Σαν σήμερα – 20 Φεβρουαρίου 1822: Η κήρυξη της επανάστασης στη Νάουσα

 

"Την επιούσαν, 19ην Φεβρουαρίου, Κυριακήν της Ορθοδοξίας, άπαντες οι κάτοικοι μικροί και μεγάλοι, ωπλισμένοι και άοπλοι συνήλθον εις τον ναόν του Αγίου Δημητρίου,ένθα και ετελείτο λειτουργία υπέρ ευοδώσεως του ιερού αγώνος. Μετά το τέλος αυτής εψάλη παράκλησις, μεθ ήν ο πρωτοσύγγελος Ζαχαρίας εξεφώνησε μικρόν πατριωτικόν και συγκινητικόν λογίδριον προτρέψας τους κατοίκους εις ιερόν υπέρ Πατρίδος και ελευθερίας αγώνα.

Ο Ζαφειράκης προσέθεσεν ότι αι ελπίδες περί επιτυχίας δεν είναι μάταιαι και ότι κατά την στιγμήν αυτήν άπασα η Μακεδονία ως εκ συνθήματος δράττεται των όπλων. Μετά ταύτα ο Ζαχαρίας έλαβεν εκ της Αγίας Τραπέζης την σημαίαν φέρουσαν ερυθρόλευκον Σταυρόν . ην αφ΄ου ησπάσθη αυτός και οι λοιποί κληρικοί, εξήλθον του ναού ψάλλοντες το «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού» και έστησαν αυτήν επί τινός λίθου υψηλού εν τη περιοχή της εκκλησίας.

Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου μετά της περιοχής αυτού καίπερ ευρύχωρος ων, δεν ηδύνατο να περιλάβη πληθυσμόν 8-10 χιλιάδων ανδρών, γυναικών και παίδων πάσης ηλικίας και τάξεως, όστις συνέρρευσεν εις αυτόν. Αδύνατον να περιγραφή η γενική συγκίνησις, ήτις είχε τότε καταλάβει τα πλήθη. Και εν όσω μεν ωμίλει ο Πρωτοσύγκελλος και ο Ζαφειράκης ουδόλως διεταράσσετο η ησυχία υπό του πλήθους, αλλά ότε ο ιερεύς έλαβον εις χείρας το ιερόν λάβαρον, ο ενθουσιασμός πάντων εκορυφώθη και άπαντες έκραζον μετά χαράς θέλουσιν αποθάνει μάλλον παρά να προδώσωσι την ελπίδα του Έθνους. Και εξ αυτού έτι του γυναικωνίτου ηκούσθησαν αλαλαγμοί ενθουσιασμού προδίδοντες το ηρωικόν φρόνημα των γυναικών και το θάρρος, όπερ ενεψύχου τας νεωτέρας αυτάς Αμαζόνας, αι δε λέξεις «με ταις σιουσιάρκαις θα κυνηγήσωμεν τον Λουμπούτην και το ασκέρι του» εφέροντο εις όλων τα στόματα.»

 

 

Πρωτεργάτες του εγχειρήματος αυτού ήταν οι φιλικοί Αναστάσιος Καρατάσος από το χωριό Δοβρά, Αγγελής Γάτσος από τους Σαρακηνούς Αριδαίας, Ζαφειράκης Θεοδοσίου από τη Νάουσα και άλλοι, κυρίως Ναουσαίοι. Καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της επανάστασης θα είχε και η συνδρομή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που όμως δεν ήλθε ποτέ.

Ένας από τους πρωταρχικούς στόχους των επαναστατών ήταν η κατάληψη της Βέροιας. Γι’ αυτό διάλεξαν για ορμητήριο τους την Ιερά Μονή της Παναγίας Δοβρά που η θέση της την καθιστούσε αθέατη από τη μεριά της Βέροιας, ενώ παράλληλα από τα γύρω υψώματα οι επαναστάτες μπορούσαν να επιβλέπουν την πόλη.

Μετά από τις σχετικές προετοιμασίες ο Καρατάσος έδωσε τη διαταγή για την επίθεση τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Φεβρουαρίου του 1822 και τέσσερις ομάδες επαναστατών με 1800 άνδρες συνολικά χτύπησαν τη Βέροια από όλα τα σημεία του ορίζοντα. Την αρχική επιτυχία της επίθεσης ακολούθησε η υποχώρηση των επαναστατών κάτω από την πίεση πολυάριθμου τουρκικού στρατού που έφτασε στην πόλη παραμονές της επίθεσης. Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες επρόκειτο για προδοσία του σχεδίου των επαναστατών…

Η Νάουσα στην απαρχή της Επανάστασης του ‘21 ήταν μία ακμάζουσα πόλη με 10.000 κατοίκους. Ο Αλή Πασάς είχε προσπαθήσει να την εντάξει στο πασαλίκι του, αλλά είχε αποτύχει κατόπιν της αντίστασης των κατοίκων της και της έκδοσης σουλτανικού φιρμανιού που τον διέταζε να εγκαταλείψει το εγχείρημά του. Από το 1812 την προστασία της Νάουσας είχε αναλάβει ο αρχιευνούχος του σεραγιού με οθωμανό διοικητή, αλλά ουσιαστικά την εξουσία ασκούσαν οι έλληνες πρόκριτοι.

Μετά τον επαναστατικό αναβρασμό στον Όλυμπο και την επικράτηση της Υψηλής Πύλης επί του Αλή Πασά, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την κήρυξη της Επανάστασης στην περιοχή. Στις 19 Φεβρουαρίου 1822, ανήμερα της Κυριακής της Ορθοδοξίας, ο Νάουσας Ζαφειράκης (Ζαφείρης Θεοδοσίου) ύψωσε την επαναστατική σημαία στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, μετά το τέλος της λειτουργίας.

Στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου 1.800 έλληνες αγωνιστές κατευθύνθηκαν προς τη Μονή της Παναγίας Δοβρά και από εκεί επιτέθηκαν εναντίον της Βέροιας, χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα. Αντίθετα, σημαντική νίκη σημείωσαν οι επαναστάτες στις 12 Μαρτίου στη μονή της Δοβράς, με επικεφαλής τον αρματολό Γερο-Καρατάσο (Αναστάσιος Καρατάσος), τον Αγγελή Γάτσο και τον Ζαφειράκη, σε μάχη εναντίον 4.000 Τούρκων, που εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης με μεγάλες απώλειες (300 νεκροί και πολλοί τραυματίες).

Οι Τούρκοι, με νέες ενισχύσεις που έφθασαν στο μεταξύ από τη Θεσσαλονίκη, ανακατέλαβαν τη μονή και οργάνωσαν το σχέδιο για να πλήξουν τη Νάουσα, που ήταν η κύρια εστία του ξεσηκωμού στην περιοχή. Την επιχείρηση ανέλαβε ο Εμπού Λουμπούτ με μεγάλη στρατιωτική δύναμη. Στις 26 Μαρτίου, με επιστολή του κάλεσε τους επαναστάτες να καταθέσουν τα όπλα και μετά την αρνητική απάντησή τους, στρατοπέδευσε στη θέση Ροδιά στις 6 Απριλίου και άρχισε την πολιορκία της πόλης, την άμυνα της οποίας είχε ενισχύσει και ο κλεφταρματολός του Ολύμπου Διαμαντής Νικολάου.

Τη νύχτα της 12ης προς την 13η Απριλίου οι Τούρκοι κατόρθωσαν ύστερα από γενική επίθεση και σφοδρό κανονιοβολισμό να μπουν στην πόλη, όπου άρχισαν σφοδρές οδομαχίες. Ο Ζαφειράκης με τον Γερο-Καρατάσο, τον Διαμαντή Νικολάου και 500 άνδρες συνέχισαν επί τρεις μέρες τον αγώνα κλεισμένοι στον πύργο του Ζαφειράκη, και όταν ο κλοιός έγινε απειλητικός, κατόρθωσαν να
διαφύγουν προς το Βέρμιο. Λίγο αργότερα, όμως, ο Ζαφειράκης και ο Γιαννάκης Καρατάσος (γιος του Γερο-Καρατάσου) έπεφταν νεκροί στη θέση Σοφολιό, όταν κυκλώθηκα από τουρκικό απόσπασμα.

Μέσα στη Νάουσα οι σφαγές είχαν μεταβάλει την πόλη σε πραγματική κόλαση και σελίδες αυτοθυσίας και ηρωισμού γράφτηκαν από τις πιο ένδοξες της Επανάστασης. Στη θέση Σδουμπάνοι, στη γέφυρα της Αραπίτσας, δεκατρείς νέες για να αποφύγουν την ατίμωση έπεσαν στον καταρράκτη, ενώ άλλοι αγωνίστηκαν μέχρι την τελευταία στιγμή σώμα με σώμα, εναντίον των Τούρκων.
Οι νεκροί, ανάμεσά τους και ο Κώστας Κασομούλης, πατέρας του αγωνιστή και ιστορικού Νικολάου Κασομούλη και οι αιχμάλωτοι έφτασαν τις 5.000, σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Από τους αιχμαλώτους «πολλοί ανηλεώς εβασανίσθησαν, πολλαί γυναίκες εις τας φλόγας ερρίφθησαν, έγκυοι εξεκοιλιάσθησαν, τέκνα έμπροσθεν των γονέων εσφάγησαν», σύμφωνα με τον Τρικούπη. Αλλά και από τις τουρκικές μαρτυρίες προκύπτει ότι η μανία των Τούρκων εναντίον των αμάχων υπήρξε ασυγκράτητη.

Ο Εμπού Λουμπούτ στις 21 Απριλίου 1822 έγραφε στον ιεροδίκη Βέροιας για τα αποτελέσματα της εκστρατείας κατά της Νάουσας. Το κείμενο του εκπορθητή της είναι αποκαλυπτικό: «Όταν εισήλθομεν θριαμβευτικώς εντός της ειρημένης πόλεως, γενόμενοι κύριοι αυτής, οι καπεταναίοι αυτών, επωφελούμενοι του σκότους της νυκτός κατώρθωσαν να αποδράσουν εις τα γειτονικά όρη [...] όσοι όμως εκ των ειρημένων επαναστατών δεν κατώρθωσαν να διαφύγουν, κρυβέντες εντός της πόλεως, συνελήφθησαν, εφαρμοσθεισών κατ’ αυτών αυστηρότατα και άνευ οίκτου των διατάξεων του εκδοθέντος ιερού φετβά. Ούτοι, υπερβαίνοντες τας δύο χιλιάδας, εθανατώθησαν πάντες, είτε διελθόντες δια στόματος μαχαίρας, είτε σταλέντες εις την κόλασιν δι’ απαγχονισμού, τα τέκνα και αι σύζυγοι αύτών εξηνδραποδίσθησαν, αι περιουσίαι των εδημεύθησαν και παρεδόθησαν εις το πυρ, συμπληρωθείσης ούτω της νίκης και εκτελεσθείσης πλήρως της αυτοκρατορικής επιθυμίας».

Με την κατάληψη της Νάουσας έσβησε ουσιαστικά η επανάσταση στη
Μακεδονία, μολονότι οι Έλληνες δεν έπαυσαν να παρενοχλούν τους Τούρκους στην περιοχή, ενώ ο Γερο-Καρατάσος με 300 άνδρες κατέφυγε στη νότια Ελλάδα, όπου συνέχισε τον αγώνα.

Πηγή: sansimera.gr

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ