Παντελής Αντ. Μαρκούλης: Πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας

 

Το τεκμήριο της αθωότητας αποτελεί την αυτονόητη συνέπεια του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, το οποίο αφενός στηρίζεται στην αρχή της ενοχής, αφετέρου προσδιορίζεται ως προς το περιεχόμενο και τα όριά του από την αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

Με το παρόν άρθρο επιδιώκεται μία συμβολή στον δημόσιο διάλογο που αναπτύσσεται το τελευταίο χρονικό διάστημα σχετικά με το τεκμήριο αθωότητας, με αφορμή τον χείμαρρο επώνυμων και μη καταγγελιών για ποινικά κολάσιμες πράξεις, μερικές στα αρμόδια για τη διερεύνηση της τέλεσης αξιόποινων πράξεων όργανα, άλλες πάλι σε τηλεπαράθυρα και τηλε-εισαγγελείς.

Ανεξάρτητα πάντως και έξω από τη συζήτηση και την ένθεν κακείθεν επιχειρηματολογία περί των λεγόμενων «τηλε-δικών», η οποία βέβαια δεν είναι άσχετη με το τεκμήριο της αθωότητας, το παρόν φιλοδοξεί να απαντήσει -σε καμία περίπτωση με εξαντλητική διάθεση- σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με το τεκμήριο της αθωότητας.

1.Έννοια, θεμέλιο και κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας

Κατά την κλασική, παραδοσιακή μορφή του, το τεκμήριο της αθωότητας σημαίνει ότι η αθωότητα τεκμαίρεται και ότι αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η νόμιμη απόδειξη της ενοχής.

Το τεκμήριο της αθωότητας αποτελεί την αυτονόητη συνέπεια του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, το οποίο αφενός στηρίζεται στην αρχή της ενοχής, αφετέρου προσδιορίζεται ως προς το περιεχόμενο και τα όριά του από την αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (βλ. σχετικά Δ. Πρωτόπαπα, Το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, σειρά «Ποινικά», αρ. 74, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006, σ. 90).

Το τεκμήριο της αθωότητας κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 14 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ, στο άρθρο 48 του ΧΘΔΕΕ και, πλέον, στο άρθρο 71 του ΚΠΔ.

 

  1. Η έγερση ποινικής κατηγορίας ως λογικό συστατικό προηγούμενο της έννοιας του τεκμηρίου αθωότητας

Όπως έχει νομολογηθεί (ΕΔΔΑ, Gogitidze και άλλοι κατά Γεωργίας, §§ 125-126· Larrañaga Arando και άλλοι κατά Ισπανίας, §§ 45-46· Khodorkovskiy και Lebedev κατά Ρωσίας (ΙΙ), §§ 543), το τεκμήριο της αθωότητας, ως διαδικαστική εγγύηση που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, προϋποθέτει την έγερση ποινικής κατηγορίας σε βάρος ενός προσώπου. Η ίδια προϋπόθεση προκύπτει και από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 14 παρ. 2 ΔΣΑΠΔ («Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο»), του άρθρου 48 ΧΘΔΕΕ («Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο») και του άρθρου 71 ΚΠΔ («Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο»).

 

  1. Ο κύκλος των δεσμευομένων από το τεκμήριο της αθωότητας

3.1. Δικαστικές αρχές

Καταρχάς, αναμφίβολα στον κύκλο των δεσμευομένων ανήκουν όλες οι κρατικές αρχές που ασκούν ποινική δικαιοδοσία αποφασίζοντας επί κατηγορίας στην απόδοση της τέλεσης αξιόποινης πράξης και μέχρι την έναρξης της οριστικής διάσκεψης περί την ενοχή ή την αθωότητα.

Σε σχέση με τα πολιτικά δικαστήρια, η ΟλΑΠ 4/2020, αξιοποιώντας τα πορίσματα της μακρόχρονης και πλούσιας επεξεργασίας του προβλήματος από το ΕΔΔΑ, κατέληξε ότι, καταρχήν, τα πολιτικά δικαστήρια δεν δεσμεύονται από αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων.

Ως προς τα διοικητικά δικαστήρια, στο πεδίο των διαφορών ουσίας, όπου ανακύπτει πρακτικά το πρόβλημα, το άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ/μιας ορίζει ότι παράγεται δεσμευτικότητα από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα βουλεύματα που αποφαίνονται να μην γίνει κατηγορία, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης.

 

3.2. Δημόσιες αρχές

Σε σχέση με τις κρατικές αρχές που δεν ασκούν ποινική δικαιοδοσία, έχει νομολογηθεί ότι ναι μεν το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ εισάγει μία καταρχήν ποινικοδικονομική εγγύηση, πλην όμως από τη διάταξη αυτή απορρέει γενικότερη αρχή που προστατεύει τον πολίτη από το να τυγχάνει από τις δημόσιες αρχές μεταχείρισης ενόχου, προτού η ενοχή του κριθεί από ποινικό δικαστήριο (ΕΔΔΑ, Böhmer κατά Γερμανίας, §54). Έτσι, οι δημόσιες αρχές που κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ανακοινώνουν γεγονότα που αφορούν την τέλεση ποινικού αδικήματος ή τη σχετική ποινική δίκη, δεν επιτρέπεται να διατυπώνουν τη θέση ότι ο ύποπτος είναι ένοχος, αλλά πρέπει να περιορίζονται στη διαπίστωση της ύπαρξης υπόνοιας (ΕΔΔΑ, Butkevičius κατά Λιθουανίας, §49). Με τη θέση αυτή του ΕΔΔΑ επιτυγχάνεται η «πρακτική εναρμόνιση» του τεκμηρίου της αθωότητας και του δικαιώματος πληροφόρησης και έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ) (ΕΔΔΑ, Karakas και Yisilirmak κατά Τουρκίας, §49). Σχετικός είναι και ο Ν. 4596/2019, που στο άρθρο 7 (που αποτελεί μεταφορά των άρθρων 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ) προβλέπει ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης (άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ) για αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη από προσβολές του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών.

 

3.3. Ιδιώτες

Σε σχέση με το πρόβλημα εάν οι ιδιώτες (μεταξύ των οποίων φυσικά και τα ΜΜΕ) δεσμεύονται από το τεκμήριο της αθωότητας, έχουν υποστηριχθεί δύο απόψεις.

 

3.3.1. Δέσμευση

Κατά τη μάλλον κρατούσα στη θεωρία άποψη, οι ιδιώτες δεσμεύονται από το τεκμήριο αθωότητας. Ως προς τη δογματική θεμελίωση αυτής της τελικής θέσης έχουν εκφρασθεί διάφορες απόψεις: κατά μία άποψη, η οποία μάλλον κρατεί, το τεκμήριο της αθωότητας αναπτύσσει τριτενέργεια (Drittwirkung) και ισχύει στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις (βλ. Π. Βασιλακόπουλο, Νομοθετικές παραβάσεις του τεκμηρίου αθωότητας, ΠοινΔικ 1/2017, σ. 15 επ.). Κατ’ άλλη άποψη, μία από τις πρωτογενείς λειτουργίες του τεκμηρίου αθωότητας είναι και η ισχύς του έναντι των ιδιωτών (βλ. αναλυτική έκθεση των δύο απόψεων από τον Δ. Πρωτόπαπα, ό.π., σ. 197-203, όπου περαιτέρω παραπομπές). Σύμφωνα με μία άλλη επιμέρους γνώμη, η οποία διατυπώνεται στη νομολογία του ΕΔΔΑ για τις θετικές υποχρεώσεις (Gewahrleistungspflichten), τα ατομικά δικαιώματα δεν απαγορεύουν μόνο στα κρατικά όργανα να προβούν σε συμπεριφορές αντίθετες με το περιεχόμενό τους, αλλά επιπλέον επιβάλλουν σε αυτά το καθήκον να λαμβάνουν τα κατάλληλα νομοθετικά, διοικητικά και δικαστικά μέτρα, ώστε αφενός να διευκολύνουν και να διασφαλίζουν την αποτελεσματική άσκηση και απόλαυση του συγκεκριμένου δικαιώματος και αφετέρου να προστατεύουν το δικαίωμα, αποτρέποντας προσβολές και επεμβάσεις εκ μέρους τρίτων (ιδιωτών) (βλ. Λ. Μαργαρίτη / Ν. Βασιλειάδη, Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας-Δωροδοκία και Ν. 1608/1950-Αυτοενοχοποίηση, διττό αξιόποινο και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (γνωμ.)-Α’ Μέρος, ΠοινΔικ 8-9/2018, σ. 809 επ. και ειδικότερα υπό 1.7. και υποσημ. 29, όπου εκφράζεται δικαιολογημένος προβληματισμός ως προς τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία ευρίσκεται στο όριο μεταξύ ερμηνείας του δικαίου και δικαιοπλασίας).

 

3.3.2. Μη δέσμευση

Κατά μία άλλη άποψη, όμως, οι ιδιώτες δεν δεσμεύονται από το τεκμήριο αθωότητας. Αφετηρία της θέσης αυτής αποτελεί η σκέψη ότι το τεκμήριο της αθωότητας προϋποθέτει λογικά την έγερση ποινικής κατηγορίας σε βάρος ορισμένου προσώπου. Κατά την άποψη αυτή, το τεκμήριο της αθωότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αποτελεί διαδικαστικό δικαίωμα, το οποίο δεν μπορεί να μεταφυτευτεί στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις (βλ. Δ. Πρωτόπαπα, ό.π., σ. 203 επ.). Επίσης, κατά την ίδια γνώμη, στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου οι ΑΚ 57, 59, 914, 920, 932 και η νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων παρέχουν ήδη επαρκή προστασία, καθισταμένης ανούσιας της αναγωγής του θιγομένου στο τεκμήριο αθωότητας (βλ. Ν. Αλιβιζάτο, Το τεκμήριο αθωότητας και οι παράπλευρες απώλειες, ΠοινΔικ 1/2017, σ. 7 επ.· Βλ. και Φ. Δωρή, Τεκμήριο αθωότητας και λαϊκός τιμωρητισμός-Προστασία στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου, ΠοινΔικ 1/2017, σ. 19 επ., ο οποίος πάντως αποδέχεται τη δέσμευση των ιδιωτών από το τεκμήριο αθωότητας).

 

  1. Η σημασία της επίκλησης του τεκμηρίου αθωότητας στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις

Καθίσταται ξεκάθαρο από την παραπάνω ανάλυση ότι προκειμένου να ομιλούμε περί «τεκμηρίου αθωότητας», κατά την τεχνική του όρου έννοια, προϋποτίθεται να εκκρεμεί εις βάρος κάποιου προσώπου ποινική διαδικασία ή να έχει περατωθεί μία τέτοια διαδικασία με οποιοδήποτε αποτέλεσμα πλην καταδικαστικού. Συνεπώς, εάν μία τέτοια διαδικασία δεν έχει καν εκκινήσει, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για «τεκμήριο αθωότητας». Ισχυρισμοί ιδιωτών ότι «ο Χ διέπραξε το Υ έγκλημα», μη εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας σε βάρος του Χ για το Υ έγκλημα, ουδεμία σχέση έχουν με το τεκμήριο αθωότητας.

Ο θιγόμενος έχει το δικαίωμα, φυσικά, να στραφεί κατά του ιδιώτη που προέβη σε δυσφημιστικό ισχυρισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του αστικού δικαίου (ΑΚ 57, 59, 914, 920, 932), ενώ μπορεί να υποβάλει και έγκληση για δυσφήμιση (ΠΚ 362, 363). Εάν σε δυσφημιστικό ισχυρισμό προέβη κάποιο όργανο του Ελληνικού Δημοσίου ή όργανο ΝΠΔΔ/ΟΤΑ, τότε ενδεχομένως και υπό προϋποθέσεις (ιδίως, εάν συντρέχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης και των καθηκόντων του οργάνου) να στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ/ΟΤΑ (ΕισΝΑΚ 105-106).

Ο Παντελής Μαρκούλης είναι πτυχιούχος της Νομικής ΑΠΘ – Ασκούμενος δικηγόρος και μεταπτυχιακός φοιτητής Νομικής ΑΠΘ.

Πηγή: dikastiko.gr

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ