Ντίνα Παπαϊωάννου: Μεγάλη κι ευλογημένη στιγμή η συνάντησή μου με τον μεγάλο ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο!

 

20 Μαρτίου 2020  Επίσκεψη στο σπίτι του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου
( Η μεταφορά του κειμένου από το προσωπικό μου ημερολόγιο - (Από τη συλλογή " με μισό μάτι ")

Με αφορμή τη σημερινή γενέθλια μέρα του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου 20 Μαρτίου 1931 ένοιωσα την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας την προσωπική μου εμπειρία από την συνάντηση που είχα μαζί του πριν τρία περίπου χρόνια.

Απρίλιος 2/4/2017. Ευχάριστο απογευματάκι καθώς ανηφορίζουμε τα στενά κεντροδυτικά της πόλης παρέα με ένα κοινό φίλο του ποιητή και δικό μου.

Επίσκεψη στο σπίτι του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Ο φίλος μου τον γνωρίζει καλά. Εγώ κυρίως από τα ποιήματά του και τα λεγόμενά του. Από τα άπειρα βιντεάκια που έχω παρακολουθήσει με τον ίδιο, να τα λέει χύμα κι έξω απ' τα δόντια - κοινώς να τα χώνει.

Ιδιαίτερα φορτισμένη κι εμφανώς αγχωμένη, στηρίζομαι στο μπράτσο του φίλου που με συνοδεύει.

- Μακάρι να τον βρούμε στις καλές του, μου ψιθυρίζει στο αυτί.

Κοντοστέκομαι αμήχανη.

- Έλα βρε, με καθησυχάζει διασκεδάζοντας ελαφρώς με το άγχος μου. Είναι καλός ο δάσκαλος, τυχερή είσαι που μας δέχτηκε.

Οι απογευματινές λιγοστές αχτίδες του ήλιου έδρασαν πάνω μου ευεργετικά κι αναθάρρησα στη στιγμή.

Βρισκόμαστε ήδη μπροστά στο σπίτι του ποιητή, ένα ανώγειο της οδού σκεπαστού στις σαράντα εκκλησιές. Στην πόρτα, μας υποδέχτηκε μια λεπτή και καλοβαλμένη κυρία, με μια εξ ίσου λεπτή και διακριτική ευγένεια. Ο χαμηλός συντηρητικός κότσος της προσέδιδε αρχοντιά. Είναι η υπεύθυνη του σπιτιού κι έχει οριστεί από τον δήμο - θα μάθω αργότερα.

Με τον φίλο μου χαιρετήθηκαν οικεία και ζεστά.

Το μικρό διαμέρισμα φροντισμένο και καθαρό, ωστόσο δεν μοιάζει καθόλου με αυτό που ίσως περίμενα να δω...Τίποτε δε δηλώνει πως εδώ ζει ένας μεγάλος ποιητής.

Μας οδήγησε στο γραφείο του, ένα λιτό μικρό δωμάτιο δεξιά μας.

Καθισμένος ο ποιητής μπροστά σ' ένα μεγάλο και φωτεινό παράθυρο άκουγε μουσική από ένα μικρό τρανζιστοράκι.

Η υποδοχή του, μια απλή κίνηση του χεριού, χλιαρή, σχεδόν αδιάφορη. Ούτε που σάλεψε στην παρουσία μας.

Η κυρία Α, μας υπέδειξε να καθίσουμε και αποχώρησε διακριτικά. Από το τρανζιστοράκι ακούγεται χαμηλά η φωνή του Μανώλη Μητσιά σ' ένα τραγούδι όχι πολύ γνωστό κι ο ίδιος μοιάζει απόλυτα απορροφημένος.
 
Λες και ακούει ξεχωριστά το στίχο, ξεχωριστά τη μουσική μα και ταυτόχρονα.

Κάθομαι με συστολή σ ένα κάθισμα. Μαζεύω τις ανάσες μου μη και αποσπάσω την προσοχή του.
 
Μη και εισβάλλω άθελά μου στη στιγμή του και την τεμαχίσω.

Το βλέμμα μου περιφέρεται στο χώρο με την ίδια αμηχανία που θα ένοιωθε κανείς παραβιάζοντας ένα άσυλο.

" Ενός λεπτού σιγή...για το άβατο των ποιητών!!

Στοίβες βιβλία πάνω στο γραφείο σαν τάξη και αταξία. Στοιβαγμένα στη βιβλιοθήκη, στο πλάι, παντού. Μυρίζει πάπυρο η σιωπή! Στοχασμοί που αιωρούνται σαν σωματίδια στον αέρα. Λέξεις κλειδωμένες που αν δραπετεύσουν θα σε βρουν κατάστηθα. Κι ένας Πυλώνας. Ένας πυλώνας μπροστά σου. Τόσο κοντά, που έτσι και απλώσω το χέρι μου θα τον αγγίξω.

" Ενός λεπτού σιγή....για τους πυλώνες του κόσμου.

Μια σειρά πορτραίτα στους γύρω τοίχους σε έντονες αποχρώσεις, απόλυτο κοντράστ της γενικής όχρας.

Μορφές νεανικού σφρίγους, κρεμασμένες ψηλά δίχως καμία ταλάντωση ανακρίβειας. Πολύ ψηλά. Λίγο πιο κάτω από το ταβάνι. Τα χέρια δεν φτάνουν. Λαθραία κάποια ματιά ίσως, τρυφερή και ήπια, μα όχι αδηφάγα.

-Οι αναμνήσεις μου.. ακούγεται ξαφνικά η φωνή του, κόβοντας απότομα τις σκέψεις μου και την όποια εισροή πάνω τους. Κάτι σαν επίπληξη στον επιπλέοντα και παρατεταμένο χρόνο παρατήρησης.

Μαζεύτηκα στο κάθισμά μου εκπνέοντας αργά τον αέρα που συσσωρεύτηκε εδώ και ώρα στα πνευμόνια μου και κόντευε να με πνίξει.
« Ενός λεπτού σιγή……για τους ανυπεράσπιστους καημούς»

Χαμηλώνει την ένταση κάνοντας ένα μικρό σχόλιο περί μουσικής ενώ μια γάτα αναδεύεται στα πόδια του. Ο φίλος
(ο κοινός φίλος) που ως τώρα περιεργάζεται όρθιος τη βιβλιοθήκη, τραβάει το κάθισμα για να καθίσει δίπλα του.

Τον αποκαλεί δάσκαλο και παρά τον πληθυντικό, η οικειότητα μεταξύ τους είναι εμφανής. Το ίδιο και η κουβέντα τους. Υπάρχει μια άνεση, μια ζέση φιλική που τη ζηλεύω.

Το καυστικό χιούμορ του ποιητή δεν πτοεί τον φίλο που τον βομβαρδίζει διαρκώς με ερωτήσεις σε μια συζήτηση, που λες και μόλις είχαν αφήσει στη μέση.

'Όχι πως παίρνει κάποια απάντηση δηλαδή, κάτι μπηχτές μόνο... που και που.

" Ενός λεπτού σιγή.... για τον αθυρόστομο ποιητή.

Ανασκουμπώθηκα στο κάθισμά μου. Αρχές Απρίλη κι η Ανοιξιάτικη απογευματινή ψύχρα τσιμπάει. Η ζεστή ρόμπα που τυλίγει το σώμα του, τυλίγει και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν τελευταία. Δείχνει καταβεβλημένος.

Αξεπέραστη η φθορά του χρόνου όσο κι αν πιστεύεις πως κάποιοι άνθρωποι της διαφεύγουν. Ή μάλλον θα |πρεπε να της διαφεύγουν!
Η σπιρτάδα ωστόσο του λόγου του είναι η ίδια, γνωστή και γνώριμη από τα αναρίθμητα βιντεάκια που έχω δεί κατά καιρούς.

Μόνο το πνεύμα διαφεύγει της οξείδωσης.

Πυλώνες που δεν τους πτοεί τίποτα στην τελική. Απλά και μόνο γιατί είναι πυλώνες.

Και τι οξύμωρο να υπολείπεται η σάρκα!

"Ενός λεπτού σιγή....για ότι ορθώνεται ανέγγιχτο στο χρόνο!

Εύχαρης ο φίλος, επανέρχεται στην κουβέντα θίγοντας εν συντομία γεγονότα επίκαιρα κυρίως περί παιδείας, για να καταλήξει...

-Δάσκαλε ξέρετε εε... τελικά η αίθουσα ονομάσθηκε

" Αμφιθέατρο Ντίνου Χριστιανόπουλου "

Ο Δάσκαλος στέλνει ένα βλέμμα ράπισμα, έξω απ' το παράθυρο. Απέναντι. Σ' ένα τίποτα.

Του αντιγυρίζει θυμωμένα... -Επειδή έτσι σας κάπνισε…!!

- Μα σας προσκαλέσαμε πολλάκις και αρνηθήκατε επιμόνως, συνεχίζει σε μια φιλότιμη προσπάθεια ο φίλος αφήνοντας και κάτι φωτογραφίες μπροστά του από τα δρώμενα.

Ο ποιητής τον αντικρούει έντονα με το χέρι και για πρώτη φορά τον αποκαλεί με το όνομά του –Αθανάσιε…και γίνατε ευτυ- χεσμένοι!
 
Ο λεκτικός διαπληκτισμός τελειώνει ευτυχώς με το γνωστό καυστικό χιούμορ του ποιητή.

Η κυρία Α, λες και σφυγμομετρεί τον παλμό της ατμόσφαιρας από κρυφό παρατηρητήριο, εμφανίζεται διακριτικά στην πόρτα. Μας προτείνει κέρασμα νερό ή αναψυκτικό. Αρνηθήκαμε με ευγένεια κι αποχώρησε.

Ο ποιητής στρέφεται σε μένα. Η ζεστή του ματιά με χαλάρωσε αμέσως.

- Με λένε Ντίνα, είπα.

- Κι εμένα Ντίνο, μου απαντάει χαμογελώντας. Έχουμε καλά ονόματα, και μου απλώνει το χέρι.

Τραβώ το κάθισμά μου κι απλώνω το χέρι μου στο δικό του. Κι έτσι που τα χέρια μου βρίσκονται ανάμεσα στα δικά του οστέινα χέρια, με την απροσδιόριστη δύναμη γραφής των δαχτύλων, νοιώθω απόλυτα ευτυχής, απόλυτα ευλογημένη.

Έκανα ένα σύντομο φλας μπακ των όσων είχα δει, διαβάσει κι ακούσει τελευταία. Για τον σκληρό λεκτικό διάλογο με γυναίκα δημοσιογράφο, τις απανωτές αρνήσεις του για επαίνους και βραβεύσεις, τις έντονες συγκρούσεις του, τις ωμές αλήθειες που ξεστόμιζε κατά καιρούς.

Εν τούτοις συνευρίσκομαι εδώ με τον ίδιο άνθρωπο. Διαφορετικό κάπως αλλιώτικο, λιγότερο ερειστικό μες στη μοναχικότητα της δημιουργίας του, της βαθειάς γνώσης της ύπαρξής του

"Ενός λεπτού σιγή.... για τον αντισυμβατικό κι αιρετικό συγγραφέα.

Η γυναικεία σιλουέτα με τον δεσποτικό κότσο διέσχισε για μια στιγμή τον διάδρομο διακριτικά κι αθόρυβα. Την ζήλεψα. Ζήλεψα το προνόμιο να ζεις και να αναπνέεις
στον ίδιο χώρο με αυτόν τον ποιητή.

Να γνωρίζει άραγε κι εκείνη αυτό το ειδικό προνόμιο;

Μπορεί και ναι. Έτσι την έκοψα. Και όχι γιατί μου έκανε δώρο φεύγοντας την τελευταία συλλογή του ποιητή. Υποθέτω πως θα είχε κάποια εντολή για αυτό.

Στο χώρο διαχέεται μια μελωδία απ΄ το μικρό τρανζιστοράκι συμπαρασύροντας τη γενική ατμόσφαιρα στο ίδιο μοτίβο και τον Αθανάσιο να επανέρχεται με νέα διάθεση

- Δάσκαλε, η Ντίνα είναι και πολύ καλή τραγουδίστρια.

- Αλήθεια; ρωτάει έκπληκτος ο ποιητής και συνεχίζοντας με ενδιαφέρον και ειλικρινή διάθεση...Τραγουδάει και δικά μου; .
Ωχ..,κλώτσησε το μέσα μου. Γνώριζα βέβαια πως κάποιοι στίχοι του είχαν μελοποιηθεί, όπως επίσης γνώριζα και τις αντιρρήσεις του γι αυτό, αλλά δεν είχε τύχει ποτέ να τραγουδήσω κάτι δικό του. Λίγο αργότερα μόνο, όταν κλήθηκα σε μια εκδήλωση για την ημέρα παγκόσμιας ποίησης αφιερωμένη στον ίδιο και βεβαίως το ευχαριστήθηκα.

Το βλέμμα μου πέφτει σε δυό πορτραίτα πάνω από τη βιβλιοθήκη. Του Καβάφη και του Τσιτσάνη (άλλωστε γνωστός λάτρης του ρεμπέτικου )
Κουβέντες, σχόλια και πάλι περί μουσικής δημιουργήθηκε ένα γενικό κλίμα ευφορίας.

Διάχυτη η ζεστασιά στο λόγο του, στη ματιά του, στο άγγιγμα των χεριών, που κράτησε σχεδόν ως το τέλος της συνάντησης.
Ήθελα να μείνω εκεί. Μαζί του, δίπλα του.

- Δάσκαλε, η Ντίνα γράφει, ξεστομίζει εκ νέου ο Αθανάσιος. Σου έφερα κάτι την προηγούμενη βδομάδα (είχε πάρει κάποιες λίγες χειρόγραφες σελίδες από το βιβλίο μου) κι εμένα βεβαίως μου κόπηκε η μιλιά. Είχαμε εκ των προτέρων πει, πως δε θα κάναμε καμιά αναφορά περί βιβλίου κι άλλωστε ο διακαής μου πόθος ήταν να δω, έστω για λίγο, τον ποιητή από κοντά.

- Γράφει καλά... συνεχίζει ο Αθανάσιος και τσαφ…τσαφ, τραβάει με το κινητό φωτογραφίες. Ανεκτίμητες για μένα, αδιάφορες για τον δάσκαλο.
Περίμενα να θυμώσει, να αντιδράσει. Αντιθέτως. Μου κράτησε το χέρι και προσπάθησε να χαμογελάσει.

-Το να γράφεις δεν είναι μόνο Κακό… απευθύνθηκε στους δυό μας, είναι και Καλό… Σιωπή….και πάλι σιωπή…

Με κοιτά ευθέως στα μάτια. Ντρέπομαι πολύ!

Τολμάει μωρέ ποτέ κανείς να ορθώσει λόγο μπροστά σε τέτοιους ανθρώπους!!

Να μιλήσει για συγγραφή και τα σχετικά;

Είναι σαν να ορθώνεσαι σε γίγαντες. Α πα..πα..!! Το βλέμμα μου ψάχνει απεγνωσμένα τον Αθανάσιο. Ο Αθανάσιος όμως απτόητος -Το βιβλίο δάσκαλε είναι στο φούρνο
( εννοεί το τυπογραφείο) ήρθαμε για τις ευλογίες σου ( το ευλογίες υπερ-τονισμένο)

Ο δάσκαλος ψευτοαγριεμμένος του ρίχνει απανωτές μπηχτές και στρέφεται αποκλειστικά σε μένα.

- Για τι πράγμα γράφεις; με ρωτά απλά. Το ζεστό του βλέμμα με χαλάρωσε.

- Για ένα παράθυρο, ψέλλισα.
 
- Παράθυρο εεε...τι παράθυρο; Στολισμένο;

- Για ένα Παράθυρο με θέα, απάντησα.

Στράφηκε στο δικό του φωτεινό παράθυρο που θαρρείς πως εκείνη τη στιγμή έλαμψε απόκοσμα. Χαμογέλασε αχνά.

- Όχι παράθυρο με θέα... Παράθυρα με θέα....τόνισε. Όχι στρίμωγμα... επανέλαβε σφίγγοντάς μου το χέρι.

Η μουσική δυνάμωσε, σαν από μόνη της. Από μόνη της ή όχι... ούτε που κατάλαβα.

<< ...Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά που άναψες τον καημό μου, είσαι μικρός και δε χωράς τον αναστεναγμό μου ...>> τραγουδάει ο Μπιθικώτσης
Στην πόρτα έκανε την εμφάνισή της η κυρία Α. Τον χαιρετίσαμε ήσυχα. Δεν ανταποκρίθηκε στο χαιρετισμό μας.

Μόνο λίγο πριν κλείσει η πόρτα πίσω μας, ακούστηκε κάπως δυνατά η φωνή του


- Να ξανάρθετε!!
Υ.Γ1. Δυστυχώς το βιβλίο παρέμεινε με τον αρχικό τίτλο « Παράθυρο με θέα » και όχι « Παράθυρα με θέα » διότι είχε ήδη περάσει στο "φούρνο"

Υ.Γ2. Φίλε Αθανάσιε Α. σ ευχαριστώ!


Από το προσωπικό προφίλ της Ντίνας Παπαϊωάννου

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ