Για τις πρόσφατες αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ στην Συρία - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Πριν από λίγες ημέρες, στα τέλη του Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής προχώρησαν στον βομβαρδισμό θέσεων φιλο-Ιρανικών οργανώσεων στη Συρία, με τους νεκρούς από την επίθεση να ανέρχονται σε δεκαεπτά.

 Όπως διαβάζουμε σχετικά στην ιστοσελίδα της εφημερίδας 'Ναυτεμπορική': «Σύμφωνα με τον διευθυντή της ΜΚΟ αυτής που εδρεύει στη Βρετανία, τον Ράμι Άμπντελ Ραχμάν, «τα πλήγματα κατέστρεψαν τρία φορτηγά με πυρομαχικά (...). Υπάρχουν πολλοί νεκροί. Τουλάχιστον 17 μαχητές σκοτώθηκαν σύμφωνα με έναν προκαταρκτικό απολογισμό, όλοι μέλη της Χασντ αλ Σάαμπι». Η Χασντ αλ Σάαμπι, ισχυρή συμμαχία παραστρατιωτικών οργανώσεων προσκείμενων στο Ιράν, τυπικά είναι ενταγμένη στις ιρακινές ένοπλες δυνάμεις. Το Πεντάγωνο επιβεβαίωσε νωρίτερα ότι διεξήχθησαν «αεροπορικά πλήγματα στη Συρία με στόχους εγκαταστάσεις παραστρατιωτικών οργανώσεων υποστηριζόμενων από το Ιράν» στο ανατολικό τμήμα της εμπόλεμης χώρας, σε «αντίδραση για τις πρόσφατες επιθέσεις εναντίον του αμερικανικού προσωπικού και αυτού του (διεθνούς) συνασπισμού (υπό τις ΗΠΑ) στο Ιράκ και για τις απειλές εναντίον του προσωπικού».

Το δημοσίευμα της 'Ναυτεμπορικής' που εν προκειμένω, αντλεί πληροφορίες από το 'Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων' και το πρακτορείο 'Reuters,' δύναται να μας προσφέρει ένα πρώτο περίγραμμα των αεροπορικών χτυπημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών στη Συρία, τα οποία δεν 'εγκαινιάζουν' την εξωτερική πολιτική επί προεδρίας του Τζο Μπάιντεν (ούτε και σηματοδοτούν την 'επιστροφή' των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή όπως ελέχθη), αλλά, αντιθέτως, αναδεικνύουν την εστίαση σε ένα σύνθετο όσο και ρευστό μέτωπο ή πεδίο όπως είναι αυτό της Συρίας, που συνδέεται και με τα 'κατάλληλα μηνύματα' που επιθυμούν να περάσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, και προς το Μπααθικό καθεστώς και προς το Ιράν. Λίγες ημέρες μάλιστα μετά τις αναφορές του υπουργού Εξωτερικών της χώρας Άντονι Μπλίνκεν στο Ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Στρατιωτική επίθεση στη Συρία, πραγματοποιήθηκε και το 2017, επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, όταν στο στόχαστρο τέθηκαν τότε στρατηγικές υποδομές του Συριακού καθεστώτος.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της επίθεσης του 2017 και αυτής του 2021, έγκειται στο γεγονός ό,τι η δεύτερη δεν θέτει στο στόχαστρο, άμεσα και δραστικά, στόχους που έχουν σχέση με το καθεστώς του προέδρου Μπασάρ Αλ-Άσαντ, ο οποίος και έχει ενισχύσει την θέση του, με τις γεωγραφικές ζώνες που ευρίσκονται υπό τον έλεγχο του καθεστώτος να έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά έχει ως στόχο  προπύργια ένοπλων οργανώσεων που έχουν εμπλακεί στρατιωτικά στο Συριακό μέτωπο, υπέρ των δυνάμεων του προέδρου Άσαντ.

 Έχοντας παράλληλα, συγκροτήσει μία συμμαχία με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν που εκτείνεται ώστε να συμπεριλάβει και το γειτονικό Ιράκ. Άρα στο πλέγμα Συρίας-Ιράκ, οι ένοπλες οργανώσεις που συνιστούν ουσιώδες τμήμα της Συριακής συγκρουσιακής ζώνης, φέροντας διάφορα κίνητρα εμπλοκής, καθίστανται, στην περιφερειακή στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών, οι 'αδύναμοι κρίκοι' και οι άμεσα ευεπίφορες στην αποδιοργάνωση και στην 'βραχυκύκλωση' της δράσης τους, με τις ΗΠΑ να υπενθυμίζουν το αντι-Μπααθικό πρόσημο που χαρακτηρίζει την πολιτική τους για την Συρία.  Όπως επίσης, και το ποια περιφερειακή οδός τους ενδιαφέρει και επιδιώκουν να διασφαλίσουν από επιθέσεις.  

Υπό αυτό το πρίσμα, οι ΗΠΑ, επιλέγοντας να επιτεθούν σε υποδομές των φιλο-Ιρανικών οργανώσεων που έχουν αποκτήσει παρουσία στη Συρία, αφενός μεν στέλνουν το μήνυμα προς το καθεστώς ό,τι είναι σε θέση να επιχειρήσουν προληπτικά πλήγματα σε χρόνο που αυτές θα επιλέξουν, και, αφετέρου δε, στρεφόμενες προς το Ιράν, στέλνουν το μήνυμα της παρακολούθησης έως επιτήρησης των περιφερειακών του κινήσεων. 

Εστιάζοντας ακόμη περισσότερο στα του Αμερικανικού στρατιωτικού πλήγματος, δύναται να σημειώσουμε τα εξής: Πρώτον, παρά το αεροπορικό πλήγμα, δεν διακρίνουμε προς ώρας, τάσεις μίας περαιτέρω εμπλοκής των ΗΠΑ στο Συριακό μέτωπο, εμπλοκή που θα μπορούσε να εξελιχθεί και ως προς το επίδικο πρόκλησης ζημιών και προβλημάτων στο Μπααθικό καθεστώς και στη συνοχή του, και κατά δεύτερον, σε μία ευρύτερη δράση που θα έθετε και ως βασικό στόχο το να μεταβάλλει τους λεπτούς συσχετισμούς δυνάμεων-συμμαχιών έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στην Συρία.

 Οπότε, θα προσθέσουμε πως η επίθεση καθίσταται προληπτική και οριοθετημένη, αναγνωρίζοντας με έναν ιδιαίτερο τρόπο, και ιδίως όσον αφορά την εκδοχή της ενεργότερης εμπλοκής, ό,τι οι ΗΠΑ 'έχουν να ανέβουν ένα βουνό.' 

Δεύτερον, η επίθεση προς υποδομές των οργανώσεων, εμβαπτίζονται τα νάματα της 'αναλογικότητας,' όπως τονίζει και στην ανακοίνωση του το Πεντάγωνο, κάτι που σημαίνει πως η επίθεση πραγματοποιήθηκε με διακύβευμα το να παραμείνει εντός των αρχικών της επιδιώξεων καθώς επίσης το να μην υπάρξουν νεκροί μεταξύ του άμαχου πληθυσμού.

 Έτσι, θα αναφέρουμε πως η επίθεση συναρθρώνει την 'αναγκαιότητα' με την 'αναλογικότητα' (βλέπε την περί 'αναλογικής στρατιωτικής δράσης ανάλυση του Schachter), στο βαθμό που επιδιώκει και να μεγεθύνει, συμβολικά και γεω-πολιτικά, τον αντίκτυπο της. 

Τρίτον, συμβάλλει στην εμπρόθετη υπενθύμιση του κεντρικού και σημαντικού ρόλο που διαδραματίζει η γεωγραφική ζώνη της Μέσης Ανατολής (ακόμη και η Εγγύς Μέση Ανατολή), για τις ΗΠΑ, στο εγκάρσιο σημείο όπου η επίθεση λαμβάνει χώρα σε ένα περιφερειακό περιβάλλον που συμπεριλαμβάνει περιοδικές οξύνσεις διμερών σχέσεων με όρους περιφερειακού ανταγωνισμού (βλέπε Ισραήλ-Ιράν), την κινητικότητα της Τουρκίας που πασχίζει να αποδείξει ό,τι δεν της ταιριάζει ο 'στενός μανδύας' του συνόρου ή αλλιώς, των συνόρων της, την συγκρότηση και ανα-συγκρότηση συμμαχιών, τις διαρκείς εξελίξεις στη Συρία που συνιστά πεδίο που δοκιμάζει τις αντοχές και τις δυνατότητες των διαφόρων δρώντων. 

Τέταρτον, ακόμη και εάν λάβουμε υπόψιν την ορθότητα του κριτηρίου της αναλογικότητας που επικαλούνται οι ΗΠΑ, θα υπογραμμίσουμε πως η επίθεση, ιδωμένη και υπό την οπτική του χρονικού διαστήματος που πραγματοποιήθηκε, πάσχει στο κομμάτι της σκοπιμότητας της, όντας αμφίβολης επιχειρησιακής-στρατηγικής αποτελεσματικότητας και, τελευταίο αλλά όχι έσχατο, δύναται να μην αποφύγει την πρόκληση εντάσεων. Με άλλα λόγια, μπορεί να θέσει μία σειρά από 'παγίδες' για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ