Για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Πριν από λίγες ημέρες, ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Τζο Μπάιντεν, προχώρησε στην πρώτη του ομιλία για θέματα εξωτερικής πολιτικής, αναδεικνύοντας εν προκειμένω, ένα πρώτο ευδιάκριτο στίγμα σχετικά με τις προθέσεις των ΗΠΑ.

 Τυπικά, κάποιες κινήσεις που λειτούργησαν ως ένα πρώτο δείγμα γραφής επί συγκεκριμένων τομέων, πραγματοποιήθηκαν τις πρώτες ημέρες της προεδρίας Μπάιντεν, έχοντας σχέση με την επαναφορά των Ηνωμένων Πολιτειών στην συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή κάτι που δεικνύει το ό,τι το συγκεκριμένο επίδικο (κλιματική αλλαγή), με τους όρους που τίθεται, συνιστά προτεραιότητα για την νέα διοίκηση Μπάιντεν, καθώς επίσης και με δύο κινήσεις που άπτονται της παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη και των διμερών σχέσεων τους με την Ρωσία.

 Ως προς αυτό, αφενός μεν οι ΗΠΑ προέβησαν στην επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης τους προς την συνθήκη ελέγχου των πυρηνικών 'Νew Start,' από κοινού με την Ρωσία, και, αφετέρου δε, οι ΗΠΑ αποφάσισαν να 'παγώσουν' το σχέδιο μετακίνησης Αμερικανών στρατιωτών που σταθμεύουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπως είχε αποφασίσει η προηγούμενη διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ, με στρατηγικό διακύβευμα την μεταφορά στρατιωτών προς χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (βλέπε Πολωνία). Που ως κίνηση 'υπολογισμένου ρίσκου,' επεδίωκε την παρουσία σε μία γεωγραφική περιοχή που η Ρωσία την θεωρεί ως το 'μαλακό υπογάστριο' της. 

Στην εφημερίδα 'Η Καθημερινή,' διαβάζουμε σχετικά με την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στο 'State Department,' επίσκεψη που συνοδεύθηκε από μία πρώτη θέσπιση προτεραιοτήτων στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής: «Το μήνυμα της επίσκεψης, κατά την οποία συνοδευόταν από την αντιπρόεδρο Κάμαλα Χάρις, ήταν σαφές: η Αμερική επιστρέφει στη δυναμική διπλωματία, αποφασισμένη να ανοικοδομήσει τις συμμαχίες της, να προωθήσει πολυμερείς ενέργειες και διεθνείς συνθήκες, αποκαθιστώντας το ηθικό της γόητρο που είχε πληγεί την προηγούμενη τετραετία».

 Εμβαθύνοντας περαιτέρω, θα τονίσουμε πως οι πρώτες κατευθύνσεις της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, όπως κωδικοποιηθήκαν από τον Αμερικανό πρόεδρο, προσιδιάζουν προς τους κάτωθι άξονες: Όσον αφορά την προσέγγιση των σχέσεων των ΗΠΑ με την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και την Ρωσίας, αυτές διαπνέονται από το πνεύμα του γεω-πολιτικού ανταγωνισμού για μία σειρά θεμάτων, δίχως αυτή η προσέγγιση να αποκλείει σειρά συγκλίσεων για την διευθέτηση ζητημάτων 'κοινού ενδιαφέροντος' ή και συμφέροντος, όπως δεικνύει η εκ νέου θέσπιση σε ισχύ της συμφωνίας 'Νew Start.'

Σε ένα πολύπλοκο και αντιφατικό διεθνο-πολιτικό γίγνεσθαι, οι ΗΠΑ, κύρια όσον αφορά τις σχέσεις του με την Κίνα και την Ρωσία, προτάσσουν την έννοια του 'εφικτού,' ήτοι, την μέσω διαφόρων κινήσεων αποτροπή περαιτέρω αύξησης της γεω-πολιτικής και γεω-στρατηγικής επιρροής των δύο συγκεκριμένων χωρών.

 Ένα δεύτερο στοιχείο που εντοπίζουμε, σχετίζεται με την ενεργό εμπλοκή προς την κατεύθυνση της 'επίλυσης προβλημάτων,' κάτι που τεκμηριώνει η απόφαση για την άμεση ενασχόληση με την συγκρουσιακή ζώνη της Υεμένης, απόφαση που έμπρακτα συνοδεύεται από την παύση της πώλησης οπλικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται σε αυτό το μέτωπο. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η ενέργεια αυτή δύναται να λειτουργήσει ως ένα πρώτο βήμα για μία πολιτική διευθέτηση της σύγκρουσης, στο βαθμό που επιθυμεί να εξισορροπήσει τις κινήσεις-αντιθέσεις  των αντιμαχόμενων πλευρών, να συμβάλλει στον αποφόρτιση του έντονου συγκρουσιακού φορτίου, θέτοντας προ των ευθυνών της, και ως προς την δυνατότητα πολιτικής-ειρηνικής επίλυσης της σύγκρουσης, την στρατιωτική συμμαχία της οποίας ηγείται η Σαουδική Αραβία. 

Η Αμερικανική στρατηγική για την Υεμένη, εδράζεται και πάνω στην αναγνώριση των καταστροφών και της κοινωνικής-ανθρωπιστικής κρίσης που έχει προκαλέσει και μεγεθύνει η σύρραξη στη χώρα. Είναι δε χαρακτηριστικά, σχετικά με την Υεμένη, το ό,τι διαφαίνεται πως οι ΗΠΑ αποκλίνουν από την προτροπή του πρώην υπουργού Εξωτερικών της χώρας Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος , αναφερόμενος στην κρίση στη Μέση Ανατολή, στα 1973, επισήμαινε πως «ελπίζω να επιτύχουμε γρήγορα μια στρατιωτική λύση και μετά να εργαστούμε για μια διπλωματική λύση».

Εδώ, η στροφή της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, τείνει προς την παραδοχή του 'ατελέσφορου' του πολέμου, ό,τι ο Χένρι Κίσσινγκερ ορίζει εμπρόθετα, ως «στρατιωτική λύση», δίδοντας χώρο ως εκ της θέσεως και της παρουσίας τους, στην κατεύθυνση της 'διπλωματικής λύσης,' ως της πραγματικά βιώσιμης εναλλακτικής.

 Ένα τρίτο στοιχείο, σχετίζεται με την δυνατότητα των κατά τόπους συγκρότησης συμμαχιών, οι οποίες και διακρίνονται μεταξύ συγκεκριμένου χωρικού ή αλλιώς γεωγραφικού και συνακόλουθα, στρατηγικού επιπέδου (βλέπε την εμπλοκή της χώρας στα διμερή και τριμερή σχήματα συνεργασιών στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο), και σε συμμαχίες ευρύτερης προοπτικής, αρθρωμένες σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα, που εγγράφουν εντός τους και το ιδεαλιστικό-οραματικό στοιχείο. 

Με αυτόν τον τρόπο δύναται να προσεγγίσουμε την ανα-διαμόρφωση συμμαχιών με ευρωπαϊκές χώρες και υπερ-εθνικούς δρώντες όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχουν ως μείζον στόχο την συμφωνία για τον περιορισμό των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, ακόμη και την αντιστροφή της. Είναι σε αυτό το σημείο που δύναται να εκφρασθεί ευκρινέστερα η έννοια της πολυμέρειας ή αλλιώς, της πολυμερούς προσέγγισης. 

Τοποθετώντας τις ως άνω παραμέτρους σε ένα θεωρητικό σχήμα, θα υπογραμμίσουμε πως οι αναφορές σχετικά με την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, φέρουν εν σπέρματι το πνεύμα του «νεοκλασικού ρεαλισμού» του Μorgenteau, ανάγοντας σε μείζονες αξίες την «πολιτική ηθική», τις «ανθρώπινες ανάγκες», το «εθνικό συμφέρον», και την «ισορροπία δυνάμεων». Τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας προεδρίας στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, συναρθρώνουν την πρόκληση τομών με την διατήρηση 'μετώπων' που ανασύρουν στην επιφάνεια σημαντικές κατευθύνσεις της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ