Οι οικονομικές ενισχύσεις στο βάλτο των προθεσμιακών - Γράφει ο Νίκος Τολιόπουλος

 

Σε προηγούμενο άρθρο, είχα υποστηρίξει ότι κεντρικός στόχος της κυβέρνησης, εντός του περιβάλλοντος των πολλαπλών κρίσεων, είναι ο επανακαθορισμός του παραγωγικού μοντέλου προς όφελος μιας μικρής μερίδας επιχειρήσεων, όπως επίσης και του πολιτικού συστήματος με την προώθηση ενός πλειοψηφικού κοινοβουλευτικού μονοκομματισμού. Το οικονομικό πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού ορίζεται από την έκθεσης της επιτροπής του κ. Πισσαρίδη και περιλαμβάνει την χρεωκοπία μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων και παράλληλα τον έλεγχο παραγωγής της γνώσης. Στο σημερινό άρθρο, θα δείξουμε τον τρόπο με τον οποίο τα προγράμματα κρατικής στήριξης των επιχειρήσεων λειτούργησαν, εξαρχής, ως μέσο για την προώθηση των συμφερόντων ενός μόνο μέρους των επιχειρήσεων (και την φειδωλή χρηματοδότηση των υπολοίπων), και δεύτερον, ότι αυτού του είδους η πολιτική είναι αποτυχημένη, διότι καταστρέφει χωρητικότητες για το σύνολο της οικονομίας και ευθύνεται για την βαθιά ύφεση του 2020. Πώς, λοιπόν, αυτή η επεκτατική οικονομικά πολιτική δεν κατάφερε να συγκρατήσει την ύφεση του 2020;

Εάν προσέξουμε ορισμένους ενδιαφέροντες δείκτες, πέραν του ΑΕΠ διαπιστώνουμε μερικά παράδοξα. Ένα από αυτά, αφορά την αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων. Την περίοδο, δηλαδή, όπου ο πλούτος της χώρας συρρικνωνόταν σε πρωτοφανή επίπεδα, οι αποταμιεύσεις νοικοκυριών κι επιχειρήσεων αυξανόταν. Δύο είναι οι λόγοι, που μπορούν να εξηγήσουν αυτή την συμπεριφορά. Ο πρώτος έχει να κάνει με την ίδια την μορφή της οικονομικής κρίσης, που προκλήθηκε, εξαιτίας των lockdown για την διαχείριση της υγειονομικής κρίσης. Είναι η πρώτη φορά στον σύγχρονο κόσμο, που έχουμε ταυτόχρονη κρίση προσφοράς και ζήτησης. Οι επιχειρήσεις περιόρισαν την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών, ενώ και οι καταναλωτές περιόρισαν τις δαπάνες τους. Εξαιτίας αυτής της ιδιάζουσας συνθήκης, μέρος των εισοδημάτων δεν κατευθύνθηκε στην κατανάλωση, αλλά στην αποταμίευση. Ωστόσο, δεν πρόκειται μόνο για αυτό. 

Αυτή η μετακίνηση εισοδημάτων προς τις προθεσμιακές καταθέσεις έχει να κάνει κυρίως με το χαρακτήρα των μέτρων, που επέλεξε το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Πρόκειται για μέτρα που είχαν ως στόχο, αρχικά τον περιορισμό των οικονομικών απαιτήσεων του κράτους από τις επιχειρήσεις (μέσω διαφόρων μορφών, όπως περιορισμός, αναστολή και μετάθεση φόρων και εισφορών) κι εν συνεχεία, με την απευθείας κρατική επιδότηση των επιχειρήσεων (επιστρεπτέες προκαταβολές, κτλ.) και τη διευκόλυνση της πρόσβασής τους σε τραπεζικό δανεισμό, πολλές φορές μάλιστα με την εγγύηση του δημοσίου. Και μπορεί κάποιες επιχειρήσεις να αύξησαν την διαθέσιμη ρευστότητά τους, όμως παράλληλα κι όπως έχει φανεί από τα στατιστικά στοιχεία, η συνολική ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας μειώθηκε, καθώς ένα μεγάλο μέρος αυτών των παροχών έγιναν κλειστές προθεσμιακές καταθέσεις χαμηλής απόδοσης. Ενώ, λοιπόν, το κράτος άσκησε επεκτατική οικονομικά πολιτική, η καταναλωτική ζήτηση υποχώρησε!

Η εξήγηση του φαινομένου δεν είναι πρωτότυπη παρά τόσο παλιά που μετρά κοντά έναν αιώνα. Με τις συναρτήσεις της οριακής ροπής προς κατανάλωση, ο Keynes δείχνει, ότι οι καταναλωτές, που διαθέτουν μικρά εισοδήματα τα οποία ίσα-ίσα επαρκούν, ώστε να καλύψουν τις ανάγκες τους, όταν λάβουν μια αύξηση επί αυτών των εισοδημάτων, τότε τα πλεονάζοντα διαθέσιμα επιστρέφουν στην αγορά και όχι σε αποταμιεύσεις. Αντίθετα, από ένα εισοδηματικό όριο και πάνω τα πλεονάζοντα εισοδήματα κεφαλαιοποιούνται και λιμνάζουν σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς. Η κυβέρνηση, λοιπόν, αντί να ενισχύσει αυτά τα εισοδήματα, επέλεξε να τονώσει εκείνα τα οποία δεν την χρειαζόταν με μοιραίο αποτέλεσμα αυτά να καταλήξουν στις τράπεζες και να μειώσουν ακόμη περισσότερο την ούτως ή άλλως αναιμική κατανάλωση. Και το χειρότερο; Η επανεισαγωγή τους πλέον στην αγορά μέσω των τραπεζών γίνεται με το γνωστό πανάκριβο 7%! Εκτός κι αν αυτός ήταν ο στόχος.

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, αλλά και η ΤτΕ, όχι μόνο δεν αναγνωρίσαν την ιδιαιτερότητα και την φυσιογνωμία της οικονομικής κρίσης (ταυτόχρονη κρίση προσφοράς και ζήτησης), αλλά φαίνεται πως βρήκαν την ευκαιρία να κατευθύνουν τους πόρους των δημοσίων ταμείων σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις  με αποτέλεσμα σχεδόν το σύνολο των δημοσίων χρεών που έχει προκύψει κατά τη διάρκεια της πανδημίας να «αναπαύεται» σε κλειστές προθεσμιακές καταθέσεις. Αυτές οι επιλογές επιδείνωσαν την ύφεση του 2020 και φαίνεται να προετοιμάζουν το έδαφος για την επόμενη δεκαετία. Αν υπήρχε εναλλακτική; Και βέβαια, υπήρχε. Μια γενναία μείωση των έμμεσων φόρων κατανάλωσης που επιβαρύνουν δυσανάλογα τους πολίτες θα επιτύγχανε πολλά περισσότερα για πολλούς περισσοτέρους. Όπως επίσης και μια διευκόλυνση σε δανεισμό, που να εξυπηρετεί ξεκάθαρους στόχους οικονομικής αλλά και δημογραφικής στρατηγικής. 

 

ΥΓ. Πριν περίπου ένα μήνα, δημοσιεύθηκε ένα επιστημονικό άρθρο, που προέρχεται από την ευρύτερη οικονομική σχολή του κ. Πισσαρίδη, σύμφωνα με το οποίο, η αιτία του αποπληθωρισμού στην ευρωζώνη μετά το 2013 εντοπίζεται στο χαμηλό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο επέτρεψε στις εμπορικές τράπεζες να δανείζουν χαμηλότοκα επιχειρήσεις χαμηλής ανταγωνιστικότητας (επιχειρήσεις-ζόμπι). Επειδή το επιχείρημα δεν θα αργήσει να έρθει και στην χώρα μας, οφείλουμε προσωρινά να υπενθυμίσουμε, ότι το 7% δεν συνιστά ελκυστικό επιτόκιο, το οποίο μπορεί να κρατήσει στην ζωή επιχειρήσεις-ζόμπι. Ως προς αυτό το ζήτημα όμως, θα επανέλθουμε. 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ