Για την εισβολή στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

«Άκουσα πως στο Οχάιο Στην αρχή αυτού του αιώνα Μια γυναίκα ζούσε στο Μπίντουελ, Η Μαίρη ΜακΚόι, χήρα ενός σιδηροδρομικού Με τ’ όνομα Μάικ ΜακΚόι, μέσα στη φτώχεια. Αλλά κάθε νύχτα απ’ τα τρένα που βροντάγαν της Γουϊλινγκ Ρειλρόουντ Πετούσανε οι μηχανοδηγοί  μια αγκαλιά κάρβουνα Πάνω απ’ το φράχτη μες στον πατατόκηπο Με βραχνή φωνή μες στη βιασύνη τους φωνάζοντας: Για το Μάικ!» (Μπέρτολτ Μπρεχτ, ‘Κάρβουνα για τον Μάικ’).

Την Τετάρτη 6 Ιανουαρίου του 2021, λίγες ημέρες προτού ο Τζο Μπάιντεν ορκισθεί και αναλάβει καθήκοντα προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, έλαβε χώρα μία εισβολή υποστηρικτών του (απερχόμενου) προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, στην Ουάσινγκτον. 

 Όπως γράφει η δημοσιογράφος των ‘Νέων’ Νατάσα Μπαστέα: «Λίγη ώρα αργότερα (σ.σ: μετά την ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ), εκατοντάδες από τους οπαδούς του εισέβαλλαν στο Κογκρέσο, ρίχνοντας τα μεταλλικά εμπόδια και δίνοντας μάχη με τα μέλη των δυνάμεων ασφαλείας. Όλα τα κτίρια στον λόφο του Καπιτωλίου τέθηκαν αμέσως σε lockdown, χωρίς να επιτρέπεται σε κανέναν να εισέλθει ή να εξέλθει, ενώ η δήμαρχος της αμερικανικής πρωτεύουσας ανακοίνωσε απαγόρευση της κυκλοφορίας μέχρι σήμερα το πρωί».  Η εισβολή άφησε πίσω της πέντε νεκρούς. 

 Έμπρακτα και με πολιτικοϊδεολογικούς όρους, διαμέσου της κίνησης των συμμετεχόντων στην ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ έξω από τον χώρο του Καπιτωλίου, συγκροτήθηκε μία ‘φορτισμένη’ αντίθεση-αντίστιξη μεταξύ ακριβώς των συμμετεχόντων-υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ, που εν προκειμένω, ενέγραψαν στη βίαιη δράση τους το πλαίσιο του ‘Τραμπισμού’ και των ‘διεφθαρμένων’ και ‘γραβατωμένων’ (με αρνητική σήμανση), πολιτικών που εκείνη την ώρα, στους μέσα χώρους του Καπιτωλίου, επικύρωναν την εκλογική νίκη του Τζο Μπάιντεν. Εντός αυτού, το ζήτημα προσλαμβάνει και άλλες παραμέτρους.

 Το βαθύ υπόστρωμα δυσπιστίας και εχθροπάθειας προς το ‘επάρατο κατεστημένο’ που διαπερνούσε τον πολιτικό λόγο του Ντόναλντ Τραμπ κατά την διάρκεια της θητείας του, άλλοτε με μεγαλύτερη (βλέπε και την προεκλογική περίοδο προ των προεδρικών εκλογών του 2016), και άλλοτε με μικρότερη ‘οξύτητα,’ μεγεθύνθηκε ουσιωδώς την επαύριον της εκλογικής αναμέτρησης, εκεί όπου οι πολιτικές αφηγήσεις του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, αφενός μεν έτειναν προς την κατεύθυνση αμφισβήτησης (αβάσιμα και έωλα), της εκλογικής νίκης του Τζο Μπάιντεν (η ‘ενσάρκωση’ του κατεστημένου) και, αφετέρου δε, μετεξελίχθηκε εμπρόθετα, διανθισμένο με μία ρητορική περί νοθείας και απάτης.

 Περί ‘πλαστής’ και μη έγκυρης εκλογικής νίκης, εκεί όπου, πάνω σε αυτή την ρητορική, συγκροτήθηκε ένα ευρύτερος άξονας αμφισβήτησης των εκλογών και της εκλογικής διαδικασίας ως συστατικού τμήματος της Αμερικανικής δημοκρατίας και του πολιτικοϊδεολογικού ανταγωνισμού, και περαιτέρω, ένας άξονας που δεν δίστασε, υπόρρητα, να προσλάβει την ίδια την Δημοκρατία ως ‘πλαστή’ και ψεύτικη-‘κίβδηλη’ από την στιγμή όπου και επιτρέπει μία νίκη που ουσιαστικά δεν υφίσταται. 

Σε αυτό το σημείο, θα προβούμε στην ανάλυση ενός σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Και ποιο είναι αυτό; Είναι το σημείο όπου γίνεται λόγος για την καθοδήγηση έως εντολή που αρκετοί θεωρούν πως δόθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ, όσον αφορά την απόπειρα εισβολής και την εισβολή στο Καπιτώλιο. 

Ως προς αυτό, δεν θεωρούμε πως το όλο θέμα εξαντλείται σε μία απλή εντολή που έδωσε ο Ντόναλντ Τραμπ στους ‘οπαδούς’ του ώστε αυτοί να επιχειρήσουν να εισέλθουν βιαίως (κάτι που κατάφεραν) στους χώρους του Κοινοβουλίου. Μία τέτοια προσέγγιση καθίσταται στατική έως μηχανιστική, καθώς παραβλέπει και τους πολιτικούς όρους που αποτέλεσαν την ‘καύσιμη ύλη’ για την ενέργεια της εισβολής, αλλά και το είδος εκείνο της αμφισβήτησης που είναι αξιακά και βαθιά  αντι-δημοκρατικό, ως προς ‘αυτή την Δημοκρατία των λίγων,’ και κινείται με τους όρους της δράσης ενάντια σε αυτό το ‘κατεστημένο.’ 

Η αντι-δημοκρατική ρητορική και η ρητορική περί ‘εχθρικού κατεστημένου’ τέμνονται διαλεκτικά, διαμορφώνοντας το έδαφος του ‘η εξουσία ανήκει σε εμάς.’ Απέχοντας από το να έχει ανάψει το πράσινο φως για την εισβολή, ο πρόεδρος Τραμπ συνέβαλλε στην εκ των προτέρων πολιτική-ιδεολογική νομιμοποίηση του βίαιου πράττειν, στο σημείο όπου το ιζηματογενές πεδίο πάνω στο οποίο κινούνται οι εισβολείς, παραγάγει ‘φόβο’ (θα ‘γίνουμε ο φόβος σας’), πόλωση και τον εθνικισμό-μιλιταρισμό που θεμελιώνεται στη ‘μάχη,’ με το στοιχείο της διαίρεσης να τονίζεται μέσω των συμβόλων που χρησιμοποιούν οι διαδηλωτές.

 Έτσι, έχουμε να κάνουμε με την χρήση σημαιών του Αμερικανικού Νότου, από την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου ακόμη, σε μία υπενθύμιση των ιστορικών, κοινωνικών, πολιτικών, αξιακών  διαιρέσεων, και με την χρήση σημαιών των Ηνωμένων Πολιτειών που πάνω της απεικονίζεται η μορφή του προέδρου Τραμπ, ο οποίος και πραγματώνει την ιδεατή αίσθηση της ‘Αμερικανικότητας’: λευκός, άνδρας, αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας, όσο χρειάζεται λαϊκός και προερχόμενος, πολιτικά, ‘από τα κάτω.’ 

Να το ιδιαίτερα κρίσιμο σχήμα της διαίρεσης που παράγεται εντόνως. Η σημαία του Αμερικανικού Νότου ως δήλωση ταυτότητας και Αμερικανικού κοινοτισμού και συγκεκριμένων ‘αξιών,’ την οποία περιφέρουν ως τρόπαιο νίκης στους χώρους του ‘μισητού’ Καπιτωλίου και της ‘μισητής’ Ουάσινγκτον διαδηλωτές, συναρθρώνεται με το ανέμισμα της Αμερικανικής σημαίας πάνω στην οποία ο Ντόναλντ Τραμπ αποτυπώνεται ως κινηματογραφικός και μη, ‘Captain America’: ‘Αυτή είναι η ‘Αμερική μας’ και αυτός είναι ο ‘ηγέτης’ μας, η ενσάρκωση της ‘πίστης’ στο Αμερικανικό ‘όνειρο’ και όχι εκπρόσωπος ‘παρηκμασμένων’ και ‘ανώμαλων’ ελίτ που κλείνουν το μάτι σε ‘μαύρους’ (σημαίνον ‘νεγρότητας’) και σε ομοφυλόφιλους.

 Ο αυτο-προσδιοριζόμενος, κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ως ιδεατός και ιδανικός ‘Ρόκι Μπαλμπόα’ Ντόναλντ Τραμπ, που συνυφαίνοντας σωματική δύναμη και πνευματική-πολιτική διαύγεια επιτίθεται εναντίον (με ‘γροθιές’) εναντίον του Μπάιντεν και του κόμματος του που δεν είναι παρά καρικατούρα κόμματος,  μεταπλάθεται, εντός των συμφραζομένων των επιτιθέμενων, σε ‘Captain America,’ που σπεύδει να ανοίξει την αγκάλη του, να συμπεριλάβει πολλούς, και να ‘σώσει’ (‘σωτηριολογικά’ μοτίβα) τις ΗΠΑ. Και για αυτόν τον λόγο, κύρια τον εμποδίζουν. 

 Η διαίρεση δημιουργείται συμβολικά-πολιτικά και ιστορικά, και αναπαράγεται την ημέρα της εισβολής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο «μισαλλοδοξισμός, ο κοινοτικός εγκλεισμός και το πολεμικό πνεύμα», για να παραπέμψουμε στον Pierre Andre-Taguieff, διακρίνουν τις μερίδες εκείνων των διαδηλωτών που επιχείρησαν την εισβολή, με τα θεμέλια αυτού που είναι η Δημοκρατία ( συναίνεση-νομιμοποίηση) να υπονομεύονται εκ των έσω, φθάνοντας έως του σημείου βρασμού: Κοινοτική-εθνικιστική ρητορική, βίαιη ρήξη με ό,τι συμβολοποιεί μία Δημοκρατία που ‘δεν μας ανήκει.’ 

H βία, έμφορτη νοημάτων, ασκήθηκε σαν σε αλματώδες flashback μίας προεδρικής θητείας,  όντας διάστικτη από μία οργή που δεν αναγνωρίζει, από τις αφηγήσεις ενός ‘λαού’ που ‘πλήττεται’ από τους ‘παραμυθάδες,’ και βρίσκει την ‘αλήθεια’ στην ‘αγκάλη’ των πολιτικών ιδεών Τραμπ και ό,τι ο ίδιος θεωρεί και προβάλλει ως αξίες ζωής, κοινωνικής ζωής. 

Η προεδρική θητεία του Τζο Μπάιντεν που εκκινεί σε λίγες ημέρες, οφείλει, παράλληλα με την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών,  με την άσκηση μίας πολιτικής δημοκρατικής συμπερίληψης, να αποδώσει έμφαση σε αυτό το περίσσευμα της πολιτικής οργής και των κοινωνικών, πολιτικών, γεωγραφικών, αξιακών-πολιτισμικών διαιρέσεων που διασταυρώνονται εγκάρσια, σε μία χώρα που τρέφεται από τις σάρκες της.

 Πρωτίστως, οφείλει να αντιμετωπίσει πολιτικά, αυτό που θα αποκαλέσουμε ως ‘φάντασμα Τραμπ.’ Προσθέτοντας και τον συστημικό ρατσισμό, θα υπογραμμίσουμε πως τα διακυβεύματα είναι πολλά και έντονα. 

Ενέχουν ενδιαφέρον και χρήζουν αναλυτικής επισήμανσης τα ευρήματα της δημοσκόπησης που διενήργησε το ινστιτούτο ‘You Gov,’ τα οποία και δείχνουν ό,τι ένα 20% των ερωτηθέντων εξέφρασε την υποστήριξη του στην συγκεκριμένη βίαιη ενέργεια, με το ποσοστό στις τάξεις των υποστηρικτών του Ρεπουμπλικανικού κόμματος να αγγίζει το 45%.

 Αντίθετα, είναι κατά τι μεγαλύτερο το ποσοστό όσων εναντιώνονται στην εισβολή (71%), κάτι που προβάλλει ανάγλυφα τον αρνητικό αντίκτυπο που είχε σε σημαντικό τμήμα της κοινωνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες η βίαιη ρήξη, έτσι όπως εκφράσθηκε πολιτικά. Όμως, η κίνηση αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί μία απλή ενέργεια ‘ακραίων’ και ‘μεμονωμένων’ υποκειμένων, στο βαθμό που και διαφαίνεται ό,τι βρίσκει κοινωνικοπολιτικά πρόσφορο έδαφος (έστω και σε μικρότερα ποσοστά), αλλά και ό,τι  πολιτικά και αξιακά, αναδεικνύει μία αντίληψη που κινείται στον εξής άξονα: ‘Ό,τι μας στέρησαν και μας έκλεψαν με την ψήφο, θα το πάρουμε πίσω και με τα όπλα.’ 

Το πλήθος δρα υπό την ομπρέλα μίας ατζέντας ‘εκκαθάρισης,’ προσδίδοντας στην εισβολή τους επι-γενόμενους όρους έγκλησης ενός Αμερικανικού κανόνα. Ό,τι πράττουν εκείνη την κρίσιμη στιγμή, τους εμβαπτίζει στα νάματα ενός ‘ηρωισμού,’ κατά τον δικό του αξιακό και πολιτικό κώδικα. Το πνεύμα του εθνικιστικού εξτρεμισμού ευρίσκεται εν δράσει.

  Μέχρι στιγμής, και παρά την στάση που επέδειξαν κάποιοι αστυνομικοί επιτρέποντας την εισβολή προσώπων στους χώρους του Καπιτωλίου,  δεν διαφαίνεται κάποια διείσδυση, όχι μόνο μέρους των διαδηλωτών, αλλά και του ‘Τραμπισμού’ ως σύστημα παραγωγής ‘γνώσης’ περί πολιτικής και περί της θέσης και του ρόλου των ΗΠΑ, εντός του εν ευρεία εννοία κρατικού μηχανισμού. 

Το ρεπερτόριο δράσης που ακολουθήθηκε, η στρατηγική της βίας και της πρόκλησης επεισοδίων, θρέφει το φαντασιακό της εξέγερσης του ‘πραγματικού.’ Την περίοδο της μετα-νεωτερικότητας και εν καιρώ πανδημικής κρίσης, στο στόχαστρο τίθενται πολιτικά πρόσωπα και πολιτικά κόμματα, πολιτικοί θεσμοί που αποτελούν τα βάθρα της δημοκρατίας στις ΗΠΑ. Δεν πρόκειται όμως  μόνο για την έκφραση μίας κρίσης δημοκρατικής νομιμοποίησης, αλλά και για την βαθιά κρίση ενός ολόκληρου πλέγματος ιδεών που συνθέτουν το πνεύμα και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας στις ΗΠΑ. Η κατάσταση είναι σύνθετη και ταυτόχρονα, τραυματική.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ