“Οι υποσχέσεις των ερωτευμένων” – γράφει η Ζωή Χατζηθωμά

 

Ξημερώνει Κυριακή, μη μου λυπάσαι, λέει το τραγούδι, αλλά κάποιοι αύριο δε θα έχουν πλούσιο τραπέζι και η νύχτα τους έχει δαίμονες, γιατί σκέφτονται λογαριασμούς, ασφάλεια, ενοίκια, φροντιστήρια των παιδιών, μετράνε τα ψιλά, η παλάμη τους ιδρώνει και δε βγαίνει το μέτρημα. Το μαγαζί κλειστό με αβέβαιη προοπτική και ο φόβος του ιού και του θανάτου πάνω από τα κεφάλια όλων μας.

Κάποιοι από μας θρηνούν αγαπημένους τους. Οι μέρες μας είναι βουβές, παράξενες και όλοι εμείς διαφορετικοί. Η πραγματικότητα είναι σκληρή παίκτρια, παίζει καλή άμυνα και εμείς θολωμένοι ψάχνουμε τον τρόπο να σκοράρουμε.

 Χτυπά το τηλέφωνο και με το που με ακούει η τρίχρονη ανιψιά μου άρχισε να τσιρίζει ενθουσιασμένη.

-Τι έγινε; Τη ρωτάω;
-Τίποτα, μου κάνει, μόνο που σε άκουσα φτάνει!

Κάτι λέγαμε πριν για σκοράρισμα. Υπάρχει ελπίδα να ξαναβγούμε στο φως;

-Πώς γίναμε έτσι; Πώς ζούμε μόνο με φόβο και χωρίς πάθος για ζωή; Πού χάθηκε η σπίθα στα μάτια μας ότι όλα θα πάνε καλά; Χάθηκε κάπου στα ράφια των σούπερ μάρκετ και στις ειδήσεις με φίδια και δράκους. Και εμείς σαν ήσυχα και καλά παιδάκια ακούμε και φοβόμαστε και πάλι από την αρχή φοβόμαστε και ακούμε τα δελτία τρόμου, που μιλούν για θάνατο, χολέρα και βιασμούς κάθε είδους.

Κυλάμε σαν ήσυχα ποταμάκια. Τα ήσυχα ποταμάκια λίγο θέλουν να γίνουν χείμαρροι, λέει ο σοφός λαός.

Κάθε πρωί η ίδια αγωνία, αν μας βρήκε η μέρα χωρίς απώλειες. Και η ίδια λαχτάρα, να βγάλουμε τη μάσκα, να βρούμε ξανά το πρόσωπο μας, την ταυτότητά μας, το γέλιο, τα φιλιά και τις αγκαλιές μας. Και η ίδια σκέψη, ότι το καλό θα νικήσει το κακό: Με νέες θεραπείες, με τους αγώνες και το πείσμα των Επιστημόνων και των εργαζομένων στα Νοσοκομεία, με το υγιές μεγάλωμα ενός καλού παιδιού, με έναν μεγάλο έρωτα, με ουσιαστικά συναισθήματα, με μικρές πράξεις αγάπης, με δημιουργία...

Η πανδημία έφερε στο φως όλα τα άσχημα που έχουμε ο καθένας μέσα του και ανέδειξε τη γύμνια που επιμελώς καλύπταμε, φάνηκαν οι αδυναμίες μας, η ανικανότητά μας και τα κότσια που έχει η ψυχή μας να σταθεί όρθια στα δύσκολα.

Ο COVID δοκιμάζει τα νεύρα και τις αντοχές μας. Τη συνείδηση, το μυαλό μας και το παιχνίδι να παραμείνουμε άνθρωποι, ηθικά ακέραιοι, με υπερηφάνεια και με σεβασμό σε όσα περνάμε. Αλλά από υπερηφάνεια, μερικοί δε γνωρίζουν ούτε την ορθογραφία του όρου.

Και όλοι εμείς περιμένουμε όχι ένα θαύμα, αλλά έτσι εξουθενωμένοι που είμαστε, περιμένουμε δυο λόγια ελπίδας. Δυο λόγια χαράς, έστω και ψεύτικα, έστω και για μια νύχτα. Σαν τα λόγια και τις υποσχέσεις των ερωτευμένων, που ξέρουμε ότι δεν κρατούν για πάντα, αλλά ποιος νοιάζεται; Ποιος αλλάζει τη στιγμή της απόλυτης ευτυχίας με μια ολόκληρη επίπεδη και ήσυχη ζωή; Δυο λόγια, για να πάμε παρακάτω και να πάρουμε ανάσες. Να ζήσουμε και να διεκδικήσουμε όσα μας αξίζουν σ’ αυτή τη ζωή:

Να μας αγαπήσουν τα παιδιά, να μας σεβαστούν υπέροχοι άνθρωποι, να παλέψουμε για το άδικο και να αναμετρηθούμε στα ίσια μαζί του, να κλάψουμε για την προδοσία, να δακρύσουμε από χαρά για την ομορφιά, να δώσουμε χωρίς όρια, να σεβαστούμε τον πόνο του άλλου, να φυτέψουμε λουλούδια, να κάνουμε ταξίδια και πολλά όνειρα, να γελάσουμε μέχρι δακρύων.

 Να κάνουμε ζαβολιές σαν μικρά παιδιά, να χτυπήσει δυνατά η καρδιά μας, όταν μάθουμε ότι κάποιος ζει και αναπνέει καλά μόνο και μόνο επειδή υπάρχουμε εμείς, να παθιαζόμαστε και να αφήσουμε το δικό μας αποτύπωμα πάνω στον κόσμο. Αλλά και να κάνουμε καλύτερο αυτό τον κόσμο, γιατί μπορούμε, γιατί έχουμε τα φτερά.

Έστω και αν έχουν μαδήσει λίγο οι άκρες τους, έστω και αν έχει ξεθωριάσει το χρώμα τους.

Στο τέλος η ίδια η ζωή θα δείξει τον δρόμο. Γιατί η ζωή είναι το πιο υπέροχο παραμύθι.

Τι όμορφοι που είναι οι άνθρωποι που μιλούν για θάλασσες και σπάνε άμυνες εγωισμούς και κάθε είδους καραντίνες για μια αγάπη.

Και όλα αυτά όχι καλοκαίρι, αλλά στην καρδιά του χειμώνα!

Ζ.Χ.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ