Για τα ευρήματα της δημοσκόπησης της ‘Μetron Analysis’ - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Η εταιρεία δημοσκοπήσεων ‘Μetron Analysis,’ πραγματοποίησε μία δημοσκόπηση για λογαριασμό του think tank  ‘Κύκλος Ιδεών’ στον οποίο και συμμετέχει ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και υπουργός, Ευάγγελος Βενιζέλος. 

Τα ευρήματα της έρευνας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, καθότι ένα περίγραμμα ή αλλιώς, μία χορεία στάσεων και αντιλήψεων των συμμετεχόντων στη δημοσκοπική έρευνα, σχετικά με την πανδημική κρίση και την διαχείριση-πρόσληψη της. Τα διαφορετικά επίπεδα της εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και διάφορους άλλους θεσμούς, εναλλάσσονται με την έκφραση συγκρατημένης αισιοδοξίας, έναν φόβο για τις επιπτώσεις της πανδημίας, το τέλος της οποίας, για αρκετούς, δεν θα έρθει το 2021.

Πιο συγκεκριμένα, το 56% των ερωτηθέντων απαντά ό,τι το τέλος της πανδημίας δεν θα λάβει χώρα εντός του 2021, με το ποσοστό να είναι αρκετά μεγάλο, κάτι που μπορούμε να το αποδώσουμε σε δύο άμεσους και αλληλο-τροφοδοτούμενους παράγοντες: Ο ένας παράγοντας έχει να κάνει με τον χρόνο διεξαγωγής της έρευνας, χρόνο όπου συγκεκριμένοι επιδημιολογικοί δείκτες που δεν άπτονται μόνο του ημερήσιου αριθμού των διαγνωσμένων με κορωνοϊό, έχουν επιδεινωθεί, φέροντας στο προσκήνιο τόσο την περιοδικότητα της πανδημικής κρίσης καθώς και την εκδήλωση αυτής εν Ελλάδι. 

Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με την διαδικασία του εμβολιασμού, που διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα, έχοντας αποκτήσει διαφορετικό ρυθμό και ταχύτητα επιτέλεσης. Και ακόμη και αν η εικόνα της Ελλάδας είναι συγκριτικά καλύτερη από η αντίστοιχη άλλων ευρωπαϊκών χωρών στο κομμάτι του εμβολιασμού, θα προσθέταμε πως η οπτική των συμμετεχόντων καθίσταται ευρύτερη και διεθνική, λαμβάνει υπόψιν τις εξελίξεις και σε αυτό το κομμάτι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που αντικατοπτρίζεται στο υψηλό ποσοστό όσων θεωρούν πως η κρίση με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα συνεχισθεί.

Έχοντας αυτό το εύρημα ως βάση, εκ-διπλώνεται μία σειρά απαντήσεων, τις οποίες και μπορούμε να κωδικοποιήσουμε ως εξής: 

Πρώτον, το απόθεμα εμπιστοσύνης σε διάφορους θεσμούς ως προς την διαχείριση της εν Ελλάδι πανδημικής κρίσης από πλευράς του, βαίνει κλιμακούμενο, τα ποσοστά εμπιστοσύνης που εκφράζονται προς το Εθνικό Σύστημα Υγείας και το ανθρώπινο δυναμικό του (γιατροί και νοσηλευτές) να είναι ιδιαίτερα υψηλά, αγγίζοντας το 68% στην ερώτηση εάν θεωρείτε πως το ΕΣΥ ανταποκρίνεται στις συνθήκες και δη στις πιεστικές συνθήκες που έχει διαμορφώσει η πανδημία, με τον παράλληλο δείκτη που δείχνει το πόσο θεωρείτε ό,τι γιατροί και νοσηλευτές βοηθούν στην αντιμετώπιση της κρίσης, να φθάνει το 4,6 για την πρώτη ομάδα και το 4,7 για τη δεύτερη, με απώτατο όριο το 5. 

Το κοινωνικό κύρος γιατρών αλλά και νοσηλευτών, βαίνει αυξανόμενο, εμβαπτιζόμενο στα νάματα μίας κατάστασης ‘εκτάκτους ανάγκης’ και της εμπλοκής του σε αυτήν, με τους ίδιους να νοούνται ως η πρώτη και σημαντική γραμμής άμυνας απέναντι στην εξέλιξη της πανδημίας στην Ελλάδα.

Αντίθετα με γιατρούς και νοσηλευτές, το απόθεμα εμπιστοσύνης μειώνεται όσο κατεβαίνουμε στην κλίμακα, με τις ομάδες που συγκεντρώνουν τα χαμηλότερα ποσοστά όσον αφορά το εάν βοηθούν ή όχι στην διαχείριση και στη συλλογική βίωση της κρίσης, να είναι κατά σειρά οι πολιτικοί (2,3), οι δημοσιογράφοι (2,2) και οι ιερωμένοι (2,1).

Η διάσταση αυτή είναι σημαντική, στο βαθμό που συνδέεται με τις διεργασίες που συντελούνται στη δημόσια σφαίρα, στο σημείο όπου αναδεικνύεται, αφενός μεν ο χαμηλός βαθμός που λαμβάνουν οι τρεις ως άνω ομάδες, και, αφετέρου δε, η αίσθηση ό,τι δεν συνδράμουν ουσιωδώς με τον τρόπο που το πράττουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές. 

Προβαίνοντας σε μία βαθύτερη ανάλυση, θα σημειώσουμε πως στα χαμηλά ποσοστά που φανερώνουν την αίσθηση αβοηθησίας που εισπράττει ο κόσμος (οι συμμετέχοντες στην έρευνα), αντανακλάται για τους μεν πολιτικούς, το στοιχείο της, κατά την ανάλυση της Μανίνας Κακεπάκη, «επαγγελματοποίησης» (professionalization), του πολιτικού και της πολιτικής λειτουργίας, με τους πολιτικούς να προσλαμβάνοντας, κάτι εμφανές στον αριθμό, ως ‘προστατευμένη’ ομάδα που δεν αισθάνεται, δεν ‘νιώθει’ και δεν βοηθά κάνοντας περισσότερα, έχοντας κατά νου πρωταρχικά πως θα εξέλθει η ίδια ‘αλώβητη.’ 

Οι πολιτικοί, γίνονται αντιληπτοί ως ‘απομακρυσμένοι,’ με τους δημοσιογράφους που ακολουθούν να συγκεντρώνουν μόλις 2,2 με όριο το 5. Δείκτης που εάν δεικνύει κάτι, αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται κοινωνικά, πολιτισμικά και αξιακά, η παρουσίαση των ειδήσεων, και η αίσθηση του ‘πολεμικού κλίματος’ που αποκομίζουν οι πολίτες, οι οποίοι και μέσω της απάντησης τους θέτουν στο επίκεντρο εκ νέου ζητήματος δημοσιογραφικής  αξιοπιστίας. 

Η τελευταία στάση που καταλαμβάνουν οι ιερωμένοι, θεωρούμε πως συνδέεται με την οιονεί αμφισημία που διέκρινε την στάση κατά την διάρκεια της κρίσης, την σημαίνουσα εναρμόνιση με τα μέτρα της κυβέρνησης όταν τα γεγονότα ήδη είχαν εξελιχθεί, με την προβαλλόμενη από την ίδια, κύρια την πρώτη περίοδο της κρίσης, υπόγεια και μη, «κοσμο-εικόνα» (εδώ παραπέμπουμε στον Γερμανό κοινωνιολόγο Μαξ Βέμπερ), του ‘απρόσβλητου’ και ‘αδιαπέραστου’ θεσμού, συνεπεία της πίστης, της προσευχής (σύνδεση θείου-ανθρώπινου), της μετάνοιας και της μετάληψης. Όταν ήδη ο κορωνοϊός υπό την μορφή θετικών στον ιό ιερέων, είχε διαβεί το κατώφλι της. 

Τώρα, εάν το ποσοστό ευαρέσκειας για την συνδρομή των πολιτών είναι μικρό, δεν ισχύει το ίδιο, εάν δούμε την μεγάλη εικόνα, για τις επιδόσεις στη διαχείριση της πανδημικής κρίσης από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Το ποσοστό θετικής γνώμης για την αντιμετώπιση της πανδημίας προσεγγίζει το 50%, όμως και εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε μία ποιοτική και αισθητή διαφοροποίηση.

Το ποσοστό θετικής γνώμης, όπως πιστοποιούν και άλλες έρευνες γνώμης του τελευταίου διμήνου, έχει μειωθεί αισθητά σε σχέση με την περίοδο της πρώτης καραντίνας της περασμένης άνοιξης, γεγονός που θα το αποδίδαμε στις αντιφάσεις που διέκριναν την πολιτική της την περίοδο της δεύτερης καραντίνας, από τον Νοέμβριο του 2020 και έπειτα, στο αίσθηση συσσωρευόμενης κοινωνικής-ψυχολογικής κόπωσης που επιδρά στην διαμόρφωση και περαιτέρω στην έκφραση πολιτική γνώμης και δη στην έκφραση πολιτικής γνώμης με αρνητική χροιά σε ό,τι έχει να κάνει με την κυβερνητική διαχείριση της κρίσης, και, τελευταία άλλα όχι έσχατο, στην αδυναμία μέχρι στιγμής της κυβέρνησης να κατασταλάξει σε μία στοχευμένη στρατηγική (και σε αντίστοιχο αφήγημα) και να το υπηρετήσει. 

Το ζήτημα είναι σύνθετο και πολυ-παραγοντικό, με την αίσθηση όμως ό,τι η κυβέρνηση κινείται σε θετική κατεύθυνση να παραμένει πλειοψηφική και εντάσσεται σε ευρύτερες κοινωνικές-πολιτικές διεργασίες που συμπεριλαμβάνουν και το ‘κεφάλαιο’ που έχει συγκεντρώσει η κυβέρνηση λόγω της γρήγορης διαχείρισης της πανδημικής κρίσης την άνοιξη του 2020, αλλά και της υστέρησης σε διάφορα πεδία, της αντιπολίτευσης.

Η στάση όμως διαφοροποιείται ανάλογα με την κομματική-πολιτική ένταξη, ιδεολογικές στάσεις και ηλικιακά χαρακτηριστικά.

Ένα και πλέον, χρόνο μετά την εκδήλωση της πανδημίας εν Ελλάδι και της επιβολής της καραντίνας, διαβλέπουμε πως ναι μεν η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό την διαχειριστική επάρκεια (η αντίληψη του κόσμου φέρει και όρους δια-κυβέρνησης), εκείνης της περιόδου, από την άλλη όμως δε, εγγράφει με βάση το ποσοστό, μία διάσταση στιβαρότητας και ακόμη, ενός ελέγχου των εξελίξεων των σχετικών με την εξελισσόμενη πανδημική κρίση. 

Παράλληλα με αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, υπεισέρχονται και παράμετροι που έχουν να κάνουν με τις κοινωνικές συνέπειες της πανδημίας και της πολιτικής της καραντίνας, τους φόβους που αυτή γεννά για το παρόν και για το μέλλον,  ο αντίκτυπος της ή αλλιώς, η «αισθητή σημασία» που αποκτά για μία σειρά προσωπικών ζητημάτων. 

Σε ένα πλαίσιο ή σε ένα πλέγμα όπου διασταυρώνονται «τα επακόλουθα», ήτοι «οι προεκτάσεις του ερεθίσματος και το βαθμό στον οποίο επηρεάζουν την ευεξία και τους άμεσους και μακροπρόθεσμους στόχους του ατόμου», με το λεγόμενο «δυναμικό αντιμετώπισης» του, «τουτέστιν» την επάρκεια με την οποία το άτομο μπορεί να ανταποκριθεί στα επακόλουθα ενός συμβάντος», αποκτά ιδιαίτερη αξία οι απαντήσεις που θα δώσουν τόσο η κυβέρνηση όσο και το πολιτικό σύστημα, τα κόμματα και οι πολιτικοί που το συνθέτουν και οι οποίοι τρεκλίζουν μεταξύ έλλειψης ουσιαστικής αποδοχής και έντονης κριτικής.

Ένα εκ των προταγμάτων της κρισιακής συνθήκης, είναι το να μην διστάσει το πολιτικό σύστημα να θίξει και να αναδείξει ζητήματα κεντρικά, διεκδικώντας το βέλτιστο και μία εναρμόνιση με την πανδημία (ιστορικό συμβάν) ως καταλύτη  αλλαγών. 
 Με τις εκδηλούμενες τάσεις να μην έχουν ακόμη μορφοποιηθεί, με την ύπαρξη και αναπαραγωγή αισθημάτων κόπωσης και ανασφάλειας, ελπίδας αλλά και φόβου, προσδοκίας αλλά και συγκράτησης, θα σημειώσουμε ως θετικό και αισιόδοξο στοιχείο την με μεγάλα ποσοστά θετική απόκριση στο ερώτημα για το αν τα εμβόλια θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της πανδημίας.

Το ποσοστό φθάνει το 83%, αντλεί από όλες τις ηλικιακές κατηγορίες σχεδόν ισόποσα, και ανασύρει στην επιφάνεια μία βαθιά αίσθηση εμπιστοσύνης στην επιστημονική κοινότητα που συνέδραμε στην παραγωγή και διανομή του εμβολίου (βλέπε και το υψηλό κεφάλαιο εμπιστοσύνης σε γιατρούς-νοσηλευτές), ποσοστό που τροφοδοτείται από την εξέλιξη της εμβολιαστικής εκστρατείας στην Ελλάδα και αποτελεί μία σαφή ένδειξη επικράτησης, προς ώρας,  επί αντι-εμβολιαστικών και συνωμοσιολογικών αφηγήσεων, όπως αρθρώθηκαν κύρια τη μετά την ανακοίνωση παρασκευής και της δυνατότητας διανομής των εμβολίων. 

Μάλιστα, οι θετικές γνώμες διαπερνούν οριζόντια τους ψηφοφόρους των κυριότερων πολιτικών κομμάτων. Σε ένα ρευστό και αντιφατικό κοινωνικό, πολιτικό και αξιακό σκηνικό, αξίζει να επισημανθεί, όχι ως ‘νίκη,’ όπως λέγεται από τους συντελεστές της έρευνας, αλλά ως θετική εξέλιξη που εστιάζει στο ‘πως’ ή αλλιώς, στις προϋποθέσεις  υπέρβασης της κρίσης. Οι ιδιαίτερες ωδίνες της πανδημίας, βρίσκουν αντίκρισμα στη διαλεκτική ένταση μεταξύ παρόντος και μέλλοντος, φυγής προς τα εμπρός και καθήλωσης σε μία βαλτώδη κατάσταση. Το παιχνίδι παίζεται ακόμη, από όλες τις  πλευρές. 

 

 

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ