Πώς η Ευρώπη έγινε o κορυφαίος ρυθμιστής στον κλάδο τεχνολογίας

 

Παρόλο που η Ευρωπαϊκή Ένωση στερείται τεχνολογικών κολοσσών, έχει λάβει σοβαρές πρωτοβουλίες για να μεταρρυθμίσει τον κλάδο βάζοντας φρένο στη δύναμη των πανίσχυρων εταιρειών.

Το μπλοκ των 27 κρατών- μελών προωθεί την υιοθέτηση αυστηρότερης νομοθεσίας για τους μεγάλους παίκτες του τεχνολογικού κλάδου και δεν δείχνει να αλλάζει προσέγγιση στο συγκριμένο ζήτημα.  Έτσι, με πιο αυστηρούς κανονισμούς «στα σκαριά», οι τεχνολογικοί γίγαντες Σίλικον Βάλεϊ, όπως η Google, ενδέχεται σύντομα να χρειαστεί να προσαρμόσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, σχολιάζει το CNBC.

«Η δυνατότητα της ΕΕ να διαμορφώσει τα επιχειρηματικά μοντέλα μπορεί να είναι τεράστια. Και είναι αξιοσημείωτο ότι έχει μια εξωεδαφική πτυχή σε αυτήν: οι επιχειρήσεις που τηρούν τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς τηρούν συνήθως τα ίδια πρότυπα παγκοσμίως για λειτουργικούς λόγους », σχολίασε ο Τζέρεμι Γκεζ , αναπληρωτής καθηγητής οικονομικών στο H.E.C.

Αυτό ήταν το θέμα με την περίπτωση της Ευρώπης για τη νομοθεσία περί προστασίας των δεδομένων, ο κανονισμός που είναι γνωστός ως GDPR, ο οποίος θεσπίστηκε το 2018.

Ο κανονισμός έδωσε στους πολίτες ισχυρότερο λόγο για το τι θα μπορούσαν να κάνουν οι εταιρείες με τα δεδομένα τους ενώ λειτούργησε επίσης ως έμπνευση για νομοθέτες εκτός ΕΕ, όπως για παράδειγμα στη Βραζιλία και την Αυστραλία.

Επιπλέον, προκάλεσε αρκετές σχετικές συζητήσεις για την προστασία των δεδομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρόλο που δεν υπάρχει ακόμη νόμος περί απορρήτου δεδομένων σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η Καλιφόρνια το 2020 έγινε η πρώτη Πολιτεία που εισήγαγε κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων παρόμοιους με τον ευρωπαϊκό GDPR.

«Από μια άποψη, η ευρωπαϊκή νομοθεσία μπορεί να υιοθετηθεί παντού. Και οι κινεζικοί τεχνολογικοί γίγαντες που θέλουν να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά θα πρέπει να συμμορφωθούν με αυτούς τους κανονισμούς. Αυτό εξηγεί γιατί η ΕΕ γίνεται ο κορυφαίος παράγοντας στον κόσμο στον έλεγχο του τεχνολογικού κλάδου», δήλωσε ο Γκεζ.

Ωστόσο, η ΕΕ έχει προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα από την εφαρμογή του GDPR. Τον Δεκέμβριο, παρουσίασε ένα νέο σχέδιο το οποίο εφόσον εφαρμοστεί θα αναγκάσει τους τεχνολογικούς γίγαντες να αναλάβουν την ευθύνη για το περιεχόμενο που φιλοξενούν στις πλατφόρμες τους και θα διασφαλίσει επίσης ότι υπάρχει δικαιότερος ανταγωνισμός στην αγορά, δεδομένης της κυριαρχίας ορισμένων από αυτές τις εταιρείες.

Ο νόμος για τις ψηφιακές αγορές, η Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες και την Ψηφιακή Αγορά όπως ονομάζεται η νέα νομοθεσία, θα μπορούσε να τεθεί σε ισχύ ήδη από το επόμενο έτος καλώντας τις εταιρείες να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας τους καθώς θεσπίζει υποχρεώσεις με  «πρέπει») και απαγορεύσεις με τα οποία θα πρέπει να συμμορφώνονται στην καθημερινή τους λειτουργία.

Μία από τις πιθανές επιπτώσεις του είναι να σταματήσει η προώθηση των προϊόντων του τεχνολογικού γίγαντα μέσω άλλων προϊόντων του εξασφαλίζοντας ευνοϊκή κατάταξη για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρει δηλαδή μία πλατφόρμα σε σχέση με παρόμοιες υπηρεσίες ή προϊόντα που προσφέρονται από τρίτους στην πλατφόρμα του (self-preferencing).

Τι είναι η «Πράξη για τις ψηφιακές αγορές»

Η πράξη για τις ψηφιακές αγορές αντιμετωπίζει τις αρνητικές συνέπειες που προκύπτουν από συγκεκριμένες συμπεριφορές πλατφορμών που λειτουργούν ως ψηφιακοί ρυθμιστές της πρόσβασης στην ενιαία αγορά. Πρόκειται για πλατφόρμες που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά, που λειτουργούν ως σημαντική δίοδος προσέγγισης πελατών για τους επιχειρηματικούς χρήστες και οι οποίες έχουν, επί του παρόντος και πιθανότατα και στο μέλλον, παγιωμένη και σταθερή θέση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι πλατφόρμες αυτές μπορούν να έχουν την ισχύ να ενεργούν ως ιδιωτικοί φορείς θέσπισης κανόνων και να λειτουργούν ως εμπόδια μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών. Μερικές φορές, οι εταιρείες αυτές ελέγχουν ολόκληρα οικοσυστήματα πλατφορμών. Όταν οι εν λόγω ρυθμιστές της πρόσβασης ασκούν αθέμιτες επιχειρηματικές πρακτικές, μπορούν να αποτρέψουν ή να επιβραδύνουν την πρόσβαση του καταναλωτή σε πολύτιμες και καινοτόμες υπηρεσίες των επιχειρηματικών χρηστών και ανταγωνιστών τους. Οι πρακτικές αυτές περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, την αθέμιτη χρήση δεδομένων από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις εν λόγω πλατφόρμες, ή καταστάσεις εγκλωβισμού των χρηστών σε μια συγκεκριμένη υπηρεσία και ύπαρξης περιορισμένων δυνατοτήτων μετάβασης σε άλλη υπηρεσία.

Συγκεκριμένα, η πράξη για τις ψηφιακές αγορές:

  • θα εφαρμόζεται μόνο στους μεγαλύτερους παρόχους πλατφορμών βασικών υπηρεσιών οι οποίοι είναι περισσότερο επιρρεπείς στην άσκηση αθέμιτων πρακτικών, όπως μηχανές αναζήτησης, κοινωνικά δίκτυα ή διαδικτυακές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, που πληρούν τα αντικειμενικά νομοθετικά κριτήρια για να οριστούν ως ρυθμιστές της πρόσβασης·
  • θα καθορίζει ποσοτικά όρια ως βάση για τον προσδιορισμό των εταιρειών που ενδέχεται να παίζουν ρόλο ρυθμιστών της πρόσβασης. Η Επιτροπή θα έχει επίσης την εξουσία, μετά από διερεύνηση της αγοράς, να αποδίδει την ιδιότητα του ρυθμιστή της πρόσβασης σε εταιρείες·
  • θα απαγορεύει ορισμένες πρακτικές που είναι ξεκάθαρα αθέμιτες, όπως η παρεμπόδιση χρηστών από το να απεγκαταστήσουν οποιοδήποτε προεγκατεστημένο λογισμικό ή εφαρμογές·
  • θα απαιτεί από τους ρυθμιστές της πρόσβασης να θέτουν σε εφαρμογή ορισμένα μέτρα με δική τους πρωτοβουλία, όπως στοχευμένα μέτρα που επιτρέπουν στο λογισμικό τρίτων να λειτουργεί ορθά και να είναι συμβατό με τις δικές τους υπηρεσίες·
  • θα επιβάλλει κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν πρόστιμα έως και 10 % του παγκόσμιου κύκλου εργασιών των ρυθμιστών της πρόσβασης, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των νέων κανόνων. Για τους υπότροπους, οι κυρώσεις αυτές ενδέχεται επίσης να περιλαμβάνουν την υποχρέωση λήψης διαρθρωτικών μέτρων, που μπορούν να επεκταθούν και στην εκποίηση ορισμένων επιχειρήσεων, σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλο εξίσου αποτελεσματικό εναλλακτικό μέτρο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης·
  • θα επιτρέπει τη στοχευμένη διερεύνηση της αγοράς από την Επιτροπή με σκοπό να εκτιμηθεί κατά πόσον στους εν λόγω κανόνες πρέπει να προστεθούν νέες πρακτικές και υπηρεσίες που υιοθετούν οι ρυθμιστές της πρόσβασης, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι νέοι κανόνες για τους ρυθμιστές της πρόσβασης συμβαδίζουν με τον ταχύ ρυθμό των ψηφιακών αγορών.

«Αυτό το (νομοθετικό) πακέτο θα αλλάξει πραγματικά το παιχνίδι. Θα δημιουργήσει ένα ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο και θα δημιουργήσει τα θεμέλια μιας ισχυρής συνεργασίας και μιας νέας δομής διακυβέρνησης στην ΕΕ, με απτούς μηχανισμούς επιβολής και σημαντικές κυρώσεις », είχε δηλώσει η Ντεισλάβα Σαβοβα, εταίρος στη δικηγορική εταιρεία Clifford Chance.

Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ θα πρέπει να συμμορφωθούν με τους νέους κανόνες.

Τα ευρωπαϊκά σχέδια δεν τελειώνουν όμως εδώ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει επίσης να βρει τρόπο να ρυθμίσει και το κομμάτι της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό γίνεται όλο και πιο σημαντικό καθώς περισσότεροι ψηφιακοί γίγαντες αναπτύσσουν και ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες AI.

Πολιτική βούληση

«Υπάρχει πραγματική προθυμία και ευρεία πολιτική βούληση στην ΕΕ για τον καθορισμό των υψηλότερων παγκόσμιων προτύπων όσον αφορά τους τεχνολογικούς κανονισμούς. Αυτό διασφαλίζει επίσης ένα πρώτο πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης, επιτρέποντας στην ΕΕ να θέσει το πρότυπο και όχι να ακολουθήσει αυτόν που έθεσε πρώτος τα πρότυπα», ανέφερε επίσης η Σαβοβα.

Η ΕΕ συχνά επικρίνεται για το ότι είναι μια αργή πολιτική μηχανή με διαφορετικούς θεσμούς. Όμως, όσον αφορά τη ρύθμιση του τεχνολογικού τομέα, όλα βρίσκονται στη σωστή θέση, σχολιάζει το CNBC προσθέτοντας πως αυτό διευκολύνει την ταχύτερη δράση.

Πολύ συχνά η πολιτική δράση αντικατοπτρίζει τις επιθυμίες των πολιτών και η δυναμική της Ευρώπης ως ρυθμιστής στη λειτουργία των τεχνολογικών κολοσσών θα μπορούσε να πηγάζει  ακριβώς από αυτή την ανάγκη των ευρωπαίων πολιτών.

Ενδεικτική είναι μία έρευνα που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2019 και στην οποία το 74% των ευρωπαίων πολιτών δήλωναν ότι θέλουν να γνωρίζουν πώς χρησιμοποιούνται τα δεδομένα τους από τις πλατφόρμες κοινωνικών μέσων όταν έχουν πρόσβαση σε άλλους ιστότοπους. Επιπλέον, η έρευνα ανέφερε ότι πολίτες ηλικίας μεταξύ 15 και 54 θέλουν επίσης να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο στον έλεγχο της χρήσης των προσωπικών τους πληροφοριών.

Οι ανησυχίες για την προστασία των δεδομένων έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια μετά από διάφορα σκάνδαλα.

Η ΕΕ «δεν έχει την ίδια στρατιωτική δύναμη με τις ΗΠΑ ούτε την ίδια οικονομική δύναμη με την Κίνα, αλλά έχει μια τεράστια εσωτερική αγορά, με καταναλωτές-πολίτες που δίνουν όλο και μεγαλύτερη προσοχή σε ζητήματα που σχετίζονται με την προστασία της ιδιωτικής ζωής», πρόσθεσε ο Γκεζ. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν περίπου 450 εκατ. καταναλωτές σε ολόκληρη την ΕΕ.

Γιατί η ΕΕ επιθυμεί να αναλάβει τον ρόλο του ρυθμιστή

 «Η ΕΕ ρυθμίζει τη λειτουργία των πλατφόρμων τόσο για να αντιμετωπίσει τον αντίκτυπό τους στην κοινωνία όσο και για τον ανταγωνισμό», δήλωσε ο Νάθαμ Φερ, αναπληρωτής καθηγητής στη σχολή επιχειρήσεων INSEAD.

Ωστόσο, πρόσθεσε ότι η ΕΕ «ρωτά επίσης, ή θα έπρεπε να ρωτά, γιατί υπάρχουν τόσο λίγες ευρωπαϊκές πλατφόρμες, και δεδομένης της οικονομικής τους δύναμης, πώς να ενθαρρυνθούν οι ευρωπαϊκές πλατφόρμες».

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, αλλά και ειδικοί του τεχνολογικού κλάδου, έχουν συχνά ρωτηθεί γιατί η περιοχή δεν έχει φιλοξενήσει έναν πραγματικά παγκόσμιο τεχνολογικό κολοσσό. Υπάρχουν μερικά, όπως το Spotify, το Zalando, το Skype ή το Krampf, αλλά δεν απολαμβάνουν την ίδια κυριαρχία στην αγορά με εταιρείες όπως η Apple ή η Amazon.

Ωστόσο, ο έλεγχος των μεγάλων παικτών, ανεξάρτητα από το πού προέρχονται, επιτρέπει στην ΕΕ να διαδραματίσει ρόλο σε διεθνή κλίμακα. «Αυτή είναι μια έκφραση της γεωπολιτικής δύναμης της Ευρώπης σε έναν κόσμο που θέλει να διατηρήσει κάποια επιρροή», κατέληξε ο Γκεζ.

 

www.naftemporiki.gr

 

 

 
 
 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ