‘Ο Ντελιβεράς’ - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Μία ενδιαφέρουσα, όσο και πρωτότυπη δημιουργία της γλύπτριας Ανδριάνας Βερβέτη, παρουσιάζεται, όπως διαβάζουμε στο ένθετο ‘Νσυν’ της εφημερίδας ‘Τα Νέα,’ στην γκαλερί Ζουμπουλάκη, στην Αθήνα. Η δημιουργία και δη η εικαστική δημιουργία, αφορά έναν διανομέα ‘γρήγορου’ φαγητού που στέκεται στο μέσον του χώρου, ευρισκόμενος παράλληλα, πάνω στο μηχανάκι του.

  Όπως διαβάζουμε σχετικά στο σύντομο μονόστηλο του ένθετου: «Από τους δρόμους, τα πιο απίθανα στενά, τις γρήγορες στροφές και την παράτολμη κάποιες φορές οδήγηση βρέθηκε στην καρδιά μιας βιτρίνας του Κέντρου. Εν πλήρει εξαρτύσει πάνω στο παπάκι του, ο ντελιβεράς αποτέλεσε την έμπνευση για την ομώνυμη εικαστική εγκατάσταση της γλύπτριας Ανδριάνας Βερβέτη». 

Δύναται να αναφέρουμε πως, στο ιδιαίτερο και «συμβολικό σύμπαν» της γλύπτριας, για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Ευαγγελίας Καλεράντε, ο διανομέας, ο ‘ντελιβεράς’ των πολλών, προβαίνει στην ‘ενσάρκωση’ της έννοιας της κίνησης στους δρόμους μίας πόλης, με την Ανδριάνα Βερβέτη να διευρύνει κατά τι την εικόνα του διανομέα ώστε αυτή να συμπεριλάβει και να αναδείξει το πλήθος των διανομέων που εργάζονται διαμέσου της κίνησης, που κρατούν και μεταφέρουν   το ‘προϊόν’ (στη Μαρξική γλώσσα, το ‘εμπόρευμα’) προς παράδοση, διαδραματίζοντας έτσι ιδιαίτερο ρόλο εντός των σχέσεων παραγωγής. 

Κάναμε λόγο πιο πάνω, για την δια-κράτηση και την μεταφορά του προϊόντος από τους διανομείς προς τους αποδέκτες-αγοραστές του. Ας κρατήσουμε αυτό το λεπτό σημείο, διότι είναι αυτό που αναδεικνύει τον κομβικό ρόλο που διαδραματίζουν οι διανομείς εντός του εν συνόλω καταμερισμού εργασίας μίας επιχείρησης, στο βαθμό που η παράδοση του είναι αυτή που συμβάλλει στην πραγμάτωση του, του προσδίδει αξία χρήσης μέσω της ανταλλαγής, αποκαλύπτοντας αναλυτικά, το τι έχει προηγηθεί. 

Παραφράζοντας ελαφρά την Wendy Brown, θα κάνουμε λόγο για την «ορθολογικότητα» μίας επιχείρησης, ακόμη και μικρομεσαίας, στην οποία και εργάζεται ή αλλιώς, εργάζονται διανομείς, οι οποίοι και προσιδιάζουν προς  τον άξονα της υποστασιοποίησης της όλης διαδικασίας παραγωγής, συναρθρώνοντας την μεταφορά-παράδοση με την εν τοις πράγμασι παραγωγή της δικής τους εργασιακής ηθικής. Μίας ηθικής όχι εξιδανικευμένης ή αντίστοιχα, ‘ηρωοποιημένης,’ αλλά, ανοιχτής, που αντλεί από τις προτιμήσεις του υποκειμένου που αγοράζει, ψήγματα της οποίας παρατηρήσαμε κατά την διάρκεια της κακοκαιρίας που εκδηλώθηκε στην περιοχή της πρωτεύουσας και συνοδεύθηκε από έντονες χιονοπτώσεις. 

Παρά την κακοκαιρία, οι διανομείς, όποτε κλήθηκαν, έσπευσαν να παραδώσουν το προϊόν, εγγράφοντας τους ίδιους όρους της ‘αποστολής,’ με το συγκεκριμένο ‘πράττειν’ να είναι το δεύτερο σε χρονική διάρκεια περίπου ενός έτους, όπου έγινε λόγος ευρύτερα στην δημόσια σφαίρα για τους διανομείς ‘γρήγορου’ φαγητού (και μη), και για την εργασία τους. 

Η πρώτη φορά όπου υπήρξε αυτή η ιδιαίτερη αναφορά, ήταν κατά την περίοδο της πρώτης ‘καραντίνας’ της περασμένης άνοιξης, ήτοι του διμήνου Μαρτίου-Μάϊου, όταν και οι διανομείς, ως εκ της θέσεως τους και της επαγγελματικής ιδιότητας και επωνυμίας τους, κινούνταν στον δημόσιο χώρο παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας και κίνησης, προβαίνοντας στην εκ νέου έγκληση του δημόσιου χώρου και εγγράφοντας περιεχομενικά την πανδημική κρίση και κατ’ επέκταση την κατάσταση ‘εκτάκτου ανάγκης.’ 

Κατάσταση ορατή και στην διαδικασία της παράδοσης του προϊόντος προς τον πελάτη που αντικρίζει τον διανομέα εντός του οικιακού του χώρου, με την συγκεκριμένη διαδικασία, πανδημικώ τω τρόπω, να μετεξελίσσεται και να καθίσταται ως εκ τούτου, μεταιχμιακά εξατομικευμένη: Έτσι το προϊόν είτε αφήνεται προσεκτικά σε κάποιο σημείο που έχει εκ των προτέρων υποδειχθεί, είτε δίδεται με την τήρηση των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας. 

Κάτι που μας ωθεί στο να αναφέρουμε πως δεν επρόκειτο για μία ‘στεγανοποιημένη’ διαδικασίας παράδοσης, αλλά, αντιθέτως, για την εισαγωγή σε αυτήν της διάστασης της ‘ασφαλειοποίησης’ που για να λειτουργήσει χρειάζονται δύο. 

Εάν, εν καιρώ πανδημικής κρίσης, επαναπροσδιορίζεται τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου, τότε θεωρούμε πως είναι χρήσιμο αναλυτικά να δούμε τον διανομέα και τους διανομείς ως κοινωνικά υποκείμενα που συμβάλλουν στην  παραγωγή νοημάτων, αφηγούμενα, μία «ιστορία ζωής» (life story), κατά την διαπίστωση του Δημήτρη Γλύστρα στην ενδιαφέρουσα μελέτη του  για τις διάφορες εξω-κοινοβουλευτικές οργανώσεις της Αριστεράς της περιόδου της πρώιμης Μεταπολίτευσης. 

Στην μορφή του διανομέα της Ανδριάνας Βερβέτη, παρατηρούμε ενδυματολογικά μοτίβα που καθίστανται οικεία και άμεσα για τον θεατή, με το κράνος προστασίας της κεφαλής (που δεν διακρίνεται), τα γάντια εργασίας και το δερμάτινο μπουφάν να διακρίνονται σε πρώτο πλάνο, δεικνύοντας τους επιμέρους όρους  της κίνησης και της εργασίας εν κινήσει του διανομέα, την ταυτότητα που επι-χρωματίζεται, στο εγκάρσιο σημείο όπου η ανάβαση στο μηχανάκι, δεν συμπληρώνει το καρέ, όσο προβάλλει ένα εξαντικειμενοποιημένο περίγραμμα: Ο διανομέας κινείται χωρίς το μηχανάκι, αλλά μέσω της χρήσης του οχήματος αυτού, κινείται και αναγνωρίζεται. Και με τις λεπτές σημάνσεις αυτής της αναγνώρισης ‘επικοινωνεί’ η καλλιτέχνις, προτάσσοντας, από την μία πλευρά την επωνυμία ‘Ο Ντελιβεράς,’ με ό,τι δύναται να σημάνει αυτό, και, από την άλλη, την ετοιμότητα του.

 Κάτι που σημαίνει πως το μηχανάκι έχει τοποθετηθεί με τέτοιον τρόπο που είναι έτοιμο να εκκινήσει. Για που;, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος καλόπιστα. Σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση επαφίεται τόσο στον διανομέα όσο και στον θεατή, που δεν χρειάζεται παρά να ενεργοποιήσει το φαντασιακό του, προσδίδοντας υπόσταση στο πρόσωπο του: Κάποτε, οι τροχιές τους ίσως συναντήθηκαν. 

Και είναι ενδιαφέρον να ειπωθεί πως, εάν για τον Τιμ Μάρσαλ, η Ελλάδα είναι μία χώρα που είναι «αιχμάλωτη της γεωγραφίας» και ειδικότερα της γεωγραφικής της θέσης, τότε, θα πούμε πως οι διανομείς και οι μερίδες των διανομέων, αποτελούν τους ‘αιχμαλώτους’ του χρόνου, του καθημερινού και εξελισσόμενου χρόνου, ‘αιχμάλωτοι’ της έγκαιρης παράδοσης των προϊόντων τους στον παραλήπτη, όπως επίσης και ‘αιχμάλωτοι’ της ορθής κατανομής του χρόνου, εδώ (και όχι σε ένα ‘άλλο εκεί’), υπεισέρχεται η διττή παράμετρος της αποδοτικότητας-παραγωγικότητας που επι-ζητεί ο εργοδότης και η επιχείρηση, ονομάζοντας πρωταρχικά τον διανομέα ως ‘εργαζόμενο.’ 

Σε αυτή την ιδιαίτερη ‘χρονικότητα,’ προσφέρουν τις δικές τους προκείμενες, και αφηγήσεις περί διακυβευμάτων και ανοιχτών ταυτοτήτων.  Για την εγκατάσταση που είναι πραγματική και δια-δραστική, η εφημερίδα τονίζει πως η γλύπτρια «θέλησε να τιμήσει τον άνθρωπο που πολλές φορές αποτελεί τον σύνδεσμο όλων εμάς, των εγκλείστων, με τον κόσμο, εκείνον που δεν γνωρίζουμε ούτε το όνομα του, ούτε το πρόσωπο του κρυμμένο πλέον κάτω από τη μάσκα και το κράνος». 

Η Ανδριάνα Βερβέτη, δεν αποτίνει φόρο τιμής, όχι στον ‘άγνωστο Θεό’ του Αποστόλου Παύλου, αλλά στον καθημερινό μα άγνωστο ‘ντελιβερά.’ Απεναντίας, φέροντας τις σημάνσεις του μη-τυποιημένου στο έργο της, ανασύρει στην επιφάνεια τον ‘κοινό ντελιβερά,’ ο οποίος και συνιστά τμήμα του δημόσιου χώρου και της ταυτότητας ή και των ταυτοτήτων της πόλης, φιγούρα αναγνώριση η οποία και δομεί την εν ευρεία εννοία κουλτούρα της εν κινήσει, την  οποία, η δημιουργός, με την «βοήθεια συμβόλων, μύθων και πηγών», σύμφωνα με την έκφραση του Κellner, ανα-δομεί. Μέσω της καλλιτεχνικής δημιουργίας, οι διανομείς με τους συμβολισμούς τους, ως τμήμα της εργατικής τάξης, απο-καλύπτουν την δική τους μνήμη, και τις συνθήκες που βιώνουν,  γονιμοποιώντας την τέχνη ώστε αυτή να επιχειρήσει ένα βήμα παραπέρα.

 Η κουλτούρα της είναι πλέον οικεία, δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως δεν χρήζει περαιτέρω ανακάλυψης, καθότι είναι μία κουλτούρα σύνθετη, εργασιακή και αστική, κινησιολογική και χωρο-χρονική, ιδωμένη υπό το πρίσμα της επιθυμίας: Μικρο-αφηγήσεις και μικροϊστορίες τοποθετούνται δίπλα σε μία αλληλουχία σχέσεων.

 Των διανομέων μεταξύ τους (ως συναδέλφων), των διανομέων με τους εργαζόμενους στην ίδια επιχείρηση, των διανομέων με τους εργοδότες, εκεί όπου όλα μαζί εμπεριέχουν και εμπεριέχονται διαλεκτικά, στη σχέση των διανομέων, με τους πελάτες-καταναλωτές. Στο γίγνεσθαι της γλύπτριας, ένα εκ των ονομάτων του εργαζομένου είναι αυτό: ‘Ντελιβεράς,’ διότι με αυτό αναγνωρίζεται δια-γενεακά. Το έργο δεν εντυπωσιάζει με την πρώτη ματιά, στο βαθμό όπου ως σημαίνον πρόταγμα θέτει τον προβληματισμό. Η κατά τον Ernesto Laclau, «κλήση» (appel), της καλλιτέχνιδος γίνεται στον 'ντελιβερά' που συνιστά τον συνδετικό κρίκο μεταξύ καταναλωτικής επιθυμίας και παραγωγής.  O ‘ντελιβεράς’ αναγνωρίζεται, φέ-ροντας τον βιό-κοσμο του.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ