Κύμα αυξήσεων στις τιμές των τροφίμων

 

Οι τιμές των τροφίμων σε παγκόσμια κλίμακα σημειώνουν άνοδο και αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί σε χειρότερη συγκυρία. Στην Ινδονησία, το τόφου (είδος φυτικού τυριού) είναι 30% ακριβότερο από ό,τι τον Δεκέμβριο. Στη Βραζιλία, η τιμή μιας τοπικής ποικιλίας κόκκινων φασολιών είναι 54% υψηλότερη από πέρυσι τον Ιανουάριο, ενώ στη Ρωσία όσοι αγοράζουν ζάχαρη πληρώνουν 61% περισσότερα από ό,τι πριν από ένα χρόνο. Οι αναδυόμενες αγορές πλήττονται ήδη λόγω της ανόδου στο κόστος των πρώτων υλών. Τόσο οι τιμές στα εμπορεύματα, από το πετρέλαιο έως τον χαλκό, όσο και στα σιτηρά τείνουν σε υψηλότερα επίπεδα λόγω των προσδοκιών για ανάκαμψη μετά το πέρας της πανδημίας και της εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Ούτε οι καταναλωτές στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Ευρώπη πάντως θα παραμείνουν άτρωτοι, διότι οι εταιρείες, οι οποίες βρίσκονται ήδη υπό πίεση εξαιτίας της πανδημίας και επωμιζόμενες το υψηλότερο τίμημα για τους ναύλους και τη συσκευασία, δεν φαίνεται πως είναι σε θέση να απορροφήσουν το κύμα των αυξήσεων. «Οι άνθρωποι θα πρέπει να συνηθίσουν να πληρώνουν περισσότερα για το φαγητό τους», δηλώνει ο Σιλβάν Σαρλμπουά, διευθυντής του εργαστηρίου ανάλυσης τροφίμων στο Πανεπιστήμιο Νταλουζί στον Καναδά. 

Η πανδημία και η αναστάτωση που προκάλεσε έθεσαν νέα ερωτήματα σχετικά με την πείνα και τον υποσιτισμό, ακόμη και στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το φιλανθρωπικό ίδρυμα Τράσελ διέθετε ρεκόρ 2.600 δεμάτων κάθε μέρα σε παιδιά τους πρώτους έξι μήνες της πανδημίας. Στις ΗΠΑ, η κρίση του κορωνοϊού οδήγησε επιπλέον 13,2 εκατομμύρια άτομα σε συνθήκες επισιτιστικής επισφάλειας, δηλαδή ο αριθμός τους αυξήθηκε 35% από το 2018. Ειδικότερα, εκεί οι τιμές αυξήθηκαν κοντά στο 3% το 12μηνο με λήξη στις 2 Ιανουαρίου, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών Nielsen – το εν λόγω ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο από το συνολικό του πληθωρισμού. Οι φτωχότεροι Αμερικανοί ξοδεύουν ήδη το 36% του εισοδήματός τους σε τρόφιμα, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ, και οι μαζικές απολύσεις από δουλειές με χαμηλές απολαβές, όπως το λιανικό εμπόριο και οι μεταφορές, έχουν αυξήσει την πίεση στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών. Εν τω μεταξύ, το κόστος των βασικών αγαθών, όπως τα δημητριακά, οι ηλιόσποροι, η σόγια και η ζάχαρη, έχει αυξηθεί, ενισχύοντας παγκοσμίως τις τιμές των τροφίμων σε νέα επίπεδα ρεκόρ εξαετίας τον Ιανουάριο. 

Οι ανεπτυγμένες αγορές τείνουν να είναι μονωμένες από βραχυπρόθεσμες αυξήσεις τιμών, επειδή τα τρόφιμα είναι πιο επεξεργασμένα και η τροφική αλυσίδα πιο περίπλοκη. Κατά τη διαδικασία μετατροπής ενός καλαμποκιού σε μια σακούλα με τσιπς Tostitos, οι εταιρείες τροφίμων έχουν πολύ περιθώριο να απορροφήσουν το πρόσθετο κόστος, δήλωσε ο Ντέιβιντ Γιουμπιλάβα, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, ο οποίος ειδικεύεται στην αγροτική οικονομία.

Οταν, όμως, το κόστος παραμένει υψηλό για παρατεταμένη χρονική περίοδο, οι εταιρείες αρχίζουν να σκέφτονται πώς να το μετακυλίσουν. «Αντιμετωπίζουμε πληθωρισμό αυτή τη στιγμή, όπως όλοι οι άλλοι», δήλωσε ο Σον Κόνελι, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας τροφίμων Conagra Brands με περισσότερα από 70 εμπορικά σήματα – κι ένας τρόπος αντιστάθμισης των ακριβότερων πρώτων υλών θα είναι η αύξηση των τιμών φέτος. Ακόμη και το κόστος των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας είναι πιθανό να εκτοξευθεί ίσως το δεύτερο εξάμηνο.

Υπό τις πιέσεις αυτές, η Ρωσία και η Αργεντινή έχουν θέσει περιορισμούς στις τιμές ορισμένων βασικών ειδών και επέβαλαν δασμούς στις εξαγωγές, προκειμένου να συγκρατήσουν την άνοδό τους. Τέλος, σε κάποιες πλουσιότερες χώρες οι κυβερνήσεις εστιάζουν περισσότερο στην αυτάρκεια παρά στους ελέγχους τιμών.

 


www.kathimerini.gr

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ