Oι πρώτες κινήσεις των ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Η εφημερίδα 'Η Καθημερινή,' δημοσιεύει ένα περισσότερο ενημερωτικού-ειδησεογραφικού περιεχομένου, άρθρο, σχετικά με τις πρώτες προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, επί προεδρίας του Τζο Μπάιντεν. 

Βέβαια, θα σημειώσουμε πως ο τίτλος που έχει επιλεγεί, παραβλέπει το γεγονός ό,τι η στροφή της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Μέση Ανατολή έχει ήδη συντελεσθεί, κάτι που διεφάνη και επί προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ και μάλιστα με έντονο τρόπο.

 Στο βαθμό που την προηγούμενη τετραετία εφαρμόσθηκαν στρατηγικές όπως η έμπρακτη απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από την συμφωνία για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, στρατηγική που πέραν των άλλων, υπονόμευσε, την συμβιβαστική προσέγγιση της κυβέρνησης Ομπάμα ως προς το Ιράν, καθώς και η σύγκλιση του Ισραήλ με Αραβικές μοναρχίες, στρατηγική που αφενός μεν αντλεί από την στάση των ΗΠΑ προς το Ιράν (αύξηση της πίεσης), και, αφετέρου δε ανέδειξε τον λεπτό διαμεσολαβητικό ρόλο των ΗΠΑ, ρόλο που δεν δίστασαν να αναλάβουν με στόχο την ενίσχυση υπαρχουσών, περιφερειακών τάσεων αλλά και συμμαχιών.

 Θεωρητικώ τω τρόπω, δεν θα ήταν αδόκιμο να τονίσουμε πως, οι ΗΠΑ προσιδίαζαν προς τον ίδιο άξονα, της κατά τον Schelling έννοιας του «στρατηγικού ρεαλισμού», (σημαντική θέση στην ανάλυση του Schelling κατέχει το στοιχείο της 'απειλής'), ιδίως στο σημείο όπου η χρήση εργαλείων όπως η εκ νέου επιβολή κυρώσεων που ακολούθησε την αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία της ομάδας '5+1' για τον έλεγχο και την επιτήρηση του Ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, επιδιώχθηκε να λειτουργήσει πάνω στην εξής βάση. Και ποια είναι αυτή η βάση; Το ό,τι, κατά την ανάλυση του Schelling, «πρέπει να γνωρίζουμε τι είναι πολύτιμο για τον αντίπαλο και τι τον τρομάζει περισσότερο».

 'Άρα, το ‘πολύτιμο' στοιχείο του αντίπαλου που είναι η οικονομία και η κατά τι εύρυθμη λειτουργία της επιδιώκεται να πληγεί μέσω της επιβολής των κυρώσεων, στο σημείο όπου οι ΗΠΑ άφησαν όσο απαιτείται ανοιχτό το παράθυρο του στρατιωτικού πλήγματος, κραδαίνοντας το 'χαρτί' της στρατιωτικής ισχύος, θεωρώντας ό,τι αυτή η παράμετρος θα 'τρομάξει' το Ιράν. Τώρα, λίγες ημέρες μετά από τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος και τόνισε το σημείο των διαχρονικά σταθερών και καλών διμερών σχέσεων μεταξύ της χώρας του και των ΗΠΑ, οι δεύτερες προχώρησαν σε έναν πρώτο επαναπροσδιορισμό στρατηγικών τους προτεραιοτήτων στη Μέση Ανατολή, εκκινώντας από το Παλαιστινιακό ζήτημα και διακηρύσσοντας την προτίμηση τους στην επίλυση του επί τη βάσει των δύο κρατών.

 Εξέλιξη σημαντική, στο βαθμό που επί θητείας Τραμπ δεν υπήρξε κάποια ουσιώδης προώθηση του ζητήματος, που εν προκειμένω, έμεινε εκτός των προβλέψεων των 'Συμφωνιών του Αβραάμ.' Διαφαίνεται ό,τι οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τον Άντονι Μπλίνκεν στο τιμόνι του υπουργείου Εξωτερικών, αντιλαμβάνονται ό,τι αφενός μεν για την επίλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος, ο «χρόνος δεν εργάζεται υπέρ» των εμπλεκόμενων μερών (Ισραήλ-Παλαιστίνη), για να παραφράσουμε τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη, και, αφετέρου δε ό,τι το όποιο εγχείρημα επίλυσης δεν δύναται να τεθεί με «όρους ισχύος». Με τους όρους, μονοσήμαντα, του ισχυρότερου, που έχει το ‘πάνω χέρι,’ και επιβάλλει την θέληση του. 

 Μάλιστα, ανακοινώθηκε από τον υπηρεσιακό πρεσβευτή της χώρας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), Ρίτσαρντ Μιλς, ό,τι «η κυβέρνηση Μπάιντεν θα αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή του προέδρου Μαχμούτ Αμπάς και θα επαναλάβει την αμερικανική οικονομική βοήθεια προς τους Παλαιστινίους, η οποία είχε διακοπεί από την κυβέρνηση Τραμπ».

Προς έμπρακτη επίρρωσιν αυτών των κατευθύνσεων, απαιτείται η σταδιακή διαμόρφωση προϋποθέσεων επίλυσης ενός χρονίζοντος και σύνθετου ζητήματος, που θα ερείδεται πάνω στο τρίπτυχο: 'Κατανόηση-Εμπιστοσύνη-Συμβιβασμός.' Και εντός αυτού  του τρίπτυχου, θα εντάσσεται και ο όρος ‘αμοιβαίες εγγυήσεις.’ 

 Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ προχωρούν σε μία άλλο είδους εμπλοκή στα τεκταινόμενα του Κόλπου, 'παγώνοντας' την πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού (αεροσκάφη 'F-35'), προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και «οπλικών συστημάτων ακριβείας» προς την Σαουδική Αραβία, ώστε αυτά τα οπλικά συστήματα να μην χρησιμοποιηθούν στο συγκρουσιακό πεδίο της Υεμένης όπου και εμπλέκονται μοναρχίες του Κόλπου προεξαρχούσης της Σαουδικής Αραβίας. 

Με αυτόν τον τρόπο, για πρώτη φορά ανοιχτά, οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τις συνέπειες του πολέμου στην Υεμένη, επι-ζητώντας την πραγματοποίηση βημάτων προς την κατεύθυνση της πολιτικής επίλυσης της σύγκρουσης, βημάτων δραστικών από τις μοναρχίες που έχουν συγκροτήσει στρατιωτικό συνασπισμό που δρα στην Υεμένη εναντίον των ανταρτών 'Χούθι' εδώ και λίγα χρόνια. 

Και σε αυτό το σημείο, έχουμε μία τομή σε σχέση με το άμεσο παρελθόν, και τις γεω-πολιτικές δράσεις που αναπτύσσουν οι ΗΠΑ στη γεωγραφική ζώνη της Μέσης Ανατολής, τομή σχετική με την επανεξέταση της απόφασης του πρώην υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, να εντάξει τους 'Χούθι' στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων. 

Ενδεχόμενη αλλαγή ως προς αυτό το πλαίσιο, δύναται να σημαίνει, και το 'πέταγμα της μπάλας,' αλλά και την μεταφορά της πίεσης προς τις Αραβικές-σουνιτικές μοναρχίες για τις οποίες οι 'Χούθι' δεν αποτελούν παρά την αντανάκλαση της ιδιαίτερης παρέμβασης του Ιράν στην Υεμένη.  Με στρατηγικό διακύβευμα και το να μεταβάλουν την στάση τους, επί του πεδίου, αλλά και το να επέλθει μία εξισορρόπηση ως απόρροια μίας νέας εκτίμησης της κατάστασης, με τους 'Χούθι' να κατηγοριοποιούνται ως 'σημαίνοντες δρώντες' στην Υεμένη. Δρώντες που έχουν αποκτήσει και λόγο αλλά και ρόλο στις εξελίξεις εντός της χώρας της Μέσης Ανατολής. 

Σε αυτό το πλαίσιο, παρά τις αναφορές του υπουργού Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας, οι ΗΠΑ, δεν σπεύδουν να ανταποκριθούν άμεσα, έως ότου οι ΗΠΑ αντικρίσουν ενέργειες προς την κατεύθυνση αποκλιμάκωσης της έντασης στην περιοχή και ειδικότερα στην Υεμένη. Ενέργειες που δύνανται να εγγράψουν το όνομα των καθαυτό συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή, ήτοι των μοναρχιών του Κόλπου. 

Η χρήση μοτίβων του «δυναμικού φιλελευθερισμού», κατά την ανάλυση των Sorensen και Jackson, από την πλευρά των ΗΠΑ, τις πρώτες ημέρες του Άντονι Μπλίνκεν στο ‘State Department,’  εστιάζει, περιφερειακά και γεω-πολιτικά, στην ανάγνωση και ανάλυση των δεδομένων, στο σημείο όπου, στις μοναρχίες του Κόλπου, κύρια στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δεν προσφέρονται ούτε το 'καρότο' αλλά ούτε και κάποιο 'μαστίγιο,' όσο η δυνατότητα μίας διαφορετικής και εμπρόθετης  θέασης της πραγματικότητας. Της περιφερειακής και διεθνο-πολιτικής πραγματικότητας. 

Δίχως να τίθενται υπό αμφισβήτηση οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τις σουνιτικές μοναρχίες του Κόλπου και ιδίως με την Σαουδική Αραβία, θα σημειώσουμε πως οι ΗΠΑ ζητούν περισσότερα από αυτές και μάλιστα περισσότερο προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Όπως διαφαίνεται στην περίπτωση της Υεμένης, μέσω της οποίας, τίθενται υπό άλλο πρίσμα οι σχέσεις των ΗΠΑ με τις Αραβικές-σουνιτικές  μοναρχίες. Ένα δεύτερο σημείο έχει να κάνει με το Παλαιστινιακό (εμπλοκή που εξέλιπε και επί προεδρίας Ομπάμα), που εκεί φανερώνονται τάσεις μίας ενεργότερης εμπλοκής των ΗΠΑ. Πράγμα σημαντικό καθαυτό. Οι ΗΠΑ κάνουν χρήση μίας σχετικά ‘ήπιας ισχύος.’

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ