Η εκλογή Λάσετ στην ηγεσία του CDU - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Με άρθρο της που δημοσιεύεται στην εφημερίδα 'Η Καθημερινή,' η δημοσιογράφος Ξένια Κουναλάκη, αναφέρεται στο προφίλ του νεοεκλεγέντος προέδρου του Γερμανικού Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU), Άρμιν Λάσετ. 

Στις εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη ηγεσίας στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, μετά την περυσινή παραίτηση της υπουργού Άμυνας της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης Ανεγκρέτ-Κραμπ Καρενμπάουερ, η οποία και δέχθηκε πολιτική κριτική για τις ζυμώσεις και τις διεργασίες στο κρατίδιο της Θουριγγίας μεταξύ της τοπικής ηγεσίας του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος και του κόμματος 'Εναλλακτική για τη Γερμανία' (AFD) που τυπολογικά εντάσσεται στην ακροδεξιά (με πολιτικοϊδεολογικά κριτήρια) πολιτική οικογένεια, φθάνοντας έως του σημείου της παραίτησης, ο Λάσετ έλαβε 521 ψήφους στον δεύτερο εκλογικό γύρο, επικρατώντας επί του Φρίντριχ Μερτς.  

 Ο οποίος και ηττήθηκε για δεύτερη φορά στην εσωκομματική εκλογική διαδικασία, με την πρώτη να είναι από την Κραμπ-Καρενμπάουερ. Σε αυτή την εκλογική διαδικασία που συνεπεία της εξέλιξης της πανδημίας διεξήχθη ψηφιακά,  ο Φρίντριχ Μερτς έλαβε 466 ψήφους. 

Η διαφορά μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψηφίων (στον πρώτο γύρο εκλογικό γύρο συμμετείχε και ο Νόρμπερτ Ρέντγκεν), εν πρώτοις δεν φαντάζει και ιδιαίτερα μεγάλη, όμως, από την άλλη στάθηκε αρκετή για να δώσει την εκλογική νίκη στον πρωθυπουργό του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, δίδοντας του και το προβάδισμα για την υποψηφιότητα του ως καγκελάριος στις παγγερμανικές βουλευτικές εκλογές του 2021.

 Δύναται να σημειώσουμε πως η νίκη του Άρμιν Λάσετ δεν ακολουθεί γραμμικά την αντίστοιχη νίκη ή αλλιώς, επικράτηση της Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ, δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως ο Λάσετ ως υποψήφιος για την συγκεκριμένη θέση δεν διεκδίκησε τον 'χώρο' που είχε καταλάβει πολιτικά-εκλογικά η Κραμπ-Καρενμπάουερ, εμφανιζόμενος εμπρόθετα ως ο συνεχιστής της πολιτικής κληρονομιάς της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, διεκδικώντας πολιτικά και ιδεολογικά, «ένα CDU του κέντρου», όπως τονίζει ο ίδιος. 

Κάτι που δύναται να σημάνει πως ο Λάσετ προσιδιάζει προς ό,τι ο Γάλλος φιλόσοφος των ιδεών Pierre Andre-Taguieff, αποκαλεί «πραγματιστικό κεντρισμό», θέτοντας ως σημείο αναφοράς τις εξής παραμέτρους: Πρώτον, το να παραμείνει το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα ο βασικός κορμός σε περίπτωση που μετά την πραγματοποίηση των παγγερμανικών εκλογών του 2021 καταστεί απαραίτητη η συγκρότηση κυβέρνησης συνασπισμού, όπως είναι η τρέχουσα κυβέρνηση, έχοντας ως βασικό άξονα, όπως διεφάνη κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης της καγκελαρίου Μέρκελ, την ικανότητα της 'αμφίπλευρης διεύρυνσης' πολιτικά και ιδεολογικά.

Με αυτόν τον τρόπο, το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα δύναται να ορίζει το περιεχόμενο των ασκούμενων πολιτικών. Δεύτερον, η επιμονή και όχι η στροφή προς το θεωρούμενο ως 'κέντρο,' εμβαπτίζεται στα νάματα του και του δραστικά πολιτικού αλλά και του καταστατικού-υπαρξιακού αυτο-προσδιορισμού, με τέτοιον τρόπο ώστε, αφενός μεν εντός του κομματικού-πολιτικού ανταγωνισμού το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα να αποκτά και να αναπαράγει 'λόγους ύπαρξης' ('raisons d' etre'), και, αφετέρου δε, να νοηματοδοτείται αντιστικτικά κύρια προς την 'Εναλλακτική για την  Γερμανία' (βλέπε την ενδιαφέρουσα ανάλυση του Τρύφωνα Γρομπανόπουλου για την Γερμανική διάκριση μεταξύ «ριζοσπαστισμού» και «εξτρεμισμού»), με όρους κοινωνικούς, πολιτικούς όσο και θεσμικούς.

 Έτσι, το κόμμα CDU με βάση την αυτο-τοποθέτηση του στο κέντρο, παραμένει κόμμα θεσμικό, δημοκρατικό, ρεαλιστικό, θέτοντας φραγμούς στην περαιτέρω κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη του κόμματος 'Εναλλακτική για τη Γερμανία,' και στους 'κινδύνους' που αυτό δύναται να επιφέρει.

 Μία τρίτη παράμετρος έχει να κάνει με την υιοθέτηση μίας πολιτικής-εκλογικής στρατηγικής η οποία προτάσσει την δυνάμει και μη 'κυβερνησιμότητα' και την συνακόλουθη έκφραση 'εμπιστοσύνης' προς το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα ως 'κυβερνητικό' κόμμα, στέλνοντας σήμα σε τμήματα μετριοπαθών ψηφοφόρων που αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα της 'κυβερνησιμότητας,' πολλώ δε μάλλον της mainstream 'κυβερνησιμότητας' που εκφράζει ένα κόμμα όπως το Χριστιανοδημοκρατικό.

 Όπως επισημαίνει σχετικά η Βασιλική Γεωργιάδου, σε άρθρο της στην εφημερίδα 'Τα Νέα,' για την εκλογή Λάσετ στην ηγεσία του CDU: «Στη Γερμανία και σε άλλες χώρες, η επικράτηση στις εκλογές κρίνεται προπάντων από τη διείσδυση των κομμάτων στο κέντρο του ιδεολογικού-πολιτικού άξονα και του ευρύτερου πολιτικού χώρου. Η εκλογή Λάσετ στην ηγεσία του CDU διασφαλίζει τη μετριοπαθή και συναινετική του τοποθέτηση και στέλνει ένα θετικό μήνυμα στους εκλογείς, το 35% από τους οποίους θα ψήφιζε την Ένωση CDU και CSU στην παρούσα στιγμή εφόσον γίνονταν εκλογές».

 Η εκλογή Λάσετ δύναται να σημασιοδοτήσει, από την μία πλευρά, την κατά τι διασφάλιση του κοινωνικού χώρου και των κοινωνικών συμμαχιών του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, πρωταρχικά από τις απόπειρες 'διείσδυσης' του κόμματος 'Εναλλακτική για τη Γερμανία,' και από την άλλη, ένα εκ νέου κοινωνικό άνοιγμα, με διακύβευμα την διεύρυνση της κοινωνικής επιρροής του κόμματος, εν όψει των επικείμενων εκλογών. 

Ως προς αυτό, με το κόμμα να διεκδικεί τους, κατά την αναλυτική διάκριση του Lazarfield, «ταλαντευόμενους εκλογείς»), και ιδίως τους «party waverers», ήτοι τους «εκλογείς που ταλαντεύονταν μεταξύ δύο κομμάτων», θα αναφέρουμε πως επιχειρεί κάτι τέτοιο, όχι αποϊδεολογικοποιημένα και συγκεχυμένα, όσο με τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά μίας έντονης 'θεσμοποίησης' που αναγάγει το κόμμα στο ύψος του 'προστάτη' των θεσμών και  'υπερασπιστή' της σταθερότητας, δίχως να εκ-λείπουν αναφορές σε επιμέρους  πολιτισμικά στοιχεία. 

Aν και δεν κατέθεσε κάποια ολοκληρωμένη πλατφόρμα, ή αντίστοιχα, κάποια πλατφόρμα με ριζοσπαστική χρονιά, ο Άρμιν Λάσετ δεν παύει να καταστεί ευκρινείς τις προθέσεις του, εδραζόμενος πολιτικά, πάνω στους όρους και στον βαθμό μετασχηματισμού του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος την τελευταία δεκαπενταετία ουσιαστικά. 

Ακόμη και το ποσοστό που έλαβε, δεν θα λέγαμε πως αποτελεί εντολή για την θέσπιση και εφαρμογή ενός προγράμματος ριζικών αλλαγών, αλλά περισσότερο τείνει προς το προσίδιο έδαφος της διεκδίκησης διαμόρφωσης της ατζέντας από το κόμμα ως παραγωγό πολιτικού λόγου και ως ‘νήμα’ που η άλλη του άκρη δεικνύει κοινωνικές συμμαχίες και κοινωνικές ανακατατάξεις. 

Ο Άρμιν Λάσετ επιδιώκει την λειτουργία ενός ‘κόμματος-μαγνήτη’ που θα παραγάγει απαντήσεις πάνω σε σύγχρονα διακυβεύματα. Η κεντρώα διαχείριση και κληρονομιά έχει εγγραφεί στη συλλογική και ιστορική μνήμη του κόμματος, και εντέχνως την ενεργοποίησε εκ νέου και προς όφελος του. Την επαύριον της προεδρικής εκλογής Λάσετ ο οποίος θέτοντας υποψηφιότητα για την προεδρία του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, αξιοποίησε την εμπειρία που απέκτησε από την θητεία του στον πρωθυπουργικό θώκο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας (και ως προς το κομμάτι της διαχείρισης κρίσεων), ένα σημαντικό ζήτημα καθίσταται το ποιος θα είναι αυτός που θα διεκδικήσει την θέση του υποψήφιου καγκελάριου. Σε αυτή την περίπτωση, με τον Άρμιν Λάσετ να λειτουργεί και ως δυνάμει υποψήφιος καγκελάριος, που κομίζει την κεντρώα πολιτικοϊδεολογικά ατζέντα και ως απότοκο της ιστορικής πορείας του κόμματος, ενέχει ενδιαφέρον θεωρητικά και πολιτικά, το πως θα κινηθούν τυχόν άλλοι υποψήφιοι.

 

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ