεκλογικό κυβερνητικό σχήμα. Όπως τονίζει ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μητσός, «μόλις 9 υπουργοί ή υφυπουργοί είναι γυναίκες, ποσοστό 15%». Υπό αυτό το πρίσμα, και δίπλα στην γυναίκα υπο-αντιπροσώπευση, ανακύπτει και το ζήτημα της απουσίας γυναικών από τις πλέον σημαντικές κυβερνητικές θέσεις, τη εξαιρέσει της υπουργού Παιδείας, Νίκης Κεραμέως.  Το ζήτημα όμως είναι βαθύτερο. 

Διότι, δεν  έχουμε να κάνουμε εδώ με την σημασιοδότηση πολιτικοϊδεολογικών σκοπιμοτήτων, αλλά για την προβολή, σε πραγματικό κυβερνητικό χρόνο, της πρόσληψης της πολιτικής με όρους παράδοσης και ‘αρρενωπότητας,’ (ο άνδρας πολιτικός που γνωρίζει από ‘πρώτο χέρι τα θέματα και δίνει λύσεις’),  κάτι που δεν αφορά μόνο το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Το οποίο, σε επίπεδο κοινοβουλευτικής ομάδας, επίσης υπο-εκπροσωπείται όσον αφορά την συμμετοχή γυναικών.

Και ένα τρίτο στοιχείο το οποίο και διακρίνουμε, συνδέεται με την, πλην εξαιρέσεων, απουσία μίας ευρύτερης μεταρρυθμιστικής δυναμικής (βλέπε την περίπτωση του αποπεμφθέντος Τάκη Θεοδωρικάκου από το υπουργείο Εσωτερικών) στο νυν κυβερνητικό σχήμα, δυναμική που θα μπορούσε να αποκτήσει μία ορμή εάν ‘επικοινωνούσε’ με ευρείας έκτασης μεταβολές στο όλο σχήμα που θα αντλούσε από την φιλοσοφία επι-τέλεσης εγκάρσιων τομών. Και στο κυβερνητικό σχήμα αλλά και ευρύτερα, δίνοντας εκ νέου πολιτικό και προγραμματικό στίγμα εν τω μέσων των προκλήσεων και δη των διαχειριστικών προκλήσεων της πανδημίας. Συμπερασματικά, ο ανασχηματισμός καθίσταται ανασχηματισμός περισσότερο μίας ιδιαίτερης διαχείρισης, και όχι πολιτικής τόλμης.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ