Για τις δηλώσεις Μπλίνκεν σχετικά με την Τουρκία - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Σε μία ενδιαφέρουσα πρώτη 'ακτινογραφία' της τοποθέτησης του προτεινόμενου για την θέση του υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Άντονι Μπλίνκεν, ενώπιον της Γερουσίας, προβαίνει ο δημοσιογράφος της εφημερίδας 'Η Καθημερινή,' Αθανάσιος Έλλις.

 Που εν προκειμένω εστιάζει στις απόψεις που εξέφρασε ο Άντονι Μπλίνκεν, όσον αφορά την Τουρκία και την διαχείριση των Αμερικανο-τουρκικών σχέσεων από την προεδρία Τζο Μπάιντεν, ιδωμένες και υπό το πρίσμα των πρόσφατων κυρώσεων που αποφάσισε να επιβάλλει στην Τουρκία η Γερουσία, κυρώσεις που φέρουν την επωνυμία 'CAATSA.'

Eν πρώτοις, δύναται να αναφέρουμε πως η τοποθέτηση Μπλίνκεν, έχει και τα χαρακτηριστικά εκτόξευσης 'τροχιοδεικτικών βολών' προς την Τουρκία, εστιάζοντας στην προμήθεια του Ρωσικού οπλικού συστήματος των 'S-400,' αναδεικνύοντας έτσι, περισσότερο εναργώς το τρίγωνο Ηνωμένες Πολιτείες-Τουρκία-Ρωσία, το οποίο και εγγράφει ευρύτερες περιφερειακές,  γεω-πολιτικές απολήξεις.

 Σε αυτο το πλαίσιο, η τοποθέτηση Μπλίνκεν ενώπιον της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, προσδιορίζει εμπρόθετα αυτό που θεωρείται ως σημαίνουσα 'στρατηγική απόκλιση' της Τουρκίας, συμμαχικής χώρας και χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, και που είναι η προμήθεια Ρωσικού στρατιωτικού οπλισμού, στρατηγική κίνηση που ανασύρει στην επιφάνεια κάτι βαθύτερο: Ήτοι, την στρατηγική στροφή της Τουρκίας προς την Ρωσία και την διαμόρφωση μίας σχέσης που επιμερίζεται σε επιμέρους πεδία, ακόμη και σε συγκρουσιακές ζώνες όπως αυτή της Συρίας και του Ναγκόρνο-Καραμπάχ στον Νότιο Καύκασο. 

Αυτή η στρατηγική στροφή που έχει μετεξελιχθεί σε στρατηγική σχέση δεν εκ-φεύγει της προσέγγισης του Άντονι Μπλίνκεν, ο οποίος και φαίνεται να προκρίνει αρχικά μία πολιτική ως προς την Τουρκία που 'επενδύει' ('μαστίγιο') στο πακέτο των στοχευμένων κυρώσεων, ώστε να διαφανεί εάν η άσκηση πίεσης μέσω της πολιτικής των κυρώσεων, ωθήσει την Τουρκία σε μία μεταβολή των γεω-πολιτικών της κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων. 

Ουσιαστικά, από το βήμα της επιτροπής, ο νέος υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, ο νέος υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν προσφέρει διπλωματικό χρόνο στην Τουρκία, αλλά, αντιθέτως, αποδίδει έμφαση στην πολιτική των κυρώσεων για την ανάκτηση της ισορροπίας στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, θέτοντας ως σημείο αναφοράς, ένα διττό διακύβευμα που έχει και χρονικό υπόβαθρο.

 Έτσι, αφενός μεν επιδιώκεται η 'συμμόρφωση' της Τουρκίας, στο εγκάρσιο σημείο όπου η προτιμητέα επιλογή είναι η εγκατάλειψη της πρόθεσης εγκατάστασης των πυραύλων 'S-400,' ως στοιχείο που δύναται να ρηγματώσει εκ των έσω την συμμαχία Τουρκίας-Ρωσίας (βραχυπρόθεσμη οπτική), και, αφετέρου δε, μεσοπρόθεσμα, το διακύβευμα καθίσταται να καταστεί η Τουρκία, εκ νέου, «στρατηγικός εταίρος».

Μάλιστα, το παράθυρο μένει ανοιχτό για την επιβολή και νέων μέτρων σε περίπτωση που η πολιτική των κυρώσεων δεν αποδώσει τα αναμενόμενα, με στόχο την περαιτέρω αύξηση της πίεσης προς την Τουρκία. «Νομίζω ότι πρέπει να δούμε τι αντίκτυπο είχαν οι υπάρχουσες κυρώσεις της νομοθεσίας CAATSA στην Τουρκία και να εξετάσουμε αν πρέπει να γίνουν περισσότερα», δήλωσε ο Άντονι Μπλίνκεν.

Δίχως κάποια ιδιαίτερη αναφορά επί του πεδίου των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, εν αναμονή της έναρξης των διερευνητικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών στις 25 Ιανουαρίου, θα αναφέρουμε πως η ακρόαση του Μπλίνκεν, που καλείται να διαχειριστεί ένα κομβικό υπουργείο, κινείται πάνω σε έναν συμβατικό άξονα, εκεί όπου η προσέγγιση περί Τουρκίας και συνακόλουθα, η αναφορά στο πακέτο των κυρώσεων, ερείδεται από την μία πλευρά, πάνω στις αποφάσεις που έλαβε η Γερουσία, με τον ίδιο να ενδύεται έναν περισσότερο θεσμικό μανδύα, θεωρώντας ό,τι η πολιτική του τελευταίου διαστήματος αρκεί, και από την άλλη πλευρά, εδράζεται δραστικά πάνω στις ιδιαίτερες επεξεργασίες όσον αφορά την στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Τουρκία, στις οποίες και έχει προβεί το State Department ως 'πόλος' παραγωγής και χάραξης εξωτερικής πολιτικής την τελευταία διετία. 

Επιλέγοντας να υιοθετήσει και σχετικά  υψηλούς τόνους, ζητώντας από την Τουρκία να επιχειρήσει εκείνη το βήμα επαναπροσέγγισης, με τέτοιον τρόπο, ώστε να αναδειχθούν οι προϋποθέσεις για την διαμόρφωση ενός νέου περιβάλλοντος ασφαλείας στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, ο νέος υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, αναγνωρίζει έναν «στρατηγικό ανταγωνιστή», της χώρας του, που είναι η Ρωσία.

 Στο τρίγωνο, όπως τονίσθηκε και πιο πάνω, μεταξύ ΗΠΑ-Τουρκίας-Ρωσίας, είναι οι ΗΠΑ που αναζητούν αντίβαρα ασφαλείας, εμμένοντας στις κυρώσεις ως δυνάμει αποτελεσματικό εργαλείο άσκησης πολιτικής και δη γεω-πολιτικής, και παράλληλα, σημασιοδοτώντας το τι αντιπροσωπεύει η Τουρκία. Όμως, όπως εναργώς και ορθώς  υπογραμμίζει ο αρθρογράφος, τα δείγματα είναι πρώιμα και αναμένονται ως εκ τούτου περισσότερα δείγματα γραφής. «Θα ήταν πρώιμο να σπεύσει κανείς να εξαγάγει οριστικά ή υπερβολικά συμπεράσματα, καθώς η εξίσωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων παραμένει σύνθετη και είναι δεδομένο ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα καταβάλει προσπάθειες να «κρατήσει την Τουρκία στη Δύση». 

Όμως, προς ώρας,  κάποιες πρώιμες κατευθύνσεις εκφράσθηκαν για το ‘πως’ θα επιδιωχθεί κάτι τέτοιο. Πόρρω από το να καταθέσει μία συνεκτική ατζέντα, ο Άντονι Μπλίνκεν, κομίζει μία άποψη σχετικά με την ενδεδειγμένη στρατηγική των ΗΠΑ σε μία περιφερειακή-γεωγραφική ζώνη που ενσωματώνει σειρά ανταγωνισμών και χρόνιων δυσεπίλυτων προβλημάτων, όπως είναι οι Ελληνο-τουρκικές διαφορές, η Ισραηλινο-παλαιστινιακή διένεξη, το Κυπριακό πρόβλημα.

 Αυτό που ορίζεται θεωρητικά ως Τραμπική πολιτική ‘απομονωτισμού’ που έχει αντίκτυπο και στην περιοχή της Μεσογείου (βλέπε Σωτήρης Ντάλης), δεν αποτελεί παρά αντανάκλαση των βαθύτερων διεργασιών και γεω-πολιτικών ανακατατάξεων και μετασχηματισμών που έχουν επέλθει στην αρχιτεκτονική ασφάλειας και στο συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή. Οι ανακατατάξεις αυτού του τύπου, άλλοτε μακρόσυρτες και άλλοτε περισσότερο έντονες και ‘βίαιες,’ δεν πρέπει να διαφύγουν της προσοχής εάν θέλουμε να έχουμε υπόψιν την όλη εικόνα. Οι ΗΠΑ δεν ‘απομονώνονται’ δραστικά όσο βιώνουν και οι ίδιες τις ωδίνες μετάβασης και επαναθέσπισης των ορίων και των χαρακτηριστικών ενός νέου και σύνθετου-ρευστού πολυ-πολικού γίγνεσθαι, εκεί όπου, μεγάλες και αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις που για πρώτη φορά ορίζουν με έντονο τρόπο, τον ‘ζωτικό’ τους χώρο, εμπλέκονται σε ένα δυναμικό παίγνιο με αβέβαιη μεν κατάληξη, το οποίο όμως παραγάγει αποτελέσματα. Τις δυναμικές διεργασίες δεν κατάφεραν να συλλάβουν εγκαίρως οι ΗΠΑ. 

 Η Τουρκία είναι ένα ενδεικτικό υπόδειγμα αυτών των διεργασιών-ανακατατάξεων, διεκδικώντας ζωτικό περιφερειακό χώρο και ρόλο και επικαλύπτοντας έτσι μία ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, συναρθρώνοντας την χερσαία με την θαλάσσια διάσταση που είναι αυτές που της προσδίδουν status Μεσογειακού και Μεσανατολικού δρώντα, ήτοι status περιφερειακής δύναμης που αξιώνει και την περαιτέρω αναβάθμιση της.  Η διοίκηση Μπάιντεν θέτει στο επίκεντρο τις κινήσεις της Τουρκίας. Λίγο μετά την ορκωμοσία του νέου προέδρου που εκ της θέσεως του πλέον, καλείται να συμβάλλει στην σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, ο Άντονι Μπλίνκεν, το πρόσωπο που επελέγη για την θέση του υπουργού Εξωτερικών, κατέθεσε ένα πρώτο δείγμα γραφής ως προς τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία, με τις κυρώσεις (βλέπε και Ευρωπαϊκή Ένωση) να παραμένουν ως πραγματικότητα αλλά και ως επιπλέον 'εναλλακτική.' Η εξωτερική πολιτική και η άσκηση της θα αποτελέσει εν ευρεία εννοία πεδίο όπου και θα δοκιμασθεί η κατά Μπάιντεν θεώρηση της Αμερικανικής παρουσίας.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ